Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

Μαρία Πολυδούρη. «Ηχώ στο Χάος» (Κλείστε ερμητικά τις θύρες...)


Και τώρα, κλείστε ερμητικά τις θύρες. Τελειώσαν
όλα. Να φύγουν κι’ οι στερνοί, να μείνω μοναχή μου.
Όλα δικά μου ήταν εδώ μέσα κι’ όλα μου λείψαν
κ’ έμεινε τόσο απίστευτα μοναχική η ψυχή μου.

Να φύγουν όλοι! Ακάλεστοι κι’ ας ήρθανε με δώρα.
Τίποτα δεν εταίριασε στην εξαίσια γυμνότη
που με τριγύριζε λαμπρή. Μεγαλειώδεις πλάνες
που εμπρός τους με ταπείνωσαν ικέτη και δεσμώτη.

Τώρα προφητικά σημαίνει η μυστική καμπάνα
του «Δείπνου». Ο Μέγας Φίλος μου μηνά τη θέλησή του
ναρθή. Κι’ αν πάντοτε έλειπεν, όμως μεσ’ στην καρδιά του
άξια της πίστης μου έφεγγε τρισάξια η θύμησή του.

Για τη μεγάλη αναμονήν ετοιμασία θ’ αρχίσω.
Ζωντάνεψε στις φλέβες μου η ευγενική γενιά μου.
Τα χέρια μου της προσευχής, έτοιμα να συντρίψουν.
Φραγγέλιο η ασυμβίβαστη, περήφανη απονιά μου.

Κ’ έτσι θα νοιώσω, με σεμνά χαμηλωμένα μάτια,
να πέφτη από το βάθρο του κ’ ένας θεός ωραίος
που εύκολα με ψαλμούς λατρειάς βασίλεψε και μένει
ακόμα λαμπροστέφανος κι’ ανύποπτα μοιραίος.

Έρχεται! Ακούω που χτυπά πιο βιαστικά η καμπάνα.
Είμαι έτοιμη. Μονάχη της το τέλος αντικρύζει
πιο γρήγορο, στον πόθο της η τραγική ψυχή μου,
αμφίβολη αν τη πίστεψεν Αυτός που τη γνωρίζει.


Αντρέ Μπρετόν. Φασματικές στάσεις. (Απόσπασμα)


Δεν δίνω καμιά σημασία στη ζωή.

Δεν καρφώνω την παραμικρή πεταλούδα ζωής στη σημασία.
Δεν σημαίνω για τη ζωή.
Μα τα κλαριά του αλατιού τα λευκά κλαριά
Όλες οι φυσαλίδες από σκιά
Και οι θαλάσσιες ανεμώνες
Κατεβαίνουν και αναπνέουν στο εσωτερικό της σκέψης μου
Έρχονται δάκρυα που δεν χύνω
Βήματα που δεν κάνω που είναι δύο φορές βήματα
Και που τα θυμάται ο άλλος στην ώρα της παλίρροιας
Τα σύρματα είναι στο μέρος του κλουβιού
Και τα πουλιά έρχονται από πολύ ψηλά να κελαϊδήσουν μπροστά σ' αυτά τα σύρματα
Ένας υπόγειος διάδρομος σμίγει όλα τ΄αρώματα

ΚΑΡΟΛΟΣ ΣΕΡΙΩΤΗΣ Η ΜΝΗΜΗ


<<ΜΝΗΜΗ>>


Φοράει γοβάκια
κόκκινα
η μνήμη
Ψηλα Τακούνια
και δικτυωτό καλσόν
Η μνήμη πόρνη
στην οδό Αφροδίτης
στο αριστερό πάντα
πεζοδρόμιο.
εκδίδεται
χτυπώντας
τα τακούνια της
στο σώμα σου
για να τη νοιώσεις
χωρίς
να την χρειάζεσαι
έτσι απλά
γιατί ο πόνος
όταν ξυπνάει
παίρνει το μαύρο χρώμα

τ΄ουρανού.


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ....ΣΠΟΝΔΗ



ΣΠΟΝΔΗ

Στο Σημείο
που όσο πλησιάζω
απομακρύνεται
Στο Σημείο
που όσο σκοτεινιάζει
αναδύεται
Στο Σημείο
που κρατάω στη χούφτα μου
κι άμα πάω να σ' το δείξω
υδρατμός αγάπης γίνεται
και εξανεμίζεται
Στο Σημείο που ονομάζω
- Εσύ - Εγώ -
εγγάφω όλους τους φόνους
ποδοπατημένων χορταριών.
Ν' ανθίσει.


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ

ΜΕ ΛΕΝΕ ΟΔΥΣΣΕΙΑ...ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ

Κατερίνα Γώγου

ΜΕ ΛΕΝΕ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Τρίτη μέρα.

Ξημέρωμα της ποιας μέρας;...Χαράζει η ώρα...

Βραδιάζει ο κόσμος.
Ουρανός και θάλασσα ένα.
Χωρίς διαζευκτικό ή...
Όπως θάνατος-ζωή-νύχτα-μέρα-χάος-αρμονία.

Τώρα;...

Πώς να κάνω
να βάλω σε κάποια τάξη
τους ανονόμαστους πλανήτες
και τις εκρήξεις αυτοκτονημένων αστεριών
που κατέλυσαν μέσα μου...
πώς να μου θυμίσω, τι...πώς
με ποια τάξη, με ποια σειρά
όμοιο εγώ διαζευκτικό
καταμεσής της θάλασσας;

Θα προλάβω άραγε να δω
αν ο ήλιος
σαν άσπρος νάνος μικρός
από άλλη μάνα αδερφός
αφήσει να χαθεί από γεράματα
ή τηρώντας το λόγο του
με έκθαμβη έκρηξη
από του σύμπαντος το παρελθόν
τον πλανήτη μας ΓΗ
ζωντανό τον αφήσει;

Εγώ, Οδυσσέα
τον ουρανό τον είδα
απ' την κορυφή της Γκιώνας, απ' τα ψηλἀ αετώματα
κι από τα δημόσια ουρητήρια της πλατείας Ομονοίας.
Αυτό δε λέει πως δε σ' αγαπώ. Πως δεν είμαι χτυπημένη.

Πάει, Οδυσσέα, το έκτο γραφτό.
Γραφτό που είδε τον ήλιο
μέσα σε άσυλο
με διαμαντένια κορόνα σμιλεμένο.
Ε, καρδιά τ' ουρανού
βοήθησε
χρέος υπέρτατο
το έβδομο της ψυχής αποτύπωμα
στα μελανά πόδια της γής
σ' ένα έλατο, σ' ένα πλατάνι
ή σε γερό ποτάμι που πάει
σ' ωκεανό να φτάσει αφηρημένο.
................................................
...μια χορδή από ήλιου φως...

Απλώνει ο κόσμος
ο ουρανός αργά σηκώνεται...ανεβαίνει
η θάλασσα στη θέση της
καταιγισμός λάμψεις λουλουδιών
δάφνινα στεφάνια
στις πλατείες, στις σκάλες
στα-απ' τους θαλάμους παρμένα-τηλέφωνα
στα καμένα φώτα των ασφάλτων.
.........................................
Μη παρακαλώ
είναι μελανό
το έβδομο
της ψυχής
αποτύπωμά μου.

Με λένε

Το όνομά μου βγαίνει από το όνομα
του μεγαλύτερου κινδυνευτή
της πατρίδας μου,

Με λένε Οδύσσεια.

Πώς θα γυρίσω
που βρίσκομαι χωρίς σκαρί
συντρόφους, από τ' άγγιγμα της Κίρκης, γουρούνια
χωρίς αέρα και πανιά
όμοιο εγώ διαζευκτικό καταμεσής της θάλασσας;

Χωρίς εισπνοή πώς εκπνοή της άνοιξης να γίνω
κι έτσι ξυπνητή νεκρή ζωντανή
τους κοιμισμένους θεούς μέσα μου
να μην τους ξυπνήσω;

Με λένε Οδύσσεια.
Άνθρωπος διωγμένος κι εγώ από τον ουρανό
το σώμα μου φθαρτό, έχει από πέσιμο
σχεδόν οριστικά τσακίσει.

Ω, πόσο αγαπώ τη γη, το νερό, τον αέρα, τη φωτιά...
Και τι ανέντιμη.
Τόσες φορές που μ' έχει σώσει το νερό
πνιγμό απ' το νερό φοβάμαι.
Και να με λένε Οδύσσεια.
Καταμεσής της θάλασσας χωρίς σκαρί
χωρίς συντρόφους και πανιά
στ' απόκρημνα νερά
χωρίς για μένα γυρισμό
μόνο να ταξιδεύω.

Νάνος Βαλαωρίτης: Η έλλειψη κανόνων δημιουργεί σύγχυση και μεροληψία

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "Η ΑΥΓΗ"  
Ημερομηνία δημοσίευσης: 03/01/2010
Συνέντευξη στην Πόλυ ΚΡΗΜΝΙΩΤΗ
Μία έκδοση σήμερα γίνεται με τους όρους της αγοράς. Διαφήμιση, προώθηση, κριτική, είναι ένας διαδεδομένος μηχανισμός, οπότε αν πέσεις στα χέρια ενός εκδότη που δεν σε διαφημίζει εξαρτάσαι από το κοινό. Η κριτική είναι μεροληπτική αυτό είναι σίγουρο
Δημιουργός και στοχαστής, καλλιτέχνης και γητευτής, ο Νάνος Βαλαωρίτης μοιάζει με εκείνους τους ανθρώπους που δεν αρκούνται σ' ένα ταλέντο. Ποιητής πάνω απ' όλα, αλλά δοκιμασμένος σε όλα τα είδη του γραπτού λόγου, το δοκίμιο, τη μετάφραση, τη θεατρική γραφή, την πεζογραφία. Και ζωγράφος επίσης. Αν σ' όλα αυτά προστεθεί η διακριτή πολιτική παρουσία του και ο κριτικός λόγος του τότε στο πρόσωπό του ιχνογραφείται το πορτρέτο ενός αναγεννησιακού τύπου διανοούμενου, είδους δηλαδή που αν δεν έχει εκλείψει τουλάχιστον δεν βρίσκεται σε επάρκεια στην εποχή μας. Κοσμοπολίτης, πολυταξιδεμένος και ιδιαίτερα τολμηρός στις επιλογές του, ο Νάνος Βαλαωρίτης της υψηλής καλλιέργειας και του μυθιστορηματικού βίου, δισέγγονος ποιητή, με λαμπρές σπουδές, ο πρώτος μεταφραστής των Ελύτη, Σεφέρη, Εμπειρίκου, Εγγονόπουλου, Γκάτσου στα αγγλικά, και από τους λίγους Έλληνες που συναντήθηκε με τις πρωτοπορίες του 20ού αιώνα και συνομίλησε με τολμηρά πνεύματα όπως ο Μπρετόν, ο Έλιοτ, ο Ντύλαν Τόμας. Τον ξεπέρασε τον προπάππο Αριστοτέλη.
Αντλεί το ποιητικό του ιδίωμα από τη διαχρονία του υπερρεαλισμού και για το έργο του έχει τιμηθεί με διεθνείς διακρίσεις. Ωστόσο η βράβευσή του από την ελληνική πολιτεία με το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του, οφειλόμενη τιμή σ' έναν από τους μεγαλύτερους εν ζωή ποιητές μας, έχει τη δική της σημασία. “Είμαι Έλληνας συγγραφέας, εδώ είναι η χώρα μου και θεωρώ πιο σημαντικό να με αναγνωρίζουν στη χώρα μου παρά σε άλλες” μας λέει ο Νάνος Βαλαωρίτης. “Τα βραβεία καθώς ξέρετε δίνονται κάθε χρόνο σε διάφορους και καμιά φορά δεν έχουν το αποτέλεσμα που θα ήθελε ο συγγραφέας, δηλαδή, να γίνει πιο γνωστό το έργο του”.
* Η αλήθεια είναι ότι τα ελληνικά βραβεία είναι πολύ λίγο συνδεδεμένα με το βιβλιοπωλείο. Πού το αποδίδετε;
“Ίσως στο ότι οι Έλληνες δεν διαβάζουν κατ' επιταγήν. Το τι διαβάζει ο Έλληνας είναι μυστηριώδες γιατί η αναγνωστική συμπεριφορά του προέρχεται από την επικοινωνία του με άλλους αναγνώστες, οπότε και οι κριτικές ακόμα δεν παίζουν τόσο μεγάλο ρόλο. Ο Ροΐδης έλεγε ότι οι Έλληνες δεν διαβάζουν. Αυτό δεν ισχύει σήμερα. Υπάρχει αναγνωστικό κοινό αλλά επιλέγει αυτά που του ταιριάζουν. Τα δικά μου βιβλία, για παράδειγμα, έχουν εκδοθεί από 12 εκδότες. Αν και κατά εποχές είχαν καλές πωλήσεις κανένα δεν έγινε μπεστ σέλερ. Σ' αυτό δεν νομίζω ότι φταίνε οι εκδότες αλλά τα ίδια τα έργα, που απευθύνονται σε ένα κοινό κάπως ιδιαίτερο, πιο πληροφορημένο, όχι τόσο λαϊκίστικο δεν είναι, δηλαδή, μαζικής κατανάλωσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν καλά έργα τα οποία διαβάζονται πολύ. Τα μεγάλα βραβεία σε Αγγλία και Γαλλία έχουν κάποιο αποτέλεσμα. Και βέβαια δεν είναι κρατικά. Το Γκονκούρ συνεχίζει την παράδοση των αδελφών Γκονκούρ, δεν προσφέρει χρηματική αμοιβή αλλά ο συγγραφέας αμείβεται από την εκτίναξη των πωλήσεων του βιβλίου του. Είναι βραβεία μεγάλης φήμης”.
* Η υπερπληθώρα εκδόσεων βοηθάει έναν αναγνώστη;
“Νομίζω όχι, ο αναγνώστης πια δεν ξέρει τι να διαλέξει μπαίνοντας στο βιβλιοπωλείο, γιατί οι πάγκοι και οι βιτρίνες αλλάζουν με τεράστια ταχύτητα και πριν προλάβει ένα βιβλίο να μπει στο μάτι του κοινού έχει αποσυρθεί. Το κοινό έχει το γούστο του, αλλά είναι και πολύ εύκολο να το επηρεάσει η διαφήμιση και οι μηχανισμοί της προβολής. Υπάρχει αυτός ο τεράστιος τζίρος”.
* Σ' αυτή τη συνθήκη άγριας εμπορευματοποίησης πώς στέκεται το βιβλίο;
“Πού και πού ορισμένα βιβλία καταφέρνουν να διαπεράσουν τον τοίχο αυτής της εμπορικότητας και να γίνουν κλασικά έργα. Εμείς έχουμε το εξής φαινόμενο, ορισμένοι ποιητές έχουν ένα σταθερό κοινό, όπως η Κατερίνα Γώγου, η Δημουλά, ο Καββαδίας και παραδόξως ο Καρυωτάκης έχουν το κοινό τους. Όμως υπάρχουν και περιπτώσεις παραμερισμού, όπως της άξιας ποιήτριας Μαντώς Αραβαντινού η οποία επειδή δεν είχε έναν εκδότη να την προωθήσει έχει σχεδόν ξεχαστεί. Κι αυτό συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις. Στην περίπτωσή μου, που έχω 12 εκδότες, δεν είναι ότι ήθελα να έχω τόσους πολλούς αλλά αναγκαζόμουν να πάω από τον έναν στον άλλο επειδή μετά από λίγο θεωρούσαν ότι τα έργα μου δεν θα πουλούσαν. Δεν φταίνε οι εκδότες φταίνε ίσως τα έργα”.
* Σας πήραν τηλέφωνο τώρα μετά τη βράβευση να σας συγχαρούν;
“Όχι, ούτε ένας”.
* Είναι καλό για έναν λογοτέχνη να μην έχει έναν σταθερό εκδότη;
“Νομίζω πως όχι. Γιατί το σκόρπισμα αυτό δημιουργεί προβλήματα αναγνώρισης”.
* Μπορεί να έχετε εσείς τέτοιου είδους προβλήματα;
“Βεβαίως και έχω. Βιβλία μου που δεν είχαν κριτική υποδοχή έκαναν 15 με 20 χρόνια να πουληθούν. Έμεναν θαμμένα. Και ξαφνικά όταν κάποιος εκδότης ήθελε να κάνει μια δεύτερη έκδοση αναστήθηκαν. Όμως η δική μου γραφή δεν απευθύνεται πάντα σε ευρύ κοινό. Κι γι' αυτό φταίω εγώ. Μία έκδοση σήμερα γίνεται με τους όρους της αγοράς. Διαφήμιση, προώθηση, κριτική, είναι ένας διαδεδομένος μηχανισμός, οπότε αν πέσεις στα χέρια ενός εκδότη που δεν σε διαφημίζει εξαρτάσαι από το κοινό. Η κριτική είναι μεροληπτική αυτό είναι σίγουρο. Ένα έργο που αξίζει τον κόπο όπως “Ο άρχων του σκότους” του Δημήτρη Ρικάκη που είναι ένα μικρό αριστούργημα, είναι όλη η ιστορία της “Διάπλασις των παίδων”, έχει σχεδόν αποσιωπηθεί. Υπάρχει σύγχυση και μεροληψία ταυτόχρονα γιατί δεν υπάρχουν κανόνες. Ξαφνικά βλέπεις κριτικούς να αλλάζουν θέση απέναντι σε συγγραφείς και σε έργα”.
* Δεν είναι ένα γενικότερο φαινόμενο της εποχής μας;
“Έχει να κάνει με την ταχύτητα της αλλαγής, της εμπορευματοποίησης και των πολύ ισχυρών οίκων, είτε είναι εκδοτικοί οργανισμοί είτε τράπεζες, με αποτέλεσμα να παραγνωρίζονται αξιόλογοι συγγραφείς και έργα. Κι όσο πάει χειροτερεύει η κατάσταση γιατί ότι δεν πουλάει εξοβελίζεται”.
* Αισθάνεστε βολικά στην εποχή μας;
“Δεν είμαι πολύ αισιόδοξος, μάλλον προς τη δυστοπία κλίνω. Κινδυνεύει η ανθρωπότητα από τις κλιματικές αλλαγές, είναι σα να βρισκόμαστε μπροστά σ' έναν πόλεμο που μας αφορά όλους. Μπορούμε να ενωθούμε για να το αντιμετωπίσουμε; αυτό είναι το ερώτημα. Δηλαδή μπορούμε να κάνουμε τόσο ριζικές αλλαγές ώστε να μπορέσουμε να αντεπεξέλθουμε; Μέχρι στιγμής δεν έχει δημιουργηθεί ούτε συμφωνία μεταξύ των μεγάλων χωρών”.
* Μήπως πρέπει να δημιουργήσουμε ξανά συλλογικότητες;
“Αυτό είναι ιδεατή λύση αλλά είναι και επικίνδυνο γιατί μπορεί να οδηγήσει σε ολοκληρωτισμούς. Δηλαδή πράσινους ολοκληρωτισμούς. Υπάρχουν ήδη πολλά βιβλία που προειδοποιούν για τον κίνδυνο ενός πράσινου ολοκληρωτισμού. Δηλαδή δογματισμός, αφόρητη επέμβαση στην ατομική ζωή”.
* Κάτι τέτοιο διακρίνατε στους Οικολόγους Πράσινους και αποχωρήσατε;
“Ναι, εδώ βέβαια διακρίνεται εμβρυακά αλλά στα πράσινα κινήματα της Ευρώπης είναι πολύ πιο φανερό. Επεμβαίνουν στα πάντα”.
* Δηλαδή δεν υπάρχει ελπίδα;
“Πρέπει να είμαστε διαυγείς, σαφείς και να έχουμε συνείδηση των κινδύνων. Μπορούμε όλα αυτά να τα υπερβούμε, αλλά πρέπει να τα ξέρουμε. Ο Πλάτωνας δεν λέει ότι το κακό είναι η άγνοια και τίποτε άλλο;”

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ, Η ΜΟΝΑΞΙΑ

Στίχοι: Κατερίνα Γώγου
Μουσική: Κυριάκος Σφέτσας


Η μοναξιά...
δεν έχει το θλιμμένο χρώμα στα μάτια
της συννεφένιας γκόμενας.
Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα
κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών
και στα παγωμένα μουσεία.
Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλιών «καλών» καιρών
και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς
μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.
Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια
βοϊδίσιο βλέμμα κοφτούς αναστεναγμούς
κι ασορτί εσώρουχα.
Η μοναξιά.
Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά
και μετριέται πιάτο-πιάτο
μαζί με τα κομμάτια τους
στον πάτο του φωταγωγού.
Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά
Μπουρνάζι – Αγ. Βαρβάρα – Κοκκινιά
Τούμπα – Σταυρούπολη – Καλαμαριά
Κάτω απ' όλους τους καιρούς
με ιδρωμένο κεφάλι.
Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ' αλυσίδες τα τζάμια
κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής
βάζει μπουρλότο στην ιδιοκτησία
είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές
ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες
πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα
στα σκλαβοπάζαρα της γης – εδώ κοντά είν' η Κοτζιά –
ξυπνήστε πρωί.
Ξυπνήστε να τη δείτε.
Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα
το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους
και τα τελευταία
ατέλειωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ–ΚΕΝΤΡΟΝ
στα γαντζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.
Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο
που ξεπουλάν τη φάρα της
χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικο
κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της
ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.
Η μοναξιά
η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω
είναι τσεκούρι στα χέρια μας
που πάνω απ' τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει

KATERINA ΓΩΓΟΥ

Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ
είναι μη γίνω "ποιητής"
Μην κλειστώ στο δωμάτιο
ν' αγναντεύω τη θάλασσα
κι απολησμονήσω.
Μην κλείσουνε τα ράμματα στις φλέβες μου
κι από θολές αναμνήσεις και ειδήσεις της ΕΡΤ
μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις.
Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε
για να με χρησιμοποιήσει.
Μη γίνουνε τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα
για να κοιμίζω τους δικούς μου.
Μη μάθω μέτρο και τεχνική
και κλειστώ μέσα σε αυτά
για να με τραγουδήσουν.
Μην πάρω κιάλια για να φέρω πιο κοντά
τις δολιοφθορές που δεν θα παίρνω μέρος
μη με πιάσουν στην κούραση
παπάδες και ακαδημαϊκοί
και πουστέψω
Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί
και την καθημερινότητα που συνηθίζεις
σκυλιά μας έχουν κάνει
να ντρεπόμαστε για την αργία
περήφανοι για την ανεργία
Έτσι είναι.
Μας περιμένουν στη γωνία
καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι.
Ο Μάρξ...
τον φοβάμαι
το μυαλό μου τον δρασκελάει και αυτόν
αυτοί οι αλήτες φταίνε
δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό
μπορεί...ε;...μίαν άλλη μέρα...




Καμμιά φορά ανοίγει η πόρτα σιγά σιγά και μπαίνεις. 
Φοράς κάτασπρο κουστούμι και λινά παπούτσια. 
Σκύβεις βάζεις στοργικά στη χούφτα μου 72 φράγκα και φεύγεις. 
Έχω μείνει στη θέση που με άφησες για να με ξαναβρείς. 
Όμως πρέπει να έχει περάσει πολύς καιρός γιατί τα νύχια μου μακρύνανε και 
οι φίλοι μου με φοβούνται. Κάθε μέρα μαγειρεύω πατάτες 
 έχω χάσει την φαντασία μου και κάθε 
φορά που ακούω "Κατερίνα" τρομάζω. Νομίζω ότι πρέπει να καταδώσω κάποιον. 
Έχω φυλάξει κάτι αποκόμματα με κάποιον που λέγανε 
πως είσαι εσύ. Ξέρω πως λένε ψέματα οι εφημερίδες, 
γιατί γράψανε ότι σου ρίξανε στα πόδια. 
 
Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια. 
Στο μυαλό είναι ο Στόχος 
το νου σου ε; 
 
 
 
 

Κ.ΚΑΒΑΦΗΣ, ΟΜΝΥΕΙ

Ομνύει κάθε τόσο       ν’ αρχίσει πιο καλή ζωή.
Aλλ’ όταν έλθ’ η νύχτα            με τες δικές της συμβουλές,
με τους συμβιβασμούς της,      και με τες υποσχέσεις της·
αλλ’ όταν έλθ’ η νύχτα              με την δική της δύναμι
του σώματος που θέλει και ζητεί, στην ίδια
μοιραία χαρά, χαμένος, ξαναπηαίνει.

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ

— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

        Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
  Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
        Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
        Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.


—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
 και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
 στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
        Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
        τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
        για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
        τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.


— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
 σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
 γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
 και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
 γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
 μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
        και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.


—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
 να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
        κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
 κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
 Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
 κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

        Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
        Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
        και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

                               __

 Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
 Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Κ.ΚΑΒΑΦΗΣ




ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ 
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Κ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

ΑΠΟΣΤΡΟΦΗ
Φθονώ την τύχη σας, προνομιούχα
πλάσματα, κούκλες ιαπωνικές.
Κομψά, ρόδινα μέλη πλαστικές
γραμμές, μεταξωτά, διαφανή ρούχα.
Ζωή σας όλη τα ωραία σας μάτια.
Στα χείλη μόνο οι λέξεις των παθών.
Ένα έχετ' όνειρο: τον αγαθόν
άντρα σας και τα νόμιμα κρεβάτια.
Χορός ημιπαρθένων, δυο δυο,
μ' αλύγιστο το σώμα, θριαμβευτικά,
επίσημα και τελετουργικά,
πηγαίνετε στο ντάνσιγκ ή στο ωδείο.
Εκεί απειράριθμες παίρνετε πόζες.
Σαν τη σελήνη πριν ρομαντικές,
αύριο παναγίες, όσο προχτές,
ακούοντας τη “Valenzia”, σκαμπρόζες.
Ένα διάστημα παίζετε το τέρας
με τα τέσσερα πόδια κολλητά.
Τρέχετε και διαβάζετε μετά
τον οδηγό σας “δια τα μητέρας”.
Ω, να μπορούσε έτσι κανείς να θάλλη,
μέγα ρόδο κάποιας ώρας χρυσής,
ή να βυθομετρούσατε και σεις
με μια φουρκέτα τ' άδειο σας κεφάλι!
Ατίθασα μέλη, διαφανή ρούχα,
γλοιώδη στόματα υποκριτικά,
ανυποψίαστα, μηδενικά
πλάσματα, και γι' αυτό προνομιούχα...

Κ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

ΘΑΛΑΣΣΑ

Ομως τα στήθια που τα ταράζει κάποιο
θανάσιμο πάθος δεν θα γαληνέψουν
Τα σύννεφα γιγάντικα φαντάζουν κι ασημένια
στο μολυβένιον ουρανό
σαν τα χτυπά του ήλιου το φως· σαν τα χτυπά ο αγέρας
φεύγουνε πίσω απ' το βουνό.
Κι είναι θεριό η θάλασσα. Το παρδαλό της χρώμα
δίνει της -- μπλαβό εκεί μακριά,
πιο δώθε ανοιχτοπράσινο κι ακόμα δώθε γκρίζο --
κάποια παράξενη θωριά.

Κ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

ΝΥΧΤΑ

Είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή.
Στις μεσονύχτιες στράτες περπατάνε
αποσταμένοι οι έρωτες
κι οι γρίλιες των παράθυρων εστάξανε
τον πόνο που κρατάνε

Στις στέγες εκρεμάστη το φεγγάρι
σκυμμένο προς τα δάκρυα του
κι η μυρωμένη λύπη των τριαντάφυλλων
το δρόμο της θα πάρει

Ολόρθο το φανάρι μας σωπαίνει
χλωμό και μυστηριώδικο
κι η πόρτα του σπιτιού μου είναι σα ν' άνοιξε
και λείψανο να βγαίνει.

Σαρκάζει το κρεβάτι τη χαρά τους
κι αυτοί λέν πως έτριξε·
δε λεν πως το κρεβάτι οραματίζεται
μελλοντικούς θανάτους.

Και κλαίνε οι αμανέδες στις ταβέρνες
τη νύχτα την αστρόφεγγη
που θα' πρεπε η αγάπη ναν την έπινε
και παίζουν οι λατέρνες.

Χυμένες στα ποτήρια καρτερούνε
οι λησμονιές γλυκύτατες·
οι χίμαιρες τώρα θα ειπούν το λόγο τους
και οι άνθρωποι θ' ακούνε

Καθημερνών χαμώνε κοιμητήρι
το πάρκον ανατρίχιασε
την ώρα που νεκρός κάποιος εκίνησε
να πάει στη χλόη να γείρει.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Πλούμιτσα
    Πρόσμενες να με δεις όπως το δέντρο
που κουνιέται από τ' άνθη του!.. Όμως όχι!
Χρειάζεται πολύς ήλιος για ν' ανθίσεις!

           

ANΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ Από την Υψικάμινο

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ  
        
Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ’ αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας.

ANDREAS EMPEIRIKOS Από το μυθιστόρημα Ο Μέγας Ανατολικός (1990-2), Μέρος Α΄ Κεφ. 3

Τα πράγματα που ο Ανδρέας ηγάπα υπεράνω όλων των άλλων, ήσαν κατά σειράν, αι ηδοναί του έρωτος, η ποίησις και τα μεγάλα ταξίδια – όμως, όχι εκείνα που επιτρέπουν, απλώς, την μουσειακήν, τρόπον τινά, διαπίστωσιν και ταξινόμησιν του λεγομένου «εντοπίου χρώματος», αλλά τα επιτρέποντα την προέκτασιν, την προβολήν και την συμμετοχήν εκάστου «Ενός», εκάστου «Εγώ», εκάστου Ατόμου, διά της βιουμένης προσωπικής κατανοήσεως της ολοκληρωτικής ουσίας και της οικουμενικής εννοίας, εις την καθολικότητα και τον πλήρη ρυθμόν του Κόσμου.
Ούτω, με πρώτον μέλημα τον έρωτα και με σύντροφον την ποίησιν – ήτις, εις την βαθυτέραν της υπόστασιν, δεν διαφέρει πολύ από τον ίμερον – ο Ανδρέας Σπερχής, είχε πραγματοποιήσει πολλά ταξίδια εις την Δύσιν και την Ανατολήν, εξ ων, το ανωτέρω ρηθέν, υπήρξε το μεγαλύτερον. Μετά την ατυχή έκβασιν της ερωτικής του περιπετείας εις τας Αθήνας, επιστρέψας εις το Λονδίνον, απεφάσισε να επιβιβασθή επί του «Μεγάλου Ανατολικού», και άμα τη αφίξει του εις τον Νέον Κόσμον, να διασχίση απ’ άκρου εις άκρον τας Ηνωμένας Πολιτείας, τας οποίας δεν είχε ακόμη επισκεφθεί, και, θέτων άλλην μίαν φοράν εις ενέργειαν την περί ταξιδίων θεωρίαν του, να προσπαθήση να λησμονήση την νεάνιδα που έκαμνε την καρδίαν του να αιμάσση.
Ο Έλλην ποιητής, εξερχόμενος από την τελευταίαν φαντασίωσίν του, ησθάνθη προς στιγμήν, αλλά μόνον προς στιγμήν, μίαν παρόρμησιν να μεταβή πάραυτα εις τον θάλαμόν του, διά να δοκιμάση να συνεχίση εκεί ένα ποιητικόν γραπτόν εις πρόζαν, εν κείμενον εντόνως ερωτικόν, αλλ’ άσχετον με την Βεατρίκην, το οποίον είχε αρχίσει εις τας Αθήνας, προτού γνωρίση την ωραίαν κόρην, και του οποίου την τελείωσιν είχε διακόψει η αποτυχούσα περιπέτειά του. Υπακούων εις την στιγμιαίαν εσωτερικήν αυτήν παρώθησιν, ο Σπερχής κατηυθύνθη προς την κλίμακα της γέφυρας διά να κατέλθη. Όμως, πριν θέση τον πόδα του εις την πρώτην βαθμίδα, ενθυμηθείς πόσον μάταιαι υπήρξαν πολλαί παρόμοιαι πρόσφατοι απόπειραί του, εγκατέλειψε την κλίμακα και επανερχόμενος εις την γέφυραν, εξηκολούθησε εκεί τας μελαγχολικάς και αλγολαγνικάς του σκέψεις.