Τετάρτη, 3 Μαρτίου 2010

Στο καφενείο της Ελένης ΥΠΟ ΕΚΔΟΣΗ, ΜΑΤΙ 2010, ΘΕΟΧΑΡΗ ΜΠΙΚΗΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ ΝΥΧΤΕΣ

Στο καφενείο της Ελένης





Στο καφενείο της Ελένης


στη γωνία,


μέτριο ελληνικό στη χόβολη,


με λουκούμι


παγωμένο νερό


και μια εφημερίδα.


Ένα ρεμπέτικο (πρωί –πρωί!)


κι ένα άφιλτρο στριφτό,


ένα τασάκι με την απόδειξη από κάτω,


δυο σβησμένες γόπες.


Δύο νότες


ένα στρουμπουλό τεμπέλικο γατί,


μια πρόστυχη Ρωσίδα βαμμένη, με μίνι γαργαλιστικό (πρωί- πρωί!)


και τρεις βρώμικοι Αλβανοί,


δυο οικοδόμοι με τα μπράτσα έξω και ηλιοκαμένο στέρνο,


ένα παιδί με το δίσκο στο χέρι.


Ο ταχυδρόμος ,


στάση για ένα κρύο νερό,


στο πόδι,


μια φωτογραφία στον τοίχο,


ασπρόμαυρη, με τη γιαγιά και τον παππού.


Τέσσερις συνταξιούχοι και μια τράπουλα,


Ειρωνεύονται το χρόνο που κυλά αργά,


ένα παλιό ραδιόφωνο.


Ζεστές οι χάντρες στο ένα το χέρι, κοιτάς, παρατηρείς,


μετράς


τα λεπτά,


το χρόνο.


Τα λόγια.


Τις σκέψεις.


Ελλάδα του χθες, Ελλάδα του σήμερα…


Του 21ου αιώνα, εικόνες…καθημερινές…


Το ραντεβού ξεχάστηκε…


Όταν θα ΄ρθεις


θα έχω φύγει.


Θα βρεις στο τραπέζι μου


τα ρέστα πουρμπουάρ,


επτά σβησμένα άφιλτρα


και το φλιτζάνι


άδειο, με το κατακάθι της καρδιάς μου...

THE SUITCASE HARRIS BIKIROPOULOS, (THEATRE)

SETTINGS

Autumn in Athens. About 4 in the afternoon. We are inside a room, clothes on the couch and a man rushingly packing his suitcase, a telephone and an agenda, a coat hunger with his wife’s raincoat hanging on it.

NICK, a 40 year old, who decided to abandon his wife and leave home, is packing some personal stuff in his suitcase, he calls his friends to let them know about his decision to leave home for good. While waiting for his wife to announce to her his decision about his sudden leave, he takes the coat hunger with his wife’s raincoat on, puts it in the centre of the room and rehearses the small speech he will deliver to her!

JULIA, the wife, about 32, very smart, comes into the house ‘loaded’ with shopping and a pullover- present for Nick, just before he is about to announce to her his decision and leave.

Athens, 2006. A man, Nick, is packing his suitcase. He has opened the wardrobe and picks his favourite clothes; he throws them on the couch. He tries to stuff them in the suitcase, takes them out, puts them back in, squeezes them, so that they all fit in. He also takes albums with his favourite photos, his string of beads collection. He carries his heavy suitcase close to the door, turns around, checks again in the drawers, the wardrobe, the walls. He takes an expensive collector’s painting off the wall. He doesn’t know where to put it, he hangs it back on the wall. He looks at his watch, sits on his suitcase, with his head in his hands, silent, still.




JULIA: So, where are you heading with your suitcase, honey?



NICK: I’m leaving…


JULIA: Leaving? I wonder how far this suitcase is going.


NICK: I wonder how I am going to carry this …. Suitcase!


JULIA: And where to, with the best of our wishes?