Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

21 ΜΑΡΤΙΟΥ, ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ




Ο ΚΗΠΟΣ ΜΕ ΤΑ ΡΟΜΠΟΛΑ -ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΜΠΙΚΗΡΟΠΟΥΛΟΣ, 2003

H σύγκρουση της ευτυχίας



Θέλω κάτι να ταράξει

την ύπουλη γαλήνη και ηρεμία

που χρόνια αποζητούσα

Θέλω κάτι να τρομάξει

Τη χάρτινη ευτυχία που ζωγραφίζω

μέσα στο περιθώριο της ζωής

Θέλω κάτι να αναστατώσει

την ύπαρξη μου σύγκορμα

αρχίζοντας από τις αισθήσεις

Θέλω κάτι που να προκαλέσει

την αγωνία της αβεβαιότητας

της κατάκτησης και του αποτελέσματος

Θέλω μ’άλλα λόγια να προσπεράσω το παρόν μου

αγνοώντας τις συνέπειες στο μέλλον

ζώντας κάτι από τις συγκινήσεις του παρελθόντος

Θέλω ,αλλά δεν ξέρω γιατί το θέλω

να απορροφηθούν οι σκέψεις μου

στις αγωνίες του έρωτα στη μυθική του υπόσταση

Θέλω αλλά δεν ξέρω αν αυτή η ονειροπόλα

διείσδυση στα άδυτα του ευτυχισμένου παρελθόντος

συγκρουστεί με την σίγουρη ευτυχία που βιώνω….

Θέλω αλλά δεν ξέρω γιατί θέλω

να παλέψουν μέσα μου

οι κορμοί της οντότητας μου,

στην αρένα του μυαλού μου

Θέλω τη μάχη και την πάλη

αλλά δεν ξέρω αν μπορώ να μαζέψω τα συντρίμμια

μιας τέτοιας σύγκρουσης…

Θέλω κι όλα αυτά τα θέλω

μέσα από τον έρωτα

γιατί αυτός κρατάει στα χέρια του τις συγκινήσεις

Θέλω να συγκρουστώ με τον ίδιο

Τον Έρωτα.

…κι ας με νικήσει

 
 
ΔΕΣΜΑ








Τα γόνατά σου λυγίζουν στο

αδυσώπητο βάρος

του πρέπει

του…θέλουν

του θέλει

του δε θέλω

του περίμενε

του θα δούμε

του ,άλλη μια ευκαιρία

του, άλλη μια υπομονή

του ,άλλη μια μέρα

του …

Πότε θα ξαναεπαναστατήσω

με τόσες αιτίες;

Τα γόνατά σου ματώνουν στο

αδυσώπητο βάρος

της δειλίας σου…


 
 
 
 
 







Η λάθος πορεία σου



Κίνδυνος .Ποιος είναι ο κίνδυνος ;

Ονομάστε τον

Μάτια που κουβαλούν τον έρωτα

στο χρώμα της ξεφτισμένης ηδονής

Προετοιμασία να πεθάνουν οι στιγμές

να δυναμώσει το δένδρο της μνήμης…

Χρόνια είχα να κοιταχτώ

στο δικό τους καθρέπτη.

Ποιος είναι ο κίνδυνος ;

Δεν έχει χέρια;

Δεν έχει κορμί

Έχω ξεχάσει πως κόβουν τα λουλούδια

πως ξαπλώνουν στο υγρό χώμα

πως αντικρίζουν τη θάλασσα

Ποιος είναι ο κίνδυνος;

-σηκώνω κάθε μέρα

την ίδια μαύρη πέτρα …

και πάλι από την αρχή,

στην ίδια πάλη

η δύναμη με τα στοιχειά της φύσης

ένα μηδέν

ανάμεσα στο πριν και το μετά .


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Χωρίς Ιθάκη




Αν η εκδίκησή σου

προσφέρει στο αλλοπρόσαλλο Εγώ σου

την απόλυτη ικανοποίηση της Κίρκης

θα τρέξω στις Σειρήνες της

Ζωής μου

χωρίς επιστροφή.

Θα σ’εκδικηθώ

αναβάλλοντας το ταξίδι στην Ιθάκη

της γαλήνης μου

κι εσύ θα αναζητάς

τη λήθη στο νησί των Λωτοφάγων

Μόνη

χαμένη στα υπόγεια ρεύματα του μίσους

που σε παρασύρει.






 
 
 
 

Χαίρε χρόνε



Ο χρόνος κάτι καθόλου

μια ζωή

σκοτάδι και φως

τα ίδια βήματα

Ίχνη του Ιησού

στην άμμο

Αντιθέσεις πάνω –κάτω

Φτιαγμένος απ’το τίποτα

για όλα

όλοι μας ίδιοι

και ανόμοιοι

Σα φως στο σκοτάδι.


 
 




Χορός



Φιγούρα θελκτική, αέρινη νεράιδα, θαρρείς απόκοσμη,

μελαχρινή ψιλή,

λυγερή καλλονή,

μεγάλαυχος ο χορός σου,

χορεύεις -κορυφαία του χορού,

αρχαίας τραγωδίας,

ανατολίτικα χορικά,

αγγίζεις με την αύρα σου τα εξημμένα πάθη,

στο χαμαιτυπείο της πολυανδρίας,

με μάτια κλειστά, βλέπεις τους εξιδρωματικούς πόθους μες στο σκοτάδι,

χαμόγελο στα ηδονόχαρα χείλη,

περιπαιχτικό,

κορμί πολυπόθητο, εκφραστικό και μεγαλόπρεπο,

σιωπηλή φιγούρα

ανθισμένη αμυγδαλιά

στου χειμώνα το κρύο,

ζεστή ελπίδα,

πιο ζεστή από το κόκκινο κρασί και από τη φλόγα στο δαδί,

τα άνθη σου, μηνύματα ερωτικά,

με προσήνεια καλοδεχούμενα, μόνη γητεύτρα,

τη νύχτα περικοσμείς, στο χοροστάσι του γλεντιού,

αλησμόνητη, σα μέγκενη τον πόθο, θα σμιλεύεις,

σε κάθε όνειρο θα μείνεις,

και στ΄ όνειρο

θα αντρώνεται ξανά το κάθε παλικάρι.

Αφιερωμένη στον Νίκο Καββαδία η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης 2010


Σε έναν από τους πιο γνωστούς και εμπνευσμένους Έλληνες ποιητές του 20ού αιώνα, στον Νίκο Καββαδία, αφιερώνει φέτος το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, τιμώντας τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του.

Η καθιερωμένη καμπάνια ποίησης που διοργανώνει κάθε χρόνο το ΕΚΕΒΙ θα περιλαμβάνει εικονογραφημένους στίχους του Καββαδία που θα προβάλλονται κατά τη διάρκεια της χρονιάς στις οθόνες στις αποβάθρες του ΜΕΤΡΟ, αλλά και μέσα στα οχήματα του ΤΡΑΜ.

Από τις 21 Μαρτίου, ημέρα που γιορτάζεται παγκοσμίως η ποίηση, θα ταξιδεύουν στην πόλη οι στίχοι του ποιητή που έπλασε το μυθικό του alter ego ως περιπλανώμενου ποιητή των θαλασσών εισάγοντας στο έργο του στοιχεία κοσμοπολιτισμού και εξωτισμού. Η καμπάνια ποίησης του ΕΚΕΒΙ, που επαναλαμβάνεται με μεγάλη επιτυχία από το 2005 στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, συναντά κάθε Άνοιξη το κοινό δίνοντας μια ποιητική διάσταση στις καθημερινές του μετακινήσεις. Η επιτυχία, μάλιστα, της περσινής καμπάνιας αφιερωμένης στον Γιάννη Ρίτσο, προέτρεψε στη συνέχιση της μέχρι το τέλος της χρονιάς.
Ο εορτασμός πραγματοποιείται στο πλαίσιο του ετήσιου αφιερώματος που οργανώνει το ΕΚΕΒΙ τιμώντας τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Νίκο Καββαδία (1910-1975). Βιωματικός στην ποίηση, αλλά και στον πεζό του λόγο, ο «Κόλιας», όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι του, διαβάστηκε και αγαπήθηκε από το ευρύ αναγνωστικό κοινό, ενέπνευσε τον κινηματογράφο, τη μουσική, τις εικαστικές τέχνες και συνεχίζει μέχρι σήμερα να αποτελεί σημείο αναφοράς των λογοτεχνικών μας αναζητήσεων.

♦ διαδικτυακός ιστότοπος kavvadias.ekebi.gr

Ο ηλεκτρονικός κόμβος του ΕΚΕΒΙ θα φιλοξενήσει, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, ιστότοπο αφιερωμένο στον Νίκο Καββαδία που περιλαμβάνει χρονολόγιο, εργογραφία, βιβλιογραφία και επιλογή κριτικών, δίνοντας μια πλήρη παρουσίαση του έργου ενός ποιητή της «γενιάς του ‘30» που ακροβάτησε μέσα από τους στίχους αλλά και τα πεζά του στα όρια του υπερρεαλισμού, πάντα όμως στο πλαίσιο της παραδοσιακής στιχουργικής φόρμας και ρυθμικής τεχνικής.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το ΕΚΕΒΙ, συνεχίζοντας το πρόγραμμα δημιουργίας ειδικών ιστοτόπων για τους Έλληνες λογοτέχνες που έχει τιμήσει με επετειακά αφιερώματα από το 2000 μέχρι και σήμερα, μετά τον Καραγάτση, τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη και τον Γιάννη Ρίτσο ολοκληρώνει και παρουσιάζει τις σελίδες για τους Κωστή Παλαμά, Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Γρηγόριο Ξενόπουλο, Άγγελο Σικελιανό, Γιώργο Θεοτοκά και Νίκο Εγγονόπουλο.





ΟΙ ΕΠΤΑ ΝΑΝΟΙ ΣΤΟ S/S CYRENIA




Στην Έλγκα



Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μη το ζορίζεις.

Μάτσο χωράνε σε κούφιαν απαλάμη.

Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.

Ο πιο μικρός αχολογάει μ' ένα καλάμι.



Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.

Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.

Μ' ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια

κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίττες ζυμώνει.



Απ' το ποδόσταμο πηδάν ως τη γαλέτα.

- Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατίρι;

Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα

ποιος ρήγας γιος θε να την πιει σ' ένα ποτήρι.



Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,

κατάφερε το σταυρωτό του Νότου αστέρι

σωρός να πέσει, να σκορπίσει στα σπιράγια,

και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.



Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,

τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.

Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;

Ρουθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουν οι διακόσιοι;



Κουφός ο Σάλαχ, το κατάστρωμα σαρώνει.

- Μ' ένα ξυστρί καθάρισέ με από τη μοράβια.

Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.

- Γιε μου, που πας; - Μάνα, θα πάω με τα καράβια.



Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.

Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.

Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι...

Ο πιο στερνός μ’ ένα αυλό με νανουρίζει.



Colombo 1951

ΠΑΓΩΝΙ....

BORA BORA...!

ΜΠΡΕΧΤ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ  
      ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Δεν είμαι άδικος, μα ούτε και τολμηρός.
Και να που, σήμερα. μου δείξανε τον κόσμο τους.
Μόνο το ματωμένο δάχτυλό τους είδα μπρός.
Και είπα ευθύς: "Μ' αρέσει ο νόμος τους".
Τον κόσμο αντίκρυσα μεσ' απ' τα ρόπαλά τους.
Στάθηκα κι είδα, ολημερίς, με προσοχή.
Είδα χασάπηδες που ήταν ξεφτέρια στη δουλειά τους.
Και σαν με ρώτησαν "Σε διασκεδάζει;", είπα:"Πολύ!"
Κι απο την ώρα εκείνη, λέω "Ναι" σε όλα.
Κάλλιο δειλός, παρά νεκρός να μείνω.
Για να μη με τυλίξουνε σε καμμιά κόλλα,
ό,τι κανένας δεν εγκρίνει, το εγκρίνω.
Φονιάδες είδα, κι είδα πλήθος θύματα.
Μου λείπει θάρρος, μα όχι και συμπόνια.
Και φώναξα, βλέποντας τόσα μνήματα:
"Καλά τους κάνουν- για του έθνους την ομόνοια!"
Να φτάνουν είδα δολοφόνων στρατιές
κι ήθελα να φωνάξω:"Σταματήστε!"
Μα ξέροντας πως κρυφοκοίταζε ο χαφιές,
μ' άκουσα να φωνάζω:"Ζήτω! Προχωρήστε!"
Δεν μου αρέσει η φτήνεια κι η κακομοιριά.
Γι' αυτό κι έχει στερέψει η έμπνευσή μου.
Αλλά στου βρώμικού σας κόσμου τη βρωμιά
ταιριάζει, βέβαια- το ξέρω- κι η έγκρισή μου.
  

Η μετάφραση ανήκει στον Μάριο Πλωρίτη απο το βιβλίο"Ποιήματα''






Αυτό θέλω να τους πω

 

Αναρωτιέμαι: γιατί να συζητάω μαζί τους;

ψωνίζουνε τη γνώση για να την πουλήσουν.

θέλουν να μάθουνε πού υπάρχει γνώση φτηνή

που να μπορούνε ακριβά να την πουλήσουν. Γιατί

να ενδιαφερθούνε να γνωρίσουν ό,τι

ενάντια στην αγοραπωλησία μιλάει;

 

Θέλουνε να νικήσουν.

Στη νίκη ενάντια τίποτα δε θέλουνε να ξέρουν.

Δε Θέλουνε άλλοι να τους καταπιέζουν,

Θέλουνε να καταπιέζουνε οι ίδιοι.

Δε θέλουνε την πρόοδο.

Θέλουνε την υπεροχή.

 

Πειθαρχούνε σ' όποιον

τους υπόσχεται πως θα μπορούνε να διατάζουν.

Θυσιάζονται

για να μπορέσει να μείνει όρθιος ο βωμός της θυσίας.

 

Τι να τους πω, σκέφτηκα. Αυτό

θέλω να τους πω, αποφάσισα.




Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ
 
Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ,
όπως εκείνο το δείλι που σε άφησα
με κατάπιε το βαθυγάλαζο δάσος,
ψυχή μου,
που πάνω του, στα δυτικά,
κρέμονταν κιόλας
χλωμά τα άστρα.
 
Γέλασα αρκετά,
καρδιά μου,
γιατί συγκρούστηκα παίζοντας
με το σκυθρωπό πεπρωμένο
την ίδια ώρα
μέσα στο γαλανό δείλι του δάσους
αργοσβήναν κιόλας πίσω μου τα πρόσωπα.
 
Εκείνο το μοναδικό σούρουπο
όλα ήταν τόσο γλυκά
όσο δεν ήταν ποτέ ξανά να γίνουν
αλλά αυτό που μου απόμεινε είναι
μόνο πουλιά μεγάλα
που το δείλι
πετούν πεινασμένα στον
σκοτεινιασμένο ουρανό



Εγκώμιο στη μάθηση
 
Μάθαινε και τ' απλούστερα! Γι' αυτούς
που ο καιρός τους ήρθε
ποτέ δεν είναι πολύ αργά!
Μάθαινε το αβγ, δε σε φτάνει, μα συ
να το μαθαίνεις! Μη σου κακοφανεί!
Ξεκίνα! Πρέπει όλα να τα ξέρεις!
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.
 
Μάθαινε, άνθρωπε στο άσυλο!
Μάθαινε, άνθρωπε στη φυλακή!
Μάθαινε, γυναίκα στην κουζίνα!
Μάθαινε, εξηντάχρονε!
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.
Ψάξε για σχολείο, άστεγε!
Προμηθεύσου γνώση, παγωμένε!
Πεινασμένε, άρπαξε το βιβλίο: είν' ένα όπλο.
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.
 
Μην ντρέπεσαι να ρωτήσεις, Σύντροφε!
Μην αφεθείς να πείθεσαι
μάθε να βλέπεις συ ο ίδιος!
Ό,τι δεν ξέρεις ο ίδιος
καθόλου δεν το ξέρεις.
Έλεγξε το λογαριασμό
εσύ Θα τον πληρώσεις.
Ψάξε με τα δάχτυλα κάθε σημάδι
Ρώτα: πώς βρέθηκε αυτό εδώ.
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.

Ο ΜΠΡΕΧΤ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ

Πρώτιστος στόχος της ποίησής του στα προπολεμικά και στα πολεμικά χρόνια ήταν η αποκάλυψη του καπιταλισμού και ιμπεριαλισμού και η ταξική αφύπνιση, συνειδητοποίηση και ενεργοποίηση της εργατικής τάξης και όλων των λαϊκών στρωμάτων, είτε με συλλογές (με πρώτες το «Συναξάρι του Μπέρτολντ Μπρεχτ» και το «Αναγνωστικό για τους κατοίκους των πόλεων», 1927), είτε με μεμονωμένα ποιήματα:

«Το άδικο προχωράει σήμερα με βήμα όλο σιγουριά./ Οι καταπιεστές προετοιμάζονται για δεκάδες χιλιάδες χρόνια./ (...) Καμιά φωνή δεν αντηχεί έξω από τη φωνή των κυριάρχων/ Μα κι από τους καταπιεσμένους λένε τώρα πολλοί:/ Αυτό που θέλουμε, ποτέ δεν πρόκειται να γίνει./ Οποιος ακόμα ζει, δε λέει: Ποτέ!/ Οταν πουν ό,τι είχανε οι κυρίαρχοι να πούνε/ Θα μιλήσουνε οι κυριαρχούμενοι./ Ποιος φταίει σαν η καταπίεση παραμένει; Εμείς./ Ποιος φταίει σαν η καταπίεση συντριβεί; Εμείς πάλι./ Οποιος γονατισμένος είναι, όρθιος να σηκωθεί!/ Οποιος χαμένος είναι, να παλέψει!/ Γιατί οι νικημένοι του σήμερα είναι οι νικητές του αύριο (...)». («Εγκώμιο στη διαλεκτική», μετάφραση Νάντια Βαλαβάνη).

Στο ποίημα «Εγκώμιο για τον κομμουνισμό» λέει: «Οι εκμεταλλευτές έγκλημα τον ονοματίζουν./ Αλλά εμείς ξέρουμε:/ Είναι το τέλος κάθε εγκλήματος./ Δεν είναι η παραφροσύνη, μα/ Το τέλος της παραφροσύνης./ Δεν είναι το χάος. Μα η τάξη./ Είναι το απλό/ Που είναι δύσκολο να γίνει» (μετάφραση Ν. Βαλαβάνη).

«ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΨΗΛΑ/ θεωρούνε ταπεινό να μιλάς για το φαΐ./ Ο λόγος; έχουνε/ κιόλας φάει./ (...) Αν δε νοιαστούν οι ταπεινοί/ γι' αυτό που είναι ταπεινό/ ποτέ δεν θα υψωθούν./ (...)ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΑΡΠΑΝΕ ΤΟ ΦΑΪ ΑΠ' ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ/ κηρύχνουν τη λιτότητα./ Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσίματα/ ζητάν θυσίες./ Οι χορτάτοι μιλάν στους πεινασμένους/ για τις μεγάλες εποχές που θά 'ρθουν./ (...) ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΨΗΛΑ ΛΕΝΕ: ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ/ είναι δυο πράγματα ολότελα διαφορετικά./ Ομως η ειρήνη τους κι ο πόλεμός τους/ μοιάζουν όπως ο άνεμος κι η θύελλα./ Ο πόλεμος γεννιέται απ' την ειρήνη τους/ καθώς ο γιος από τη μάνα./ Εχει τα δικά της/ απαίσια χαρακτηριστικά./ Ο πόλεμός τους σκοτώνει/ ό,τι άφησε όρθιο/ η ειρήνη τους» («Γερμανικό Εγχειρίδιο Πολέμου», μετάφραση Μάριος Πλωρίτης).

Ιδιος ο στόχος και της ποίησής του στα χρόνια της εξορίας στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, όπου υπήρξε θύμα του μακαρθισμού («Από τους καρχαρίες γλίτωσα/ τις τίγρεις τις εσκότωσα/ και με καταβροχθίσαν/ οι κοριοί», μετάφραση Μ. Πλωρίτης.)

ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ

Το Πνευματικό Εμβατήριο δημοσιεύτηκε στο 3ο τεύχος του περιοδικού «Ελεύθερα Γράμματα», στις 19.5.1945. Συνοδεύεται από σημείωμα του ποιητή, που λέει: «Είχα μόλις απαντήσει στην προχθεσινή συνέντευξη, όταν αυτή η ίδια μώγινε άξαφνα αφορμή για τη μετάβασή μου, πάνω στο ίδιο θέμα, στην ολοκληρωμένη μορφή του Ποιητικού Λόγου που δίνω παρακάτου». Πράγματι, στο πρώτο τεύχος του περιοδικού είχε δημοσιευτεί συνέντευξη με τον Σικελιανό με θέμα την «πνευματική Ελλάδα εμπρός στο δράμα της Κατοχής».

Στο Διαδίκτυο κυκλοφορεί το ποίημα, αλλά σε κείμενο που φαίνεται να βασίζεται στη μελοποίηση Θεοδωράκη, που παραλείπει μερικές λέξεις σε σχέση με τη μορφή που βρήκα στο περιοδικό. Επίσης, το κείμενο που κυκλοφορεί έχει ευπρεπιστεί γλωσσικά σε μερικά σημεία· ο Σικελιανός έγραφε «σκέψες, πνέμμα, η άμπελο», όχι «σκέψεις, πνεύμα, η άμπελος» της σημερινής, μετά την ήττα, δημοτικής. Διόρθωσα σε μερικά σημεία την ορθογραφία (π.χ. το φωτογόνι το έκανα φωτογώνι).


ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ

Σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι
(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)
στο φωτογώνι της καινούργιας Λευτεριάς Σου Ελλάδα,

μου αναλαμπάδιασε άξαφνα η ψυχή, σα να ’ταν 
όλο χαλκός το διάστημα, ή ως να ’χα 
τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου
όπου χρόνια,
για την Αιωνιότη εχάλκευε τους λογισμούς του
και τους κρεμνούσε ως άρματα 
στης Έφεσος το Ναό·
γιγάντιες σκέψες
σα νέφη πύρινα ή νησιά πορφυρωμένα
σε μυθικόν ηλιοβασίλεμα
άναβαν στο νου μου,
τι όλη μου καίγονταν μονομιά  η ζωή
στην έγνια της καινούργιας Λευτεριάς σου Ελλάδα!

Γι’ αυτό δεν είπα: 
Τούτο είναι το φως της νεκρικής πυράς μου.
Δαυλός της Ιστορίας Σου, έκραξα, είμαι,
και να, ας καεί σα δάδα το έρμο μου κουφάρι,
καταβολάδα του Εμπυραίου,
με την δάδα τούτην, 
ορθός πορεύοντας ως με την ύστερη ώρα, 
όλες να φέξουν τέλος, τις γωνιές της Οικουμένης
ν’ ανοίξω δρόμο στην ψυχή, στο πνέμμα, στο κορμί Σου, Ελλάδα!

Είπα κι εβάδισα 
κρατώντας τ’ αναμμένο μου συκώτι
στο Καύκασό Σου
και το κάθε πάτημά μου
ήταν το πρώτο, κι ήταν, θάρρευα, το τελευταίο
τι το γυμνό μου πόδι επάτει μέσα στα αίματά Σου
τι το γυμνό μου πόδι εσκόνταβε στα πτώματά Σου
γιατί το σώμα, η όψη μου, όλο μου το πνέμμα
καθρεφτιζόταν σα σε λίμνη, μέσα στα αίματά Σου.

Εκεί, σε τέτοιον άλικο καθρέφτη, Ελλάδα,
καθρέφτη απύθμενο, καθρέφτη της αβύσσου
της Λευτεριά Σου και της δίψας Σου, είδα τον εαυτό μου
βαρύ από κοκκινόχωμα πηλό πλασμένο, 
καινούργιο Αδάμ της πιο καινούριας πλάσης 
όπου να πλάσουμε για Σένα μέλλει, Ελλάδα!

Κ’ είπα: 
Το ξέρω, ναι, το ξέρω, που κ’ οι θεοί Σου 
οι Ολύμπιοι, χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο, 
γιατί τους θάψαμε βαθιά-βαθιά να μην τους βρουν οι ξένοι. 
Και το θεμέλιο διπλοστέριωσε, κι ετριπλοστέριωσε όλο, 
μ’ όσα οι οχτροί μας κόκαλα σωριάσανε από πάνω. 
Κι ακόμη ξέρω, πως για τις σπονδές και το τάμα 
του νέου Ναού π’ ονειρευτήκαμε για Σένα Ελλάδα,
μέρες και νύχτες, τόσα αδέλφια σφάχτηκαν ανάμεσό τους
όσα δε σφάχτηκαν αρνιά ποτέ για Πάσχα!

Μοίρα· κ’ η μοίρα Σου ως τα τρίσβαθα δική μου!
Κι απ’ την Αγάπη, απ’ τη μεγάλη δημιουργόν Αγάπη,
να που η ψυχή μου εσκλήρυνεν, εσκλήρυνε και μπαίνει
ακέρια πια μέσα στη λάσπη και μες στο αίμα Σου να πλάσει 
τη νέα καρδιά που χρειάζεται στο νιο Σου αγώνα Ελλάδα!
Τη νέα καρδιά που κιόλας έκλεισα μέσα στα στήθη,
και κράζω σήμερα μ’ αυτή προς τους Συντρόφους όλους:

«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα,
ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!
Tι ιδέτε, εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη,
κι ά, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μες στο αίμα!
Ομπρός παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος,
σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,
σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα.
Δέστε, ακουμπάμε απάνω του ομοαίματοι αδερφοί του!
Ομπρός, αδέρφια, και μας έζωσε με τη φωτιά του
ομπρός, ομπρός κ’ η φλόγα του μας τύλιξε, αδερφοί μου!»

"Ομπρός, οι δημιουργοί... Την αχθοφόρα ορμή Σας
στυλώστε με κεφάλια και με πόδια, μη βουλιάξει ο ήλιος!
Βοηθάτε με και μένανε αδερφοί, να μη βουλιάξω αντάμα!
Τι πια είν’ απάνω μου και μέσα μου και γύρα
τι πια γυρίζω σ’ έναν άγιον ίλιγγο μαζί του!
Χίλια καπούλια ταύροι τού κρατάν τη βάση
δικέφαλος αητός κι απάνω μου τινάζει
τις φτέρουγές του και βογγάει ο σάλαγός του
στην κεφαλή μου πλάι και μέσα στη ψυχή μου
και το μακρά και το σιμά για με πια είν' ένα!
Πρωτάκουστες, βαριές με ζώνουν Αρμονίες! Ομπρός συντρόφοι
βοηθάτε να σηκωθεί, να γίνει ο ήλιος Πνέμμα!

Σιμώνει ο νέος ο Λόγος π’ όλα θα τα βάψει
στη νέα του φλόγα, νου και σώμα, ατόφιο ατσάλι.
Η γη μας αρκετά λιπάστηκε από σάρκα ανθρώπου!
Παχιά και καρπερά, να μην αφήσουμε τα χώματά μας
να ξεραθούν απ’ το βαθύ τούτο λουτρό του αιμάτου
πιο πλούσιο, πιο βαθύ κι απ’ όποιο πρωτοβρόχι!
Αύριο να βγει ο καθένας μας με δώδεκα ζευγάρια βόδια,
τη γην αυτή να οργώσει την αιματοποτισμένη.
Ν’ ανθίσει η δάφνη απάνω της και δέντρο της ζωής να γένει,
και η Άμπελό μας ν’ απλωθεί ως τα πέρατα της Οικουμένης.

Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος.
Σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,
σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα,
σπρώχτε με χέρια και κεφάλια, για ν’ αστράψει ο ήλιος Πνέμμα!»

Έτσι σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι
(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)
στο φωτογόνι της καινούριας λευτεριάς Σου, Ελλάδα, 

αναψυχώθηκε άξαφνα τρανή η κραυγή μου, ως να ’ταν
όλο χαλκός το διάστημα, ή ως να ’χα
τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου, όπου, χρόνια
για την Αιωνιότη εχάλκευε τους στοχασμούς του
και τους κρεμνούσε ως άρματα
στης Έφεσος το ναό, ως σας έκραζα, συντρόφοι!


..............................................................................................................

“Ακούστε, ακούστε με! Αν ετρέμανε
στην κούνια τα βυζασταρούδια,
εμένα με νανούρισαν,
των αντρειωμένων τα τραγούδια.
Εμέ, λεχώνα η μάνα μου,
στην μπόρα τη μαρτιάτικη
που ‘χε τα ουράνια ανοίξει,
εσκώθη και με πήρε στην αγκάλη της
τον πρώτο κεραυνό για να μου δείξει!
Μάνα φωτιά με βύζαξες
κ’ είναι η καρδιά μου αστέρι;” “Αλαφροΐσκιωτος”
Άγγελος Σικελιανός

ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ

θέμα: Ερωτήσεις από το βίντεο της Φιλοσ. Θεώρησης του Θανάτου

Είμαι στη διάθεσή σας για να πούμε τις ερωτήσεις.

- Θα ήθελα Κύριε Καθηγητά να σας ρωτήσω κατά πόσο η προσωπική μας σχέση με το θάνατο επηρεάζει και την ερωτική μας ζωή.
- Ά! Ωραίο ερώτημα! Το είπαμε αυτό ότι ... λένε σήμερα κάτι μοντέλες και κάτι ζαρζαβατικά, τον θέλω Λατίνο εραστή. Λατίνος εραστής εντάξει διότι ξέρουμε Μεσσαλίνες και Μάρκο Αντώνιο και Κλεοπάτρες και Αγριπίνα τη νεώτερη και τί έντονη ερωτική ζωή που είχαν οι Ρωμαίοι. Εκείνο που δεν ξέρουμε και βέβαια είναι ανίδεοι όλοι αυτοί που το λένε είναι ότι όλοι αυτοί οι μεγάλοι εραστές, πράγματι οι Λατίνοι, οι πατρίκιοι, κι άλλα ονόματα, ο Κάσιος, ο Βρούτος, ο Κάτων ο Ουτικανός, άχ δεν έχω μία εικόνα του εδώ, θα τη δούμε όμως, ο Μάρκος Αντώνιος, αυτά τα εγγόνια του Οκταβιανού Αυγούστου ύστερα ως την εποχή των.. στους Αντωνίους και λοιπά ήτανε μεγάλοι εραστές διότι ακριβώς ζούσαν μέσα τους συνεχώς και παράλληλα και με την ίδια ένταση το βίωμα του θανάτου. Και οι γυναίκες. Γι' αυτό ακριβώς, όλοι αυτοί, σχεδόν όλοι δηλαδή, αυτοκτονήσανε. Το Ρωμαϊκό ξίφος, ο θάνατος του Ρωμαίου ευπατρίδη. Όλοι, από τον Μάρκο Αντώνιο, τήν κλασική περίπτωση που την έκανε τραγωδία ο Σαίξπηρ με την Κλεοπάτρα που ξέρουμε ...
Λοιπόν... δηλαδή η ερωτική μας ένταση όταν της αφαιρέσεις το στοιχείο του κινδύνου, της απειλής, της καταστροφής, με ακραία μορφή το θάνατο, είναι μισή, είναι αφύσικο, είναι ένα φαινόμενο που κάπου καταντάει πιά πλαδαρό. Γι'αυτό ακριβώς και σήμερα με την ερωτική ελευθεριότητα, με το ότι ξεφεύγουμε τους κινδύνους, βρίσκουμε λύσεις εναλλακτικές και τα λοιπά, έχουμε καταντήσει και λέμε τα κορίτσια μας, τρυφερά πλάσματα, αλάβαστρα, είκοσι - είκοσι πέντε χρονών τις λέμε φλωρίνες
και τα αγόρια τα λέμε φλώρους.
Δεν ξέρουν να ερωτευθούν. Είναι άρρηκτα δεμένο το πρόβλημα έρωτας και θάνατος στην ερωτική μας βίωση.

- Υπάρχει ζωή μετά το θάνατο; Ποιές είναι οι θέσεις της φιλοσοφίας για το θέμα αυτό ;
- Ωχ! Τώρα θέτετε ένα ερώτημα πολύ ευαίσθητο, πάρα πολύ σοβαρό και πολύ μεγάλο γι'αυτό θά έπρεπε ενδεχομένως να γίνει ολόκληρη διάλεξη. Λέμε όμως πολύ απλά:
Βεβαίως υπάρχει ζωή μετά θάνατο. Αλλά πιά ζωή; Οι Έλληνες μας είπαν ότι ο άνθρωπος καθώς πεθαίνει εξαφανίζεται, χάνεται. Ο Όμηρος παραδείγματος χάριν, μας λέει στη Ραψωδία Ζ' της Ιλιάδας, θυμάμαι πρόχειρα, σε μιά στιχομυθία ανάμεσα σε δύο ήρωες, στον Αντίλοχο το γιό του Νέστορα και έναν... το Γλαύκο, έναν Τρώα, που συναντιούνται και βρίσκονται αδερφοποιτοί. Λέει τον περίφημο στίχο
"οίη περ φύλλων γενεή, τοίη δε και ανδρών"
εμείς οι άνθρωποι δηλαδή είμαστε όμοιοι με τις γενιές των φύλλων.
Βλέπεις ένα φύλλο στο δέντρο, μεγαλώνει, πρασινίζει, λάμπει, λαμποκοπάει, έρχεται το φθινόπωρο, μαραγκιάζει, συρρικνώνεται, μαραίνεται, πέφτει,το παίρνει η βροχή και η λάσπη, εξαφανίζεται. Τέτοιοι είμαστε εμείς, οι άνθρωποι. Σαν τις γενιές των φύλλων. Καμία παρηγοριά, φιλοσοφικά. Το ίδιο πράγμα θα μας πει ο Πίνδαρος στον περίφημο όγδοο Πυθιώνικο αν θυμάμαι καλά, που λέει εκείνους τους δύο φοβερούς στίχους: επάμεροι · εφήμεροι είμαστε, εφήμεροι, πρόσκαιροι
τι δε τις; τι δ' ου τις; σκιάς όναρ άνθρωπος
Τι είμαστε; Τι δεν είμαστε; Είμαστε στο βαθμό που δεν είμαστε, αύριο δε θά'μαστε. Σκιάς όναρ, όνειρο σκιάς είναι ο άνθρωπος, ούτε καν όνειρο, ούτε καν σκιά. Όνειρο σκιάς. Ο Σοφοκλής μας μιλάει για ...
όπως σας είπα, αφήνουμε τον Επίκουρο που είναι εντελώς σαφής...
Θα ήθελα όμως να σας πω ότι υπάρχει ζωή μιά μετά θάνατο, η ακόλουθη:
εκείνο που μένει όταν θα πεθάνουμε είναι η καλή μνήμη που αφήνουμε στους ανθρώπους. Είναι δηλαδή, είναι αυτό που το λέμε διαφορετικά στη φιλοσοφία ενδοκοσμική αθανασία. Δηλαδή. Τι σημαίνει αυτό. Υπάρχουν άνθρωποι που πεθάνανε και τους ξέρουμε, τους μνημονεύουμε, τους μελετάμε, τους θαυμάζουμε.. Ο Παστέρ, ο Φλέμινγκ, αναφέρω.. χιλιάδες άνθρωποι που προσέφεραν, ευεργέτησαν τον άνθρωπο και τα λοιπά. Από εδώ ξεκινάει η περίφημη εκείνη .....του λαού μας που δεν το έχουμε φιλοσοφήσει. Λέει: τον πλούτον εμίσησαν πολλοί, την δόξαν ουδείς. Τι θα πει αυτό; Έχω ένα κλασικό παράδειγμα μπροστά μου. Έχω την Κυρία Γουλανδρή, τη γλυκειά μας πρώτη Κυρία της Ευρώπης. Είναι ένας άνθρωπος πλούσιος αλλά όλη της η δραστηριότητα είναι να αφήσει ένα έργο που να μείνει για να ευεργετεί τους ανθρώπους και για να μείνει και στις επόμενες γενεές. Μ' αυτή την έννοια, η γκάια που μας κτίζει, γκάια τη λέω εγώ, μιξοβάρβαρα ελληνικά, ερασμιακά, γαία τη λέει αυτή, αυτό το υπέροχο μέγαρο που χτίζει στην Κηφισιά που δεν έχω καμία αμφιβολία ότι για τις μελλοντικές γενιές των Ελλήνων θα είναι πολύ πιό χρήσιμο από το Μέγαρο της Μουσικής, και παρακαλώ να μη σας σκανδαλίσω γιατί γνωρίζω τον Λουδοβίκο Μπετόβεν και τη Σονάτα, τη Σονάτα, την Ενάτη Σονάτα για βιολί και πιάνο... Αυτή η γκάϊα τι είναι; Ο βαθύτερος πόθος της να ζήσει αγαθή η μνήμη της όσο γίνεται. Λέμε Καραϊσκάκης και δακρύζουμε, είπε ο Κύριος Διοικητής, λέμε Μάρκος Μπότσαρης και δακρύζουμε, η μνήμη που μένει. Αυτό το παράδειγμα αρχετυπικά μας το δώσανε οι Έλληνες, αυτό μόνο, και τελειώνω, με την περίφημη ραψωδία της Οδύσσειας, την Κ' , την Κυκλώπεια. Τι μας λέει αυτή η ραψωδία; Ο Οδυσσέας με τους συντρόφους βρίσκεται στα στενά. Τον αρπάζει ένας κύκλωπας, τον εγκλωβίζει μέσα σε μιά σπηλιά και αρχίζει μετά εκεί το μεγάλο μακελειό. Τη μιά βραδιά τρώει δύο, την άλλη άλλους δύο, την άλλη άλλους δύο, κοιτάει και ο Οδυσσέας τρέμοντας ... πού το βρήκαν αυτό το τέρας ; Οπότε τον βλέπει ο Κύκλωπας και του λέει : Εσύ μ' αρέσεις, είσαι και τσιρβελής. Το μάτι σου είναι τσακίρικο, πως σε λένε; Θα σε φάω τελευταίο. Πώς σε λένε; Λέει ο Οδυσσέας: Ούτιν με κυκλήσκουσι Κύκλωψ. Το όνομά μου είναι κανείς "ούτις" . Όχι κάποιος, κανείς.Ούτιν με κυκλήσκουσι τοκίες οι δε εταίροι οι δε φίλοι άλλοι πάντες.
Με φωνάζουνε κανένα. Δεν έχει όνομα. Είναι ανυπόστατος. Όταν περνάει τη φοβερή περιπέτεια όμως και επιβάλλεται και νικάει και διασώζεται, κυριαρχεί και εξοντώνει, με τον τρόπο που εξόντωσε τον Κύκλωπα και βγαίνει έξω με τα κριάρια, όπως ξέρουμε και μπαίνει στο πλοίο, τον άτιμο, λέει, θα του μιλήσω.
Ο Κύκλωπας είναι απάνω και παραγουλιάζεται σαν τα χταπόδια, χτυπιέται τυφλός, φωνάζει, στους βράχους. Πάμε Βασιλιά να φύγουμε, θα πετάξει κανένα βράχο, θα μας βουλιάξει. Όχι, δεν τον κρατάει κανείς τον Οδυσσέα. Και φωνάζει: Έε! Κύκλωψ, άτσαλε και χάχα! Αν σε ρωτήσουνε, ποιός σου έδωσε αυτή την άγρια τυφλωμάρα, αεικελίην αλαωτήν, στο άγιο πρωτότυπο, να πεις, ο Οδυσσέας, ο γιός του Λαέρτη, ο καστοκαταλήτης!
φάσθαι Οδυσσήα πτολιπόρθιον εξαλαώσαι

ΑΝΤΡΕ ΜΠΡΕΤΟΝ : Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΟΠΟΙΑ ΚΙ ΑΝ ΕΙΝΑΙ Η ΕΡΩΤΗΣΗ...


 αναδρομή στη ζωή και το έργο του από τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη και ένα ποίημα για το σπουδαίο συγγραφέα και ποιητή από τον Ανδρέα Εμπειρίκο.
«Αναζητώ το Χρυσάφι του Χρόνου», του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη


Στην ιστορία της Τέχνης, όπως άλλωστε και της επιστήμης, υπάρχουν εκείνοι που αρνούνται να προσηλωθούν σε οτιδήποτε άλλο πέρα από την άρδην και ριζική αλλαγή των κανόνων του παιχνιδιού, από το εκ νέου ανακάτεμα της τράπουλας, από την μεθοδική και ποιητική επιμονή τους να δράσουν και να δημιουργήσουν έτσι ούτως ώστε, μετά το πέρασμά τους, τίποτε να μην είναι όπως ήταν πριν. Φυσικά, ο βίος τέτοιων ανθρώπων είναι, συνήθως, περιπετειώδης, είναι μια εύοσμη γιρλάντα γεγονότων που οδηγούν σε απόλυτους έρωτες, σε πανίσχυρες φιλίες, σε ακαριαίες ρήξεις. Είναι βίος όλος βία, αλλά και βίος κοσμημένος πάντα από το αστέρι της ευγένειας. «Είμαι βίαιος γιατί μονάχα θέλω να είμαι ευγενής», έλεγε άλλωστε ο Άμλετ του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, και, «Φοβερός μονάχα από μειλιχιότητα», επαναλάμβανε, με τον δικό του τρόπο, ο Νίκος Καρούζος. Ο Αντρέ Μπρετόν έζησε και έδρασε πεισματικά εμμένοντας στη μέριμνά του να διευρύνει τα όρια της ποίησης, να επιφέρει μιαν εκρηκτική ένωση σχεδόν όλων των τεχνών και, ακόμα πιο σημαντικό, να θέσει τις τέχνες στην υπηρεσία της ελευθερίας, προτείνοντας και προωθώντας με πάμπολλα μέσα το «πάντρεμα» της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας με την εμπροσθοφυλακή της επανάστασης. Και κατάφερε πολλά!
Γεννημένος σε μια μικρή πόλη της Βρετάνης, τη νύχτα ανάμεσα στην 18η και 19η Φεβρουαρίου του 1896, ο Αντρέ Μπρετόν διέσχισε τον 20ό αιώνα, όπως διέσχισε και τον πλανήτη, κομίζοντας από την πρώτη του νιότη έως την τελευταία του πνοή το πολύπτυχο μήνυμα της ανατροπής. Με ορμητήριο το Παρίσι, όπου πήγε από νεαρός να εγκατασταθεί, δεν κουράστηκε να εξαπολύει απανωτές επιθέσεις σε κάθε λογής σύμβαση και να εφορμά σε μέχρι τότε απόρθητα οχυρά πεποιθήσεων, αξιών, εθίμων και ηθών. Αποτελεί ένα από τα λίγα, μα τόσο πειστικά και εμπρηστικά, παραδείγματα του πού μπορεί να οδηγήσει η παθιασμένη ενασχόληση με τη γλώσσα όταν αρχίσει να υπερβαίνει κάποια καθιερωμένα όρια και πεδία. Φοιτητής την ιατρικής, μεσούντος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, θα έρθει σε επαφή με τις ρηξικέλευθες αναλύσεις του Ζίγκμουντ Φρόιντ, η απελευθερωτική δύναμη των οποίων θα αποτελέσει έναν από τους τρεις στύλους της σοφίας αυτού του πολυσχιδούς καλλιτέχνη και επαναστάτη. Οι άλλοι δύο θα είναι η διαλεκτική του Γκέοργκ Φρίντριχ Χέγκελ και η εξεγερμένη λαλιά των λεγόμενων καταραμένων ποιητών, του Ιζιντόρ Ντυκάς, του Αρθούρου Ρεμπώ, του Καρόλου Μπωντλέρ.
Καθοριστικές θα είναι επίσης, πέρα από τις πρώτες του μελέτες, και οι πρώτες του γνωριμίες. Η ζωή και η τέχνη από νωρίς αρχίζουν, στην περίπτωση του Μπρετόν, να βαδίζουνε μαζί στην ίδια γόνιμη ατραπό. Το 1917 γνωρίζει, λοιπόν, τον επίσης φοιτητή ιατρικής Λουί Αραγκόν, που έμελλε να γίνει μια από τις σημαντικές, και λίαν αμφιλεγόμενες, καλλιτεχνικές προσωπικότητες της Γαλλίας, ενώ την προηγούμενη χρονιά είχε συναντηθεί με τον Ζακ Βασέ, έναν εξαίσιο εκκεντρικό τυχοδιώκτη που τις μέρες δούλευε χαμάλης στις αποβάθρες ενώ τις νύχτες γοήτευε και αναστάτωνε το Παρίσι ντυμένος υπερβολικά κομψά και φερόμενος με μιαν ακραία ποιητική ιδιορρυθμία. Ο Βασέ ήταν, όπως και ο Αρθούρος Κραβάν, ένας από τους πρωτεργάτες της αναγόρευσης της ζωής σε Όγδοη Τέχνη, ζώντας γρήγορα, παράφορα και μες στην αχλή ενός ανησυχαστικού θρύλου.
Ταχύτατα, ο Μπρετόν συνάπτει σχέσεις με την αφρόκρεμα της παριζιάνικης διανόησης, σχέσεις που δεν θα έμεναν σε μιαν απλή κοσμική ή και καλλιτεχνική ανταλλαγή ιδεών και αβροτήτων αλλά δεν θα αργούσαν να οδηγήσουν στην ίδρυση ενός από τα πιο καταλυτικά κινήματα του περασμένου αιώνα. Συνδέεται φιλικά με τον μεγάλο ποιητή Γκιγιόμ Απολλιναίρ, δημιουργό του πρώτου υπερρεαλιστικού δράματος με τίτλο «Οι μαστοί του Τειρεσία», και με τους νεαρούς ποιητές Πολ Ελιάρ και Φιλίπ Σουπώ, με τους οποίους συγκροτεί τον πυρήνα αυτού που έμελλε να μείνει στην ιστορία ως Υπερρεαλισμός.
Από την αρχή κιόλας, ο Μπρετόν απορρίπτει τα σουσούμια του μοναχικού ποιητή και του δημιουργού που μένει κλεισμένος στον φιλντισένιο πύργο του. Δείχνει μιαν ιδιαίτερη προτίμηση για τις συλλογικές δραστηριότητες και παρεμβάσεις, μια προτίμηση που δεν εγκατέλειψε ποτέ. Ήδη το 1919, συνθέτει μαζί με τον Σουπώ τα πρωτοποριακά «Μαγνητικά Πεδία», ένα κολάζ πεζών, ποιημάτων και αλλόκοτων αφορισμών όπου την πρωτοκαθεδρία έχει η απολύτως ελεύθερη έκφραση, ακόμα και η καταγραφή παράλογων, τρελών, ξέφρενων σκέψεων που, ενώ φαινομενικά απομακρύνονται από την ποίηση όπως την ξέραμε, στην ουσία αποθεώνουν την ποιητική έκφανση της σκέψης και της ζωής. Στα «Μαγνητικά Πεδία» συναντάμε φράσεις-κλειδιά τόσο για την μετέπειτα εξέλιξη του Μπρετόν όσο και για το σύνολο της αβανγκάρντ του 20ού αιώνα, φράσεις όπως «Η λησμονιά είναι η πιο φλογερή λαχτάρα». Διόλου τυχαίο δεν είναι ότι η πρώτη επίσημη (αλλά επί δεκαετίες κρυφή!) διακήρυξη των situationnistes, των καταστασιακών του Γκι Ντεμπόρ, σύμφωνα με την οποία «Η λήθη είναι το κυρίαρχο πάθος μας», αποτελεί μια ηχώ αυτής της ρήσης του Μπρετόν.
Ο Μπρετόν και οι φίλοι του θα προσχωρήσουν στο ανατρεπτικό κίνημα Νταντά, θα αντλήσουν ό,τι ισχυρότερο είχε να δώσει, και θα το οδηγήσουν στην εκκωφαντική του διάλυση για να προχωρήσουν στην ίδρυση του Υπερρεαλισμού. Ο Μπρετόν κρίνει στρατηγικά ότι είχε φτάσει η στιγμή του περάσματος από την μηδενιστική άρνηση που πρέσβευε το Νταντά στην συνεκτική θέση, από την δέουσα τότε κονιορτοποίηση των άκαμπτων πεποιθήσεων στη συγκρότηση ενός νέου έμπρακτου ηθικοαισθητικού προτάγματος, από την καταβαράθρωση ενός συστήματος πεπαλαιωμένων και οικτρά διαψευσμένων αξιών στην περιπέτεια της επινόησης και της διάδοσης αξιών που εμπνέονται από τον έρωτα της ελευθερίας και την ελευθερία του έρωτα, από τη λυτρωτική ενδοσκόπηση, από τη συλλογική δράση και από τον γόνιμο ανθρωποκεντρισμό. Ακόμη λάμπει η ρήση: «Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση». Ακόμη μένει επίκαιρο το μέλημα του Μπρετόν για την «αποστολή της εδραίωσης της αλήθειας στον κόσμο». Ακόμη ισχύει, και κλείνεται ξανά και ξανά, το μεγάλο ραντεβού του Υπερρεαλισμού με την Ιστορία: «Ναι, αυτό είναι το εγχείρημά μας. Το Όνειρο και η Επανάσταση είναι φτιαγμένα για να συμμαχήσουν, όχι για να αποκλείσουν το ένα το άλλο. Να ονειρεύεσαι την Επανάσταση δεν σημαίνει ‘ότι την αποποιείσαι, αλλά ότι την κάνεις διπλά και δίχως νοητικές επιφυλάξεις».
Φυσικά, ο ποιητής μας δεν παραλείπει να ερωτευτεί και να υμνήσει τον έρωτα, τον οποίο και θεωρεί αείζωο σύμμαχο της επανάστασης. Σε όλη του τη ζωή ερωτευόταν και τον ερωτεύονταν. Παρέμεινε προσηλωμένος σε ένα αυτοσχέδιο είδος σειραϊκής πολυγαμίας, που σημαίνει ότι έμενε αδιάλλακτα πιστός στην εκάστοτε καλλονή που τον συνάρπαζε και τον συντρόφευε, αλλά μονάχα ενόσω διαρκούσε η υπέροχη παραφορά του έρωτα. Μόλις άρχιζε να σβήνει η φλόγα, δεν δίσταζε να απομακρυνθεί και να την αναζητήσει αλλού. Η Σιμόν Καν, η Σουζάν Μουζάρ η Ζακλίν Λαμπά, η Ελίζα Μπίνχοφ, μεταξύ άλλων, όλες ευειδέστατες, περίκομψες και με τη στόφα της Μούσας να φέγγει μέσα τους και γύρω τους, συντρόφεψαν τον Μπρετόν στις περιπέτειές του και απόλαυσαν το δώρο του ρόδου που είναι ο Απόλυτος Έρως. Ο Μπρετόν εξάλλου υπογράφει την περιλάλητη Νατζά και τον Τρελό Έρωτα, δύο από τα πλέον λυρικά και νοήμονα και αισθαντικά ντοκουμέντα για την λυτρωτική λάμψη του Ίμερου, και βέβαια την «Ελεύθερη Ένωση», αναμφιβόλως το απόλυτο απολυτίκιο των ερωτευμένων. «Η γυναίκα μου με γλουτούς από αμμόλιθο και αμίαντο/ Η γυναίκα μου με γλουτούς ράχης κύκνου/ Η γυναίκα μου με ανοιξιάτικους γλουτούς/ Με φύλο γλαδιόλας/ Η γυναίκα μου με φύλο κοιτάσματος χρυσού και ορνιθορύγχου/ Η γυναίκα μου με φύλο από φύκια και παλιές καραμέλες/ Η γυναίκα μου με φύλο από καθρέφτη/ Η γυναίκα μου με μάτια γεμάτα δάκρυα/ Με μάτια μενεξεδένιας πανοπλίας και μαγνητικής βελόνας/ Η γυναίκα μου με μάτια σαβάνας/ Η γυναίκα μου με μάτια νερό για να πίνεις στη φυλακή/ Η γυναίκα μου με μάτια από ξύλο πάντα κάτω απ’ το τσεκούρι/ Με μάτια της στάθμης του νερού του επιπέδου του αέρα της γης και της φωτιάς».
Η ερωτοτροπία του Μπρετόν με την επανάσταση θα τον οδηγήσει αρχικά στο Κομμουνιστικό Κόμμα, από το οποίο όντως δεν άργησε να αποχωρήσει, και στη συνέχεια σε μια κρίσιμη συνάντηση με τον τροτσκισμό, και με τον ίδιο τον Λέοντα Τρότσκι. Ο Μπρετόν, υπέρμαχος πάντα μιας απόλυτης ηθικής και προικισμένος με σπάνια πολιτική διορατικότητα και με κρυστάλλινη διαύγεια, θα είναι από τους πρώτους που καταδίκασαν τις διαβόητες δίκες της Μόσχας, καθώς και το επαίσχυντο γερμανοσοβιετικό σύμφωνο μη επιθέσεως, ενώ θα σταθεί γενναιόψυχα στο πλευρό των τροτσκιστών και των αναρχικών στη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου. Πέρα από τους δρόμους που άνοιξε στην τέχνη, ο μεγάλος αυτός άντρας, μπόρεσε να ανοίξει και λεωφόρους στην επανάσταση. Μεγάλο μέρος του Μάη του 68 αντλεί την έμπνευσή του από θέσεις και ρήσεις του Αντρέ Μπρετόν, ενώ το λεγόμενο κίνημα για την υπέρβαση της τέχνης και την πραγμάτωσή της στο πεδίο της καθημερινής ζωής όφειλε τη θαυμαστή ύπαρξή του στους μεθοδικούς πειραματισμούς και στη στάση που κράτησε ο Μπρετόν απέναντι στα κυρίαρχα πρότυπα των καιρών του.
«Η επανάσταση μόνη δημιουργός του φωτός», θα γράψει ο ιδρυτής του Υπερρεαλισμού στο συγκλονιστικό του κείμενο Αρκάνα 17. «Κι αυτό το φως μπορεί να αναγνωρίσει μόνο τρεις δρόμους: την ποίηση, την ελευθερία, και τον έρωτα, και πρέπει να εμπνέουν τον ίδιο ζήλο και να συγκλίνουν, ώστε να συγκροτήσουν το ίδιο περίγραμμα της αιώνιας νεότητος, στο πιο μυστικό κι αφώτιστο σημείο της καρδιάς του ανθρώπου».
Ακάματος τελάλης της τόλμης και της τελείωσης του ανθρώπου μέσα από την φιλοσοφία, την ποίηση και την περιπέτεια, ο Μπρετόν δεν θα σταματήσει να ταξιδεύει στα πέρατα της γης για να διαδώσει τις ιδέες του, πάντα αντλούμενες από την πράξη και πάντα επιστρέφοντας στη δράση, για να ενθαρρύνει ταλαντούχους εραστές της ζωής να εκφραστούν και να πειραματιστούν κι άλλο. Από το Παρίσι στη Μασσαλία, κι από τον γαλλικό νότο στη Νέα Υόρκη, κι από κει στην Τενερίφη, στην Πράγα, στις Αντίλλες. Μάλιστα, κι αυτό είναι ακόμα ένα ωραίο πειστήριο του πόσο επικίνδυνη μπορεί να είναι η ελεύθερη ποίηση για τους κρατούντες, μια επίσκεψή του στην Αϊτή, το 1945, για κάποιες διαλέξεις έγινε η θρυαλλίδα που άναψε τη φωτιά της επανάστασης. Αποσπάσματα από την πρώτη του ομιλία εκεί αναδημοσιεύτηκαν σε μια τοπική φοιτητική εφημερίδα και προκάλεσαν σάλο και πάραυτα μια γενική απεργία που εξελίχθηκε σε γενικευμένη εξέγερση και οδήγησε στην πτώση του το καταπιεστικό καθεστώς.
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο, ο Αντρέ Μπρετόν προχώρησε σε μιαν επανίδρυση του Υπερρεαλισμού, εξέδωσε πληθώρα εντύπων και επιθεωρήσεων, αντιτάχθηκε στον συρμό του υπαρξισμού που έκανε μιαν εφήμερη θραύση, άγονη από πολλές απόψεις, επέτεινε το θαυμαστό φλερτ του με τον αναρχισμό, πρωτοστάτησε στην σκανδαλώδη «Διακήρυξη των 121», κατά της γαλλικής πολιτικής στην Αλγερία, τον Απρίλιο του 1960, και δεν σταμάτησε στιγμή να στέκεται στο πλευρό των νέων που έσπευδαν να τον γνωρίσουν και να τον εμπιστευτούν. Ναι, η πυρετώδης δραστηριότητα, σχεδόν πάντα συλλογική, και η φλεγόμενη νιότη στάθηκαν πάντα τα καύσιμα αυτής της μεγαλειώδους λοκομοτίβας που άκουγε στο όνομα Αντρέ Μπρετόν.
«Πάνω απ’ όλα», γράφει συνοψίζοντας τη διαλεκτική του «εγώ» με το «εμείς» και την περιπέτεια της ζωής του, ο ποιητής του Απολύτου, «ήμασταν απασχολημένοι με μιαν εκστρατεία συστηματικής άρνησης, απελπισμένοι απ’ τις συνθήκες κάτω από τις οποίες σε μια τέτοια ηλικία έπρεπε να ζήσουμε. Η άρνησή μας ωστόσο δεν σταμάτησε εκεί. Ήταν αχόρταγη και δεν γνώριζε περιορισμούς. Εκτός από την απίστευτη ηλιθιότητα των επιχειρημάτων που προσπαθούσαν να νομιμοποιήσουν τη συμμετοχή μας σε μιαν υπόθεση όπως ο πόλεμος, που η εξέλιξή του μας άφηνε αδιάφορους, η άρνηση αυτή κατευθυνόταν – και έχοντας ανατραφεί σε ένα τέτοιο σχολείο, δεν είμαστε τώρα ικανοί να αλλάξουμε ώστε να μην κατευθύνεται πια – εναντίον όλων των διανοητικών, ηθικών και κοινωνικών υποχρεώσεων που συνεχώς και απ’ όλες τις μεριές συσσωρεύονται στον άνθρωπο και τον συντρίβουν. Από τη διανοητική άποψη ήταν ο χυδαίος ορθολογισμός και η ‘τετράγωνη’ λογική που πριν απ’ όλα προκαλούσαν τον τρόμο και την καταστροφική ορμή μας. Από την ηθική άποψη ήταν όλα τα καθήκοντα: θρησκευτικά, πολιτικά και οικογενειακά. Από την κοινωνική άποψη ήταν η εργασία. Όπως είπε ο Ρεμπώ, ‘Ποτέ δεν θα δουλέψω, ω χείμαρροι φλόγας!’ και επίσης, ‘Το χέρι που γράφει αξίζει όσο το χέρι που οργώνει! Τι αιώνας χεριών! Ποτέ δεν θα σηκώσω το χέρι μου!’».
Ο ποιητής και επαναστάτης Αντρέ Μπρετόν, γεννημένος πριν από εκατόν δέκα χρόνια, έμελλε να αφήσει την τελευταία του πνοή το 1966, πριν από τέσσερις δεκαετίες. Χτυπημένος από το άσθμα που είναι, θαρρείς, η ασθένεια των επαναστατών (θυμίζουμε τους επίσης ασθματικούς Τσε Γκεβάρα και Γκι Ντεμπόρ). Το έργο του παραμένει επίκαιρο όπως και η ρήση του ότι έχουμε ανάγκη τα «παρατηρητήρια του εσωτερικού ουρανού». Η επιγραφή στον τάφο του, «Αναζητώ το χρυσάφι του χρόνου», δεν παύει να εμπνέει όλους εκείνους που πιστεύουν ακράδαντα ότι η Πράξη είναι η Αδελφή του Ονείρου.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος για τον Αντρέ Μπρετόν


Ο Ανδρέας Μπρετόν

Ασύγκριτο πουλί της οικουμένης
στέκεις σαν κρύσταλλο στην κορυφή
των υψηλών Ιμαλαΐων
με στιλβηδόνα και με σθένος και με πάθος
καταμεσίς στον βράχο της σποριάς σου!
Ηρωικό πουλί της οικουμένης
που μοιάζεις σαν αρχάγγελος και λέων
δεν ταξινόμησες ποτέ καμμιά φενάκη,
μα την φω­νή σου σήκωσες στην γαλανήν αιθρία!
Φανατικό πουλί της οικουμένης
γερό στην πάλη και πολύκαρπο στην σημασία
όρθιο μες στα φτερά
σου ανοιγο­κλείνεις
πάντα με βεβαιότητα το μάτι!
από την Ανθολογία της Νεοελληνικής Γραμματείας
του Ρένου Ηρακλή Αποστολίδη
εκδοτική επιμέλεια: Νέα Ελληνικά, 1970