Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

Τo Εγχειρίδιο Βλακείας του Διονύση Χαριτόπουλου


To Εγχειρίδιο Βλακείας του Διονύση Χαριτόπουλου είναι ένα εγχειρίδιο αυτογνωσίας, μια συμπυκνωμένη φιλοσοφία ζωής με επίκεντρο τη νόηση και την κατανόηση, την ευφυΐα και την ανοησία, τη βλακεία και τον βλάκα. Τα σχετικά φαινόμενα εξετάζονται τόσο από την ιστορική και ανθρωπολογική τους πλευρά όσο και ως κλινικά συμπτώματα της σύγχρονης ζωής.

Ο ίδιος ο συγγραφέας σημειώνει με νόημα στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Επειδή όλοι υποτιμάμε τον αριθμό των ηλιθίων ανάμεσά μας και κάθε τόσο μας αιφνιδιάζουν πρόσωπα “υπεράνω υποψίας” μάλλον πρέπει να ξανασυστηθούμε…» Ο Διονύσης Χαριτόπουλος έχει κατανείμει τους πρωτότυπους αφορισμούς του σε 88 ενότητες που αφορούν ισάριθμες περιπτώσεις / διαπιστώσεις / ερμηνείες της ανθρώπινης βλακείας. Το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί από την αρχή ως το τέλος αλλά και δίχως προφανή σειρά όπως ακριβώς μια συλλογή ποιημάτων ή αποφθεγμάτων.

Παραθέτουμε εδώ ένα χαρακτηριστικό αποφθεγματικό κείμενο, το υπ’ αριθμόν 18, ενδεικτικό και του πολύ προσωπικού ύφους του συγγραφέα που συνδυάζει το χιούμορ με τη σοβαρότητα, τον πρωτότυπο αφορισμό με την τεκμηρίωση, την οξυδέρκεια με τη λαϊκή σοφία.
18.
Ίσως καμιά ιδιότητα του ανθρώπου δεν βοήθησε τόσο τη διανοητική του ανάπτυξη όσο η προσοχή· αυτή η πολύτιμη ικανότητα του μυαλού να συγκεντρώνεται με ένταση, που διαθέτουν όλα τα συλληπτικά ζώα: η γάτα όταν φερμάρει το ποντίκι, ο αητός όταν εντοπίζει από ψηλά το θήραμα, η τίγρη που προσηλώνεται τόσο ολοκληρωτικά στο υποψήφιο θύμα της, ώστε λέγεται ότι μπορείς να την πλησιάσεις. Χάρη στην προσοχή, το δίποδο μπορεί και «συλλαμβάνει» όλες τις πτυχές της ζωής, αποκτά σαφέστερη αντίληψη του κόσμου και γίνεται πιο προνοητικό και αποτελεσματικό. Δεν λένε τυχαία τον οξύνου «γάτα», «σαΐνι»-«ξεφτέρι» (είδη γερακιών) ή «αητό», που «δεν του ξεφεύγει τίποτα», ενώ τον χοντροκέφαλο «μπούφο», «ζώο» και «βόδι», που «δεν βλέπει την τύφλα του», γιατί ο ένας παρατηρεί τον κόσμο με περισκόπιο κι ο άλλος με μακαρόνι.

Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ

Ο ΚΑΦΕΣ

Ο καφές

Μπήκα μες σε μια καφετερία
που την είχε μια κομψή κυρία,
να κάτσω στον μπουφέ, με όλα μου τα εφέ,
να πιω ένα βαρύγλυκο καφέ.
Κάθισα στον μπουφέ, με όλα μου τα εφέ,
παρήγγειλα βαρύγλυκο καφέ.

Τάκα τάκα ήρθε η παραγγελία
που 'χα δώσει στην κομψή κυρία.
Ρουφάω τον καφέ, επάνω στον μπουφέ
και τότε λέω στην κομψή κυρία,
εκείνη που 'χε την καφετερία:

-Ωραίος ο καφές, ωραίος κι ο μπουφές,
ωραία και η κυρία που σερβίρει.
Ωραίος ο καφές, ωραίος κι ο μπουφές,
τραγούδι να της κάνουμε, Αργύρη.

Βγάζω να πληρώσω την κυρία,
εκείνη που 'χε την καφετερία,
να δώσω πουρμπουάρ, να πω κι ορεβουάρ,
και τότε ακούω την κομψή κυρία,
εκείνη που 'χε την καφετερία:

-Σ' το λέω ορθά κοφτά, δε θέλω εγώ λεφτά,
δεκάρα τσακισμένη από σένα,
μον' θέλω να μου πεις και δίχως να ντραπείς
το τραγουδάκι που 'γραψες για μένα.

Μπράβο!

-Ωραίος ο καφές, ωραίος κι ο μπουφές,
ωραία και η κυρία που σερβίρει.
Ωραίος ο καφές, ωραίος κι ο μπουφές,
τραγούδι να της κάνουμε, Αργύρη.


"ο καφές"
Χειμερινοί Κολυμβητές
στίχοι: Στ. Καραμανιώλας (ετών 90κάτι)
από το cd "23 κόκκινα φώτα"
από τη LYRA

Γερακάρης Λυμπεράκης ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Γερακάρης Λυμπεράκης

. . .
Εκείνο τον καιρό άρχισε η μεγάλη αγάπη του για τη θάλασσα, μέσα απ΄ αυτή σιγά σιγά αγάπησε λιγάκι και τον κύρη του. Έγινε η στεριά μάνα και συμβία, η θάλασσα αγαπητικιά. Ανυπόταχτη. Ύπουλη. Άστατη. Στις καλοσύνες της, Παναγιά. Στο θυμό της θεριό. Ένα τίποτε χώριζε τις δύο όψεις της, αλλά σου μάθαινε το παν. Να μην εμπιστευέσαι κανέναν. Να μην απελπίζεσαι ποτέ. Γιατί όλα αλλάζουν.


. . .
Σάπιζε και βούλιαζε, μα όλο και πιο συχνά επέστρεφε στο χωριό του. Άκουγε τον αέρα να βροντά τα παραθυρόφυλλα, τη θάλασσα να χτυπιέται στα βράχια. Τη μύριζε. Μύριζε και τ' αγουρέλειο στα κιούπια. Την κοπριά, το σπάρτο, το φασκόμηλο, το δυόσμο, τη ρίγανη, τον πασπαλά και το καμένο λίπος. Έστηνε άφωνη κουβέντα με τους γιους του. Τους έδειχνε τη ζωή του, όλο αντάρα και αίματα. Κι αυτοί άκουγαν μ' ανοιχτό στόμα, μέχρι που η μάνα τους τους έστελνε για ύπνο.

. . .
Κοπιαστική και επικίνδυνη πορεία. Φουσκωμένα ποτάμια· χαλασμένα γεφύρια· γλιστερά περάσματα· χέρσες ερημιές. Τα λιγοστά χάνια πανάθλια, με ποντικούς πιο τολμηρούς κι από κείνους της φυλακής. Χωριά φαντάσματα, με κλειστά παραθύρια, άδεια κελάρια, σκελετωμένους γέροντες στα χορταριασμένα κατώφλια. Κι η ασταμάτητη βροχή να τους περονίζει, να μουσκεύει τη γαλέτα που κουβαλούσαν τα ζωντανά τους.

. . .
Γλέντησε και χόρεψε με την ψυχή του, όπως δεν το 'χε κάνει ούτε στα νιάτα του, λαχταρώντας να καρφώσει το χρόνο στην καρδιά της νύχτας, μα το ξημέρωμα ήταν κιόλας εκεί.
. . .

. . .
Σε τούτο το ντουνιά όλα αλλάζουν, εγγόνα μου. Έρχονται τα πάνω κάτω. Στη χαρά μην πολυχαίρεσαι, στη λύπη μην πολυλυπάσαι. Κράτα το ίσο και την καρδιά σου ατάραχη. Αυτήν την ορμήνια σου δίνω.


από το βιβλίο
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΑΚΑΡΗ ΛΥΜΠΕΡΑΚΗ
Λιλή Μαυροκέφαλου
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΟΣ

Το Βιβλίο της ανησυχίας -Φερνάντο Πεσσόα

Το βιβλίο της ανησυχίας

Πιστεύω, ιδανικά, γυναίκα ή επάγγελμα - όλα αυτά είναι κελί και χειροπέδες. Να είσαι και να παραμένεις ελεύθερος. Η ίδια η φιλοδοξία, αν γίνει υπερηφάνεια και πάθος, είναι ένα φορτίο, και δεν θα νιώθαμε υπερήφανοι αν κατανοούσαμε ότι είναι ένα σχοινί από το οποίο μας τραβάνε. Όχι, ούτε καν δεσμούς με τον εαυτό μας! Ελεύθεροι από τον εαυτό μας και από τους άλλους, στοχαστικοί χωρίς έκσταση, σκεπτόμενοι χωρίς συμπέρασμα, θα ζήσουμε, απελευθερωμένοι από τον Θεό, το μικρό διάλλειμα που η διάσπαση της προσοχής των δημίων παραχωρεί στην έκσταση μας στη διάρκεια της παρέλασης. Αύριο μας περιμένει η γκιλοτίνα. Αν δεν είναι αύριο είναι μεθαύριο. Ας βγάλουμε περίπατο στον ήλιο την ανάπαυση μας πριν από το τέλος, αγνοώντας συνειδητά τους σκοπούς και τις συνέπειες. Ο ήλιος θα χρυσίσει τα χωρίς ρυτίδες μέτωπά μας, και η αύρα θα φέρει δροσιά σε όσους έπαψαν να ελπίζουν.

από: "Το βιβλίο της ανησυχίας", τόμος Α
του Φερνάντο Πεσσόα, εκδόσεις Εξάντας

ΦΙΛΙΠ ΡΟΘ

Φίλιπ Ροθ 

"Γεννιόμαστε αθώοι, υπομένουμε την τρομερή διάλυση των ψευδαισθήσεών μας
ώστε να μπορέσουμε να αποκτήσουμε τη γνώση, κι ύστερα ζούμε με το φόβο του θανάτου -
και το μόνο που μας χαρίζεται, είναι κάποια ψήγματα ευτυχίας για ν΄αντισταθμίζουμε τον πόνο."


Φίλιπ Ροθ
"Ο καθηγητής του πόθου''
εκδόσεις ΠΟΛΙΣ

John Gray Aχυρένια σκυλιά -John Gray

Όπως το έχει θέσει ο σύγχρονος βουδιστής δάσκαλος του διαλογισμού Γκουναρατάνα: "Οι αντιληπτικές μας συνήθειες είναι αξιοσημείωτα βλακώδεις. [...] Αγνοούμε το 99% των αισθητηριακών ερεθισμάτων που προσλαμβάνουμε και στερεοποιούμε το υπόλοιπο σε διακριτά νοητικά αντικείμενα με προγραμματισμένους από τη συνήθεια τρόπους".

...
Όταν τα καράβια με τους Ευρωπαίους αποίκους έφτασαν στην Τασμανία το 1772, ο ιθαγενής λαός δεν φαίνεται να το πρόσεξε. Ανίκανοι να επεξεργαστούν μια εικόνα για την οποία τίποτε δεν τους είχε προετοιμάσει, επέστρεψαν στον τρόπο ζωής τους.

...
Ο homo rapiens* είναι μόνον ένα από τα πολλά είδη, και δεν είναι προφανές ότι αξίζει να διατηρηθεί. Αργά ή γρήγορα θα εξαφανιστεί. Όταν συμβεί αυτό, η Γη θα αναρρώσει. Πολύ καιρό αφότου τα τελευταία ίχνη του ανθρώπινου ζώου θα έχουν εξαφανιστεί, πολλά από τα είδη που τείνει να καταστρέψει θα εξακολουθούν να υπάρχουν, παράλληλα με άλλα που πρόκειται να ξεπηδήσουν. Η Γη θα ξεχάσει την ανθρωπότητα. Το παιχνίδι της ζωής θα συνεχιστεί.
*(ο άνθρωπος άρπαγας) 

...
Τίποτα δεν ξενίζει πιο πολύ στη σημερινή εποχή απ' ό,τι η απραγία. Αν σκεφτούμε να ξεκουραστούμε από την εργασία μας, θα το κάνουμε μόνο με σκοπό να επιστρέψουμε σε αυτή.
Η τόσο υψηλή εκτίμηση της εργασίας αποτελεί διαστροφή. Λίγοι άλλοι πολιτισμοί το έκαναν. Σε ολόκληρη σχεδόν την ιστορία και ολόκληρη την προϊστορία, η εργασία θεωρούνταν ταπεινωτική.                       

...
Άλλα ζώα δεν έχουν ανάγκη έναν σκοπό στη ζωή. Όντας αντιφατικό, το ανθρώπινο ζώο δεν μπορεί να μην έχει σκοπό. Δεν γίνεται άραγε να σκεφτούμε ότι στόχος της ζωής είναι απλώς το να κατανοούμε;


John Gray
Aχυρένια σκυλιά
σκέψεις για τους ανθρώπους και άλλα ζώα
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΚΤΩ

ΕΠΑΙΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΡΑ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Γιώργος Χειμωνάς, Έπαινος για τον άνδρα

. . .
Η γυναίκα είναι σκανδαλωδώς ευνοημένη από τη φύση. Βρίσκεται πιο κοντά της, την έχει πάντα με το μέρος της -η φύση συνεχίζεται μέσα της, χρησιμοποιεί το σώμα της για να αναπαραχθεί. Ας μην το ξεχνάμε: η γυναίκα έχει συγγένεια με το φως του φεγγαριού (που στον άντρα προκαλεί την επιληψία), με τις παλίρροιες των ωκεανών. Ο άντρας είναι αφύσικος, τεχνητός. Κατασκευασμένος μέσα σ' ένα ανοίκειο γυναικείο ικρίωμα, το σώμα της μητέρας του, κατασκευασμένος ακόμα από εντολές κύρους και εξουσίας, ''ανδρισμού" και αντοχής, τις οποίες, στη διάρκεια της σύντομης ζωής του, είναι καταναγκασμένος πειθήνια και καθημερινά να εκτελεί.
. . .
Ανιδιοτελής, αθώος αλλά ευφυής, εύπιστος με την θέληση του, εύθραυστος και χωρίς - σε αντίθεση με την γυναίκα - να επιζεί του θρυμματισμού του· ασκημένος από ένστικτο να επινοεί τεχνάσματα του κυνηγιού για την τροφή της ομάδας, να αγρυπνάει για τους κινδύνους· από γεννήσεως ανυπεράσπιστος, γιατί η φύση του πήρε πίσω όλα τα όπλα του, έμεινε πάντα πολεμιστής, άοπλος και με χίλιους τρόπους γενναίος. Εκπνευμάτωσε τη φυσική του ρώμη και την έκανε δύναμη, κυρίως τόλμη, μυαλού και κραδασμό ιδεών. Αυτός είδε τα όνειρα όταν ήρθαν οι μεγάλες νύχτες - κι όλα αυτά από το τίποτε, χωρίς ουσιαστική βοήθεια από κανέναν. Έχοντας τα όλα αντίξοα, και πιό πολύ αντίξοη την γυναίκα που τον αγάπησε.
Και λυπηθείτε τον, με την πιο ευγενικιά, την πιο τρυφερή λύπη, γι' αυτή την απέραντη, την ως το τέλος αβοήθητη μοναξιά του.
. . .
Και μην του μιλάτε, αφήστε τον να σωπαίνει όταν σωπαίνει. Και αν αρχίσει να κλαίει ξαφνικά, ποτέ μην τον ρωτήσετε γιατί.

"Το Βήμα" 29.5.88

Γιώργος Χειμωνάς
αποσπάσματα από το Έπαινος για τον άνδρα
από το βιβλίο Ποιόν φοβάται η Βιρτζίνια Γούλφ
εκδόσεις Καστανιώτης

ΑΓΙΟΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ

άγιος ο έρωτας

Ξεροί καημοί και νερό θαλασσινό
το σώμα σου κόλλησε στο σώμα μου
με τον πανσέληνο πόνο του χειμώνα.
Ακούς νερά που χύνονται στα μέσα των ποδιών σου;

Ανάμεσα στα όνειρα σπαράζει η ζωή μας,
ανάμεσα στα όστρακα παφλάζει η καρδιά μας.
. . .


από το τραγούδι
Άγιος ο Έρωτας
στίχοι Διονύσης Καρατζάς
μουσική Γιώργος Ανδρέου

Σούζαν Σόνταγκ Η αισθητική της σιωπής

Η αισθητική της σιωπής (2)

Ο Κρισναμούρτι ισχυρίζεται ότι πρέπει ν' αποβάλλουμε την ψυχολογική μνήμη, την οποία διαφοροποιεί από την απλή μνήμη των γεγονότων. Γιατί διαφορετικά, δεν κάνουμε τίποτ' άλλο από το να γεμίζουμε το νέο με το παλιό, αποκλείοντας έτσι τη δυνατότητα μιας καινούργιας εμπειρίας με το ν' αγκιστρώνουμε την καθεμία μας εμπειρία πάνω σε κάποια άλλη που προηγήθηκε.
Πρέπει να καταστρέψουμε τη συνέχεια (που εξασφαλίζεται από την ψυχολογική μνήμη), πηγαίνοντας ως το τέλος κάθε συγκίνησης ή σκέψης.
Και μετά το τέλος, αυτό που ακολουθει (για ένα διάστημα) είναι η σιωπή.


Σούζαν Σόνταγκ
Η αισθητική της σιωπής
ΝΕΦΕΛΗ

ΑΜΟΡΓΟΣ

Νίκος Γκάτσος, Αμοργός

. . .

Έτσι κοιμάται ολόγυμνη μέσα στις άσπρες κερασιές μια
τρυφερή μου αγάπη
Ένα κορίτσι αμάραντο σα μυγδαλιάς κλωνάρι
Με το κεφάλι στον αγκώνα της γερτό και την παλάμη πάνω
στο φλουρί της
Πάνω στην πρωινή του θαλπωρή όταν σιγά σιγά σαν τον
κλέφτη
Από το παραθύρι της άνοιξης μπαίνει ο αυγερινός να την
ξυπνήσει!

. . .

Ξύπνησε γάργαρο νερό από τη ρίζα του πεύκου να βρεις
τα μάτια των σπουργιτιών και να τα ζωντανέψεις ποτίζοντας
το χώμα με μυρωδιά βασιλικού και με σφυρίγματα σαύρας.
Το ξέρω είσαι μια φλέβα γυμνή κάτω από το φοβερό βλέμμα
του ανέμου είσαι μια σπίθα βουβή μέσα στο λαμπερό πλήθος
των άστρων. Δε σε προσέχει κανείς κανείς δε σταματά
ν' ακούσει την ανάσα σου μα συ με το βαρύ σου περπάτημα
μες στην αγέρωχη φύση θα φτάσεις μια μέρα στα
φύλλα της βερικοκιάς θ' ανέβεις στα λυγερά κορμιά των
μικρών σπάρτων και θα κυλήσεις από τα μάτια μιας
αγαπητικιάς σαν εφηβικό φεγγάρι.

. . .

Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Εγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε
μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο
τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό
τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.


Νίκος Γκάτσος
από το ποίημα ΑΜΟΡΓΟΣ
εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

Η ΑΜΟΡΓΟΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΓΚΑΤΣΟΥ

Η "ΑΜΟΡΓΟΣ" ΤΟΥ Ν. ΓΚΑΤΣΟΥ
Η   Αμοργός    του    Γκάτσου,   ποιητικό   έργο    αλλότροπο,   σώζει   αισθητικά    ένα     πολυποίκιλο    πλήθος    ανόμοιων   βιωμάτων    και   συμβόλων,  καθώς   τα    μεταξιώνει   πνευματικά,   εκφρασμένα    όλα    στο     ίδιο    ενιαίο   ύφος.  Έξι    χωριστά    ποιήματα,  το   καθένα   με   την   αυτάρκειά    του,  και   σε    ακολουθία   μύχια    μεταξύ   τους,   αποτελούν  την   Αμοργό. 
Το   πρώτο   είναι   πλούσιο    σε    ψυχικές    ανελίξεις    και   σε   πίνακες    από   τη    φύση.  Το   δεύτερο   διαποτισμένο   από   δραματικές   απόψεις    και   φιλοσοφικούς    λογισμούς.  Το   τρίτο    καταθλιπτικά    υποβλητικό   με    τον    σκοτεινό    κόσμο   και    το    γνωμικό    ύφος   των   κλειστών   τετράστιχών    του.  Το   τέταρτο    κυριαρχημένο   από    μια    ευφρόσυνη   ποιητική    εμψύχωση   της   ζωής   και    της   πλάσης.  Το    πέμπτο    επιγραμματικό    και    υποβλητικό   με   την    πυκνότητα   και   την   ιερατική    επισημότητα   της   γλώσσας    του.  Το   έκτο    νοσταλγικά    οραματικό   και    εορταστικά     λυρικό.
Το  πρώτο ποίημα  έχει τέσσερα  θέματα.
Στο    πρώτο,  με   σειρά   εικόνων,   ωραίων   στην   έντονη   ιδιοπλασία    τους,  και   με   τον    ιδιαίτερο   για    κάθε    μία    ήχο    του   στίχου,  περιγράφεται  και    ανιστορείται   η  σαν    όνειρο    πλήρωση   και   διαδοχή   των   αντίστοιχων   στιγμών    της    ψυχής .  Αποδίδεται   η    κατάσταση   πένθους    που   αρχικά    κυριαρχεί   στην    ψυχή,   και   ο   τρόπος   με   τον   οποίο   αφήνει  τη   θέση   της   βαθμιαία   στην   αδιόρατη   έστω   χαρά    της   ελπίδας. 
 Στους   δυο  πρώτους    στίχους,   μια    εικόνα,   σαν «νεκρή   φύση», δίνει   τον   πένθιμο   τόνο.   Όμως    χωρίς    υπερβολή,  με   το   συγκρατημό   και   την   ευγένεια    που    φέρνει   η   λύτρωση   της    τέχνης.  Έτσι    και   ο    βηματισμός    των    στίχων   έχει   κάτι   το    ήρεμο   και   στερεό:
Mε   την   πατρίδα    τους    δεμένη   στα   πανιά   και   τα     κουπιά   στον    άνεμο    κρεμασμένα Οι ναυαγοί κοιμήθηκαν ήμεροι σαν   αγρίμια   νεκρά    μέσα    στων   σφουγγαριών  τα   σεντόνια.

Η επόμενη εικόνα, στον τρίτο  καιτέταρτο στίχο,
Αλλά τα μάτια των φυκιών είναι στραμμένα στη θάλασσα
Μήπως τους ξαναφέρει ο νοτιάς με τα φρεσκοβαμμένα λατίνια  καθώς    εισάγεται   με    το    αντιθετικό «αλλά»,  παρεμβάλλει    ήδη   έντονα   την   ελπίδα    και    εκφράζει   τη   δύναμη   της   ψυχής   και   την   τάση   της    να    υπερνικήσει   την   πένθιμη   κατάσταση.   Η   λαχτάρα   για    κάτι   μεγάλο,   που   φαίνεται   χαμένο   και    άπιαστο,  αξίζει   περισσότερο   από   όποια   απτή   πραγματικότητα. .  Αυτό   θέλει   να    σημάνει    η    Τρίτη    πια   εικόνα: 

Κι ένας    χαμένος  ελέφαντας  αξίζει   πάντοτε   πιο   πολύ    από   δύο   στήθια
Κοριτσιού   που   σαλεύουν.
Στις    επόμενες    εικόνες,   ως    το   τέλος   του   πρώτου   θέματος,  εμφανίζεται   σταθερά   ενισχυμένη   η    μεταστροφή    της    ψυχής. 
Καλοσύνη   της    φύσης   ή    της    μοίρας   εκφράζει    η    τέταρτη   εικόνα: 
Μόνο  ν’   ανάψουνε    στα    βουνά   οι    στέγες   των    ερημοκκλησιών   με   το   μεράκι  του    αποσπερίτη.
Παιχνίδι    χαράς    που   κυριαρχεί   παντού   με    θριαμβικό   βηματισμό,  η   Πέμπτη     ως     την    όγδοη:  
Να κυματίσουνε τα πουλιά    στης    λεμονιάς   τα   κατάρτια
Με   της    καινούργιας   περπατησιάς    το    σταθερό   άσπρο  φύσημα
Και   τότε    θα’  ρθουν   αέρηδες   σώματα   κύκνων  που   μείνανε   άσπιλοι   τρυφεροί   και   ακίνητοι
Μες    στους    οδοστρωτήρες    των   μαγαζιών    μέσα    στων   λαχανόκηπων    τους   κυκλώνες.
Πλημμύρα    και   έκρηξη   αισθήματος   η   ένατη: 
Όταν   τα    μάτια    των   γυναικών   γίναν   κάρβουνα   κι    έσπασαν   οι   καρδιές    των καστανάδων.
 Τέλος,  ο   τελευταίος    στίχος,   
Όταν   ο    θερισμός    σταμάτησε   κι    άρχισαν   οι   ελπίδες    των    γρύλων
καθώς   ενέχει   τη    λέξη   «ελπίδες»,  σφραγίζει   μ’  αυτήν      αισιόδοξα   την   κατάσταση   της   ψυχής,  και   σύστοιχα    κλείνει    το    πρώτο   θέμα.
Στο    δεύτερο   θέμα    ο    ρυθμός   απότομα    αλλάζει   και   εισάγει   με   ενάργεια    στη    νέα   στάση   ψυχής.  Είναι   τώρα    παραινετική   προσφώνηση   για    ψυχική   δύναμη,   για   αισιοδοξία    και   θάρρος    στη   ζωή.  Και   έρχεται   με   φυσικότητα    ύστερα   από   την   αύρα    της    ελπίδας,   που   έκλεισε  το   πρώτο  θέμα.  Εκφράζεται   με    αδρές    εικόνες    από   τη    φυσική    ζωή   και    τελειώνει   με   τον    έξοχο    στίχο:  «Κι   όπως    οι   αστραπές    αλωνίζουν   τα    νιάτα».
Γι’  αυτό   λοιπόν    κι    εσείς   παλληκάρια    μου   με   το   κρασί    τα    φιλιά    και    τα     φύλλα    στο    στόμα    σας
Θέλω   να    βγείτε   γυμνοί   στα    ποτάμια   
Να    τραγουδήστε   τη    Μπαρμπαριά    όπως   ο   ξυλουργός   κυνηγάει   τους   σκίνους
Όπως    περνάει   η     όχεντρα    μές    απ’   τα    περιβόλια   των   κριθαριών
Με   τα    περήφανα    μάτια    της    οργισμένα
Κι    όπως    οι    αστραπές   αλωνίζουν    τα    νιάτα.
Ύστερα    από   την    παραίνεση   για   αισιοδοξία,   αρχίζει   το   τρίτο   θέμα   με   τον    στίχο
Και    μη    γελάς    και    μην    κλαις    και    μη    χαίρεσαι που   και   σαν    ρυθμός    και   σαν   νόημα    αποδίδει   την   αμφιβολία   και   το   αναποφάσιστο.  Έπειτα   με    έναν    καταρράκτη   ετερόκλητων   εικόνων   εκφράζεται   σαν   νέα    πείρα   ψυχής,   στην    επόμενη    στιγμή   της    περισυλλογής    της,  η    ιδέα    πως    μάταιη    είναι    η   προσπάθεια    και    πενιχρές   οι    δυνατότητες    του   ανθρώπου.  Γι’  αυτό   και   η    συμβουλή: 
Μη   γίνεσαι    ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΝ  ολοκληρώνοντας    το    νόημα    της    αμέσως     προηγούμενης    εικόνας
Μη   σφίγγεις   άδικα    τα    παπούτσια    σου    σα    να    φυτεύεις    πλατάνια
που   εκφράζει   με   ειρωνεία   την    υπερβολική   προσπάθεια.
Γιατί    δεν    είναι   ο   σταυραητός   ένα   κλεισμένο   συρτάρι
γιατί   ο    σταυραητός,   που   σημαίνει   τη   δύναμη,  το   θυελλικό   και    θριαμβικό   πέρασμα,  την    κατάκτηση   της    ζωής,  δεν   είναι «κλειστό   συρτάρι», δεν   είναι   δηλαδή   κάτι   εύκολο    και    βολικό   στις   καθημερινές    κινήσεις    του   ανθρώπου.
Δεν   είναι   δάκρυ    κορομηλιάς    ούτε    χαμόγελο   νούφαρου
δεν    είναι   δηλαδή   κάτι   πρόχειρο    και    άφθονο   στη    φύση,  κάτι   ανώδυνα    και    ακίνδυνα     ωραίο.
Ούτε   φανέλα    περιστεριού   και   μαντολίνο   Σουλτάνου
Ούτε    μεταξωτή   φορεσιά    για    το    κεφάλι     της    φάλαινας.
Συνεχίζεται   η   ίδια   νοηματική    ανάπτυξη    με    την   αρνητική    αναφορά   στις    εικόνες    αυτές,   που   σημαίνουν   το    δαμασμό   και   την   ημέρωση   δυσχείριστων   πραγμάτων: 
Είναι    πριόνι    θαλασσινό    που    πετσοκόβει    τους   γλάρους
είναι    δηλαδή   κάτι    άγριο,  επικίνδυνο   και   επώδυνο.
Είναι…είναι…
Με   τις   εικόνες    που   ακολουθούν    ολοκληρώνεται   το   ίδιο   νόημα    και    ταυτόχρονα    υποδηλώνεται    κάπως   το    πολύπτυχο   και    πολυμερές,   το   ποικίλο   και    πολυσύνθετο   της    ζωής    και    του   κόσμου. 
Το     συσσωρευτικό    ύφος   της    ανάπτυξης    παύει    στο    στίχο « Και   τότε   κλαίνε   κι   αυτές» (οι   φουντουκιές),   όπου  ,  καθώς   έχει    κορυφωθεί   η   ανάπτυξη    της    πρώτης    ιδέας,   αλλάζει   η    στάση    της    ψυχής.   Ύστερα   από   την    τόσο   πολύτιμη   και    διδακτική   εμπειρία    για    τη    βαθύτερη   φύση   της    ζωής,   έρχεται   η    συμφιλίωση,  η    στάση   θεατή   συμμέτοχου   στη   μοίρα   της. Οι   φουντουκιές,  αποκτώντας    έμψυχη    υπόσταση,  εμφανίζονται    να    συνειδητοποιούν   την    ώριμη   αυτή    εμπειρία    και   να    εκπροσωπούν   τη   νέα   στάση    ψυχής: 
Και    τότε    κλαίνε   κι    αυτές
Καίνε    τα    νυχτικά    τους   και   φορούν    το   μισοφόρι   της    πάπιας
Στρώνουν   αστέρια   καταγής   για   να    πατήσουν οι βασιλιάδες.
Και   οι    εικόνες    αυτές,  στον    γοργό   ρυθμό   της   διαδοχής   τους,  συνθέτουν   έναν    συναρπαστικό   πίνακα   από   πλάσματα    ονείρου. Μέσα   σε   μια    ατμόσφαιρα    οργιαστικού   πανηγυριού   και    λαϊκού   παραμυθιού   παρελαύνει   με    παγανιστική    πνοή   ο   μικρόκοσμος   της   φύσης   και   της    φαντασίας.  Και   βέβαια    οι   εικόνες    αυτές    δεν   είναι    όλες   ωραίες,   δεν    έχουν   ίση   αισθητική   αξία    με   τις    προηγούμενες    και   τις    επόμενες.
Όμως   επιτελούν   αναγκαία   λειτουργία    στην   ποιητική    ανάπτυξη.  Η   ψυχή,  για     να     φτάσει    στην    ευδαιμονία   της    τελευταίας     εικόνας,   έπρεπε   να    περάσει    και   απ’   αυτό    το    στάδιο.  Αλλά   ό,τι   γίνεται   στη   ζωή   έχει   τέλος.  Έτσι   και    τώρα: 
Λούζονται   μές   στην    άχνη    του    λιβανιού
Κι   ύστερα   ψέλνοντας   αργά    μπαίνουν   ξανά   στη    γή   και   σωπαίνουν. 
Και   με    τον    τελευταίο    στίχο, 
Όπως   σωπαίνουν   τα    κύματα     όπως    ο    κούκος   τη   χαραυγή   όπως   ο   λύχνος το    βράδυ κλείνει   η   ανάπτυξη    γαλήνια    και    απαλά.  Και    ο    ήχος    του   στίχου,   καθώς   δείχνει    να    σβήνει,  υποβάλλει    την    εντύπωση   πως    κάτι   τελειώνει,  πως    τίποτα   δεν    αναμένεται   πια,   σε    αντίθεση   με   τον   άλλο   στίχο,   στο   τέλος    του   πρώτου   θέματος:  
Όταν   ο    θερισμός    εσταμάτησε   κι    άρχισαν    οι    ελπίδες   των    γρύλων.
Δεν    τελειώνει   όμως    εδώ   η   ψυχική   ανέλιξη.  Μια    έξοχη    στη   δροσιά     της    και    την    ομορφιά    της    εικόνα,   που   δεν    χρειάζεται   ιδιαίτερη   ερμηνεία,   αποτελεί    το   τελευταίο   θέμα    του   πρώτου   ποιήματος   και    το   σφραγίζει  με   τη    χάρη   της.   Η    κατάληξη    της    ψυχικής    δοκιμασίας,  σε   μια    ποιητική   όραση   του   κόσμου,  δεν    μπορούσε    να    είναι   παρά   η    χαρά   της     αισθητικής    λύτρωσης. 
Έτσι   σ’   ένα    πιθάρι   βαθύ   το    σταφύλι    ξεραίνεται   και   στο    καμπαναριό μιας    συκιάς   κιτρινίζει    το    μήλο
Έτσι   με   μια    γραβάτα   φανταχτερή
Στην   τέντα   της   κληματαριάς    το    καλοκαίρι   ανασαίνει
Έτσι    κοιμάται    ολόγυμνη   μέσα    στις    άσπρες    κερασιές   μια   τρυφερή   μου   αγάπη
Ένα   κορίτσι   αμάραντο    σα    μυγδαλιάς    κλωνάρι
Με   το   κεφάλι   στον   αγκώνα    της    γερτό   και    την   παλάμη   πάνω   στο   φλουρί   της
Πάνω   στην   πρωινή   του   θαλπωρή    όταν   σιγά-  σιγά    σαν    τον   κλέφτη
Από    το   παραθύρι  της   άνοιξης   μπαίνει   ο    αυγερινός   να    την   ξυπνήσει.
ΙΙ      
Αγωνία    και   ταραχή    εκφράζει   το   πρώτο   θέμα    του   δεύτερου   ποιήματος.  Τέσσερις   εικόνες   από   τη   ζωή    της    φύσης    σε   εξωτική   σύνθεση.Ο   ρυθμός    πάλι,   και    ακόμη   η   έντονη   παρήχηση   των   ίδιων    περίπου   φθόγγων   στις    λέξεις    «αφρισμένο»,  «μόχθο», «χειμάρρων» αποδίδουν  με   αδρότητα    και   ενάργεια   τη   στιγμή   αυτή   της   ψυχής.  Η   πρώτη   λέξη   «Λένε»,  καθώς    μεταθέτει   την   ευθύνη   της   αφήγησης   στους   άγνωστους    τρίτους,   εισφέρει   τη   γοητεία    του  θρύλου.
Λένε    πως     θυμώνουν   τα    βουνά    και    πως    θυμώνουν    τα    έλατα.
Όταν   η    νύχτα    ροκανάει   τις    πρόκες    των   κεραμιδιών   να    μπουν   οι
καλικάντζαροι   μέσα 
Όταν    ρουφάει    η    κόλαση    τον   αφρισμένο   μόχθο   των   χειμάρρων
Η    όταν    η   χωρίστρα    της    πιπεριάς   γίνεται   του   βοριά    κλωτσοσκούφι. 
Το   δεύτερο   θέμα,  σαν   συνέχεια    και   σαν    υπερνίκηση   της   αγωνίας    και   της    ταραχής,    σε    μια    εξαιρετική   στιγμή   απροσδόκητης   ευφορίας   της    ψυχής,   προβάλλει   έναν   απαράμιλλο    πίνακα,   όπου    όλα    σαν    σε   κλασσικό   ανάγλυφο   αναπαύονται   μακάρια.  Η    καλλιγραμμία   της   σύνθεσης,   η    ολοκληρία   της    ανάπτυξης     και    η    αρμονία    της    μορφής,   δημιουργούν    έναν    κόσμο    τελειωμένο,  κλειστό   στην    αυτάρκειά   του.Με    την    εναρκτήρια    λέξη  «Μόνο» υποσημαίνεται  πως   η   περίπτωση   της   εικόνας   είναι   εξαιρετική,  ενώ   με    τις   λέξεις    «Αχαιών»,  «Θεσσαλίας», «σέλινα»,  όπως    είναι   γνωστές    από   την    αρχαία    λατρεία,  ενισχύεται   η    εντύπωση   πως    η    εικόνα   έρχεται   από   τον   κόσμο   της   πρωτοελληνικής   αρχαιότητας.
Μόνο   τα    βόδια    των    Αχαιών   μές    στα     παχιά      λιβάδια   της   Θεσσαλίας  
Βόσκουν   ακμαία   και   δυνατά    με    τον    αιώνιο   ήλιο    που   τα    κοιτάζει
Τρώνε   χορτάρι    πράσινο   φύλλα   της   λεύκας    σέλινα   πίνουνε   καθαρό   νερό μες    στ’  αυλάκια
Μυρίζουν   τον   ιδρώτα    της   γης    κι    ύστερα   πέφτουνε   βαριά   κάτω   απ’  τον ίσκιο   της   ιτιάς    να     κοιμηθούνε.
Το    τρίτο   θέμα   εκφράζει   την   τραγική    μοίρα    της   ανθρώπινης   ψυχής,  την   αντινομία   ανάμεσα   στην   ψυχή    και    τον   κόσμο,   το   διχασμό   της   ίδιας   της   ψυχής   στο   αντίκρισμα   της    ζωής.
Η    αισθητική   μακαριότητα    δεν    είναι   μόνιμη    κατάσταση.  Με   τον    υποβλητικό    στίχο
Πετάτε    τους    νεκρούς     είπ’  ο    Ηράκλειτος   κι   είδε    τον   ουρανό    να   χλωμιάζει εκφράζεται    η    επιστροφή    της   ψυχής    στον    εαυτό   της   και    στα   συγκλονιστικά     ερωτήματα   για    τη    φύση    του   κόσμου,  για   την   ίδια   την   ουσία   της   και    τη   μοίρα    της.  Με   την   παρουσία    της    σκοτεινής    και   απόκοσμης   μορφής   του   Ηράκλειτου   δίνεται   η    υποβλητική   ατμόσφαιρα    της    στιγμής,   με   σύνδρομο   το   ρίγος   που   προκαλεί   στην   ψυχή  η    σκιά    του   θανάτου:  «κι   είδε    τον    ουρανό    να    χλωμιάζει».
Κι έπειτα , η ψυχική πείρα για την ετεροσύνθετη φύση του κόσμου, για σύμμιξη της ζωής με το θάνατο:
Κι    είδε    στη    λάσπη   δυό   μικρά    κυκλάμινα    να    φιλιούνται.
Και    η     λύτρωση   έτσι    της    ψυχής    από   τον    εφιάλτη   του    θανάτου,  η   κάποια    οικείωση    και   συμφιλίωση   μ’  αυτόν:
Kι   έπεσε   να    φιλήσει   κι    αυτός   το   πεθαμένο    σώμα   του   μές    στο    φιλόξενο χώμα
Όπως  ο  λύκος    κατεβαίνει    απ’   τους   δρυμούς   να   δει    το   ψόφιο   σκυλί   και    να κλάψει. 
Τώρα,   ο  τρυφερός   πόθος  της   νέας   ψυχής   για   την   ελευθερία    της,
για    μια    πτήση    στο   άπειρο,   για    το    κυνήγημα   της   χίμαιρας: 
Tι    να    μου   κάνει    η   σταλαγματιά    που   λάμπει   στο    μέτωπό   σου;
Το   ξέρω   πάνω   στα   χείλια   σου   έγραψε   ο    κεραυνός   τ’  όνομά   του
Το   ξέρω   μέσα    στα   μάτια   σου    έχτισε    ένας    αητός   τη  φωλιά   του.
Όμως   γρήγορα   η   πικρία,   που   θα   δοκιμάσει   η   ψυχή   στην   πρώτη   επαφή   της   με   τη   ζωή    και    τις   αμείλικτες    ανάγκες   της: 
Μα    εδώ   στην   όχτη   την   υγρή    μόνο   ένας    δρόμος    υπάρχει   
Μόνο    ένας    δρόμος   απατηλός    και   πρέπει   να   τον   περάσεις.
Χρειάζεται   αδίστακτη   και   αιματηρή   προσπάθεια    και   δεν   υπάρχει    καιρός   για    σκέψη   και   αναβολή.   Η    εποχή   της   νεότητας   της   ψυχής     είναι    σύντομη: 
Πρέπει   στο   αίμα    να      βουτηχτείς    πριν    ο   καιρός   σε   προφτάσει.
Και   τότε   η   λυτρωτική    μετάσταση   στη   σφαίρα    της   ζωής,   που   ταιριάζει  στον   πόθο   της,  
Και    να    διαβείς   αντίπερα   να   ξαναβρείς   τους    συντρόφους   σου.
Ομορφιά,  ελευθερία,  ορμή.
Άνθη    πουλιά    ελάφια
Και    γαλήνια    ευμοιρία   στην    ψυχή   και    στη   φύση: 
Να    βρεις   μιαν    άλλη    θάλασσα   μιάν   άλλη    απαλοσύνη.
Και    χρειάζεται    ακόμη   η   αποφασιστική    χειρονομία
Να    πιάσεις    από    τα     λουριά    του   Αχιλλέα   τ’  άλογα
και    όχι    άβουλη    αδράνεια   και    άγονες    διαμαρτυρίες: 
Αντί    να    κάθεσαι    βουβή   τον    ποταμό   να    μαλώνεις   
Τον    ποταμό   να    λιθοβολείς    όπως   η   μάνα    του    Κίτσου. 
Αλλιώτικα,   επικρέμαται   ο    μαρασμός   της   ομορφιάς,   που   ισοδυναμεί   εδώ   με   τον    αφανισμό    και   του    ίδιου   του   ανθρώπου:
Γιατί    κι    εσύ    θα’  χεις    χαθεί   κι  η    ομορφιά    σου   θα’  χει    γεράσει.
Και    τώρα,    ως    το   τέλος   πια    του   ποιήματος,   η    συγκομιδή   της   ψυχικής   εμπειρίας    σαν    υποθήκη   για    την    ορθή    στάση   απέναντι   στη    ζωή.  Πρώτα   η    αθώα    αισιοδοξία   της   παιδικής   ηλικίας   προβάλλεται   σαν   το   πιο    ωραίο   εφόδιο   στη   ζωή. 
Μέσα    στους    κλώνους   μιας    λυγαριάς   βλέπω   το   παιδικό   σου    πουκάμισο   να στεγνώνει
Πάρτο   σημαία   της    ζωής    να    σαβανώνεις    το   θάνατο
και   μαζί   προβάλλονται   η   αταραξία,   η    αδάκρυτη    υποδοχή   του   πεπρωμένου: 
Kι   ας   μη   λυγίσει   η    καρδιά   σου
Κι   ας    μην   κυλήσει  το   δάκρυ   σου   πάνω   στην   αδυσώπητη   τούτη    γή
Όπως    εκύλησε   μια    φορά    στην   παγωμένη   ερημιά    το   δάκρυ   του   πιγκουίνου.
 Έπειτα,   επιβλητικά    παρουσιάζεται    το   ανώφελο   του   παράπονου: αμετάλλαχτη   παραμένει   η    πορεία    της   ζωής,  όπως    δείχνεται   σε    μια    συναρπαστική   σύνοψη   του   κόσμου   με   τέσσερις   αντιθετικά   πλεγμένες   εικόνες.
Δεν   ωφελεί    το    παράπονο
Ίδια   παντού   θα’  ναι   η    ζωή   με   το   σουραύλι   των   φιδιών  στη   χώρα    των
φαντασμάτων
Με  το   τραγούδι   των   ληστών    στα    δάση    των   αρωμάτων
Με  το   μαχαίρι   ενός   καημού   στα   μάγουλα   της   ελπίδας
Με   το   μαράζι   μιας    άνοιξης  στα    φυλλοκάρδια   του   γκιώνη.
Και   τέλος   η   παρηγορητική   βεβαίωση   για   την   αυτάρκεια    της    ανθρώπινης   ψυχής,   που   με    τα    πιο    λιτά    μέσα-  αρκεί   να    ασκήσει   με    χαρμόσυνο  κίνημα   το   δυναμισμό    της- μπορεί   να   φτάσει   στην   ευμάρεια    της   ζωής    της.  
Φτάνει   ένα   αλέτρι   να    βραεθεί   κι    ένα    δρεπάνι   κοφτερό   σ’  ένα    χαρούμενο    χέρι  
Φτάνει   ν’  ανθίσει   μόνο
Λίγο   σιτάρι   για    τις    γιορτές    λίγο   κρασί   για    τη   θύμηση   λίγο   νερό   για   τη   σκόνη…
ΙΙΙ
Στο   τρίτο    ποίημα,   καθώς   η    ψυχή   ζει   μια    ώρα   βαθιάς    περισυλλογής,   το  κλειστό  και   βαρύ   τετράστιχο  είναι   η   άριστη   εξωτερική   μορφή   για   την   παραστατική   και  ρυθμική   απόδοση   του  ψυχικού   πληρώματος.
Στα    τρία    πρώτα    τετράστιχα   αλλεπάλληλες    εφιαλτικές   εικόνες   αποδίδουν   την    αηδία    και   τη    φρίκη   που    διακατέχει   η   ψυχή.  Η   πικρία   για    τον    άγριο   κατατρεγμό    της   τύχης    εκφράζεται   υποβλητικά    με   τους   ισότιμους   σε    βάρος   και   σε    τόνο   έξοχους   στίχους  που  εισάγουν   στα   τρία    τετράστιχα 
Στου    πικραμένου    την   αυλή    ήλιος    δεν   ανατέλλει[…]
Στου   πικραμένου    την   αυλή     δε   βασιλεύει   η    νύχτα[…]
Στου   πικραμένου    την   αυλή   το   μάτι   έχει   στερέψει[  …]
καθώς,    όμοιοι    στο   νόημα   μεταξύ   τους,   με    τις    παραλλαγές    τους     εντείνουν   την    έκφραση,   προσθέτοντας   κάτι    πιο   καταθλιπτικό   ο   δεύτερος,   πιο   σπαρακτικό   ο    τρίτος.
Με    το    ίδιο    σκοτεινό    θέμα    «Στου   πικραμένου   την   αυλή» -  μιαν   αυλή   βέβαια    που   σημαίνει    ολόκληρο   τον  κόσμο   του-  υποβλητικά   πάλι   αρχίζει   το    τέταρτο    τετράστιχο: 
Στου   πικραμένου   την    αυλή    βγαίνει   χορτάρι    μαύρο.
Ευθύς   όμως   η    ψυχική    κατάσταση    αλλάζει.   Ένα     σκίρτημα    χαράς,   μια   πνοή    ελπίδας    διαπερνάει    την    ψυχή: 
Mόνο   ένα    βράδυ   του   Μαγιού   πέρασε   ένας   αγέρας
Ένα    περπάτημα    ελαφρύ   σα    σκίρτημα    του   κάμπου
Ένα   φιλί    της    θάλασσας    της    αφροστολισμένης.
Παρεμβάλλεται   μνεία    της   δίψας    και    της   πείνας,  δύο   καταστάσεων   της   ψυχής   ενδεικτικών   ένδειας    του   σώματος,  και   σύστοιχα   προβάλλονται   δύο   σύμβολα   αισθητικών   αξιών,  πρόσφορα   για    λιτή  και    άρτια    πλήρωση   της   ψυχής: 
Κι   αν    διψάσεις    για   νερό  θα   στίψουμε    ένα    σύννεφο
Κι   αν   θα   πεινάσεις   για   ψωμί    θα    σφάξουμε   ένα    αηδόνι.
Και   έπειτα    η    ηθική    αντίδραση    με   την   παραίνεση   για   εγκαρτέρηση, 
Μόνο    καρτέρι   μια    στιγμή   ν’   ανοίξει   ο    πικροπήγανος
Ν’   αστράψει   ο   μαύρος   ουρανός    να   λουλουδίσει   ο   φλόμος
αφού   η    χαρά   και    η   ελπίδα   αποδείχτηκαν    παροδικές: 
Mα    είταν    αγέρας   κι    έφυγε    κορυδαλλός   κι    εχάθη.
 Ωστόσο   το   γεγονός   που   χάραξε   την   ελπίδα    και   έθρεψε  τη   χαρά, εξωραισμένο   τώρα    από   τη   φαντασία   μέσα   στην   ανάμνηση,  χαρίζει   στην   ψυχή - και   έτσι   κλείνει  το   ποίημα-  εικόνες   λουσμένες    στην   αύρα    της   ομορφιάς: 

Είταν   του  Μάη  το   πρόσωπο   του   φεγγαριού   η   ασπράδα
Ένα    περπάτημα    ελαφρύ   σα    σκίρτημα    του   κάμπου
Ένα     φιλί    της    θάλασσας    της     αφροστολισμένης.
ΙV      
Ύστερα    από   τη    συνύπαρξη    με  τις   εφιαλτικές    εικόνες     του   κολασμένου   τοπίου   και   με    το   στιγμιαίο   στο   τέλος    απαλό   ανέμισμα    της    ομορφιάς,   μια    πλημμύρα   τώρα   ευφροσύνης   εισορμάει   στην    ψυχή.
Ούτε   το   βαρύ   κλειστό   τετράστιχο   ούτε   ο   ευλύγιστος   ελεύθερος   στίχος   θα   μπορούσαν    πια    να    χωρέσουν    το   χείμαρρο   του   αναστάσιμου   ενθουσιασμού.  Η    ευρύχωρη    αναπτυγμένη   περίοδος    του   πεζού   λόγου,  διαπλασμένη    όμως    σε   ύφος    ποιητικού   λόγου,  περικλείνει   τώρα   άνετα,  σαν  μια   ανοιχτή   πεδιάδα,   τα   ωραία    διαδοχικά   οράματα.
Η    ευφρόσυνη   δόνηση   χαρίζει    στην    ψυχή    μια   γόνιμη   αισθαντικότητα.  Στο    εκστατικό   βλέμμα   της   αποκαλύπτεται   τώρα   η   ζωή    σε    όλο   το   βάθος    της.  Με    ενάργεια   προβάλλει    η   μυστική  δύναμη    που,  αδιόρατη   σε   υπόγεια    στρώματα    και   σε    μύχιους   χώρους,   τρέφει    και   πλάθει   τη    ζωή    σε    κάθε    φάση   της,  από    το    νερό    που    εισδύει   στις    σκοτεινές   ρίζες    ως    το    άρωμα    της    βλάστησης,   ως    τα    χαρωπά    σκιρτήματα    ερπετών   και    πουλιών,   ως   τα   τρυφερά    συναισθήματα     των   ανθρώπων:  παντού   είναι   ισότιμο    στοιχείο   του   αστρικού    σύμπαντος,  ισόβαθμα    υποταγμένο   στις   ριπές   της   μοίρας.
Ξύπνησε   γάργαρο   νερό    από   τη   ρίζα   του   πεύκου   να    βρεις   τα    μάτια   των    σπουργιτιών   και   να    τα    ζωντανέψεις   ποτίζοντας   το   χώμα    με    μυρωδιά    βασιλικού   και   με    σφυρίγματα    σαύρας.  Το    ξέρω   είσαι   μια   φλέβα    γυμνή   κάτω  από   το   φοβερό   βλέμμα   του   άνεμου   είσαι   μια   σπίθα   βουβή   μέσα    στο   λαμπερό   πλήθος    των    άστρων.  Δε   σε   προσέχει    κανείς    κανείς    δε    σταματά   ν’  ακούσει    την   ανάσα    σου    μα   σύ   με   το   βαρύ   σου    περπάτημα   μές   στην   αγέρωχη   φύση   θα   φτάσεις   μια   μέρα    στα   φύλλα    της    βερυκοκιάς   θ’  ανέβεις   στα    λυγερά   κορμιά   των   μικρών   σπάρτων   και   θα   κυλήσεις   από    τα    μάτια    μιας    αγαπητικιάς   σαν  εφηβικό   φεγγάρι.
Και   έπειτα    μυθική   αφήγηση   για     μια    επαγγελία    παραδείσιας   μετάπλασης   των   πάντων: 
Υπάρχει    μια   πέτρα    αθάνατη   που   κάποτε   περαστικός   ένας   ανθρώπινος   άγγελος   έγραψε    τ’  όναμά   του   επάνω   της   κι   ένα    τραγούδι   που   δεν   το   ξέρει   ακόμα    κανείς   ούτε   τα    πιο    τρελά    παιδιά    ούτε   τα    πιο   σοφά   τ’  αηδόνια.  Είναι   κλεισμένη   τώρα    σε   μια    σπηλιά    του   βουνού   Ντέβι   μέσα  στις    λαγκαδιές    και    στα   φαράγγια    της    πατρικής    μου   γης   μα    όταν   ανοίξει    κάποτε   και   τιναχτεί   ενάντια   στη    φθορά   και   στο    χρόνο    αυτό   το   αγγελικό   τραγούδι   θα   πάψει    ξαφνικά     η    βροχή    και    θα   στεγνώσουν    οι   λάσπες    τα    χιόνια   θα   λιώσουν    στα    βουνά    θα    κελαηδήσει   ο    άνεμος    τα    χελιδόνια    θ’  αναστηθούν   οι    λυγαριές    θα   ριγήσουν   κι    οι   άνθρωποι   με   τα   κρύα    μάτια   και   τα    χλωμά    πρόσωπα     όταν    ακούσουν   τις   καμπάνες   να   χτυπάν    μέσα    στα    ραγισμένα    καμπαναριά   μοναχές    τους   θα    βρούν   καπέλα    γιορτινά    να   φορέσουν   και    φιόγκους   φανταχτερούς   να    δέσουν    στα    παπούτσια     τους. 
Είναι  η    απόλυτη    Ποίηση,   που    με   τη    μαγική    παρουσία   της,  αναποκάλυπτη   ακόμη    στην   ιστορία,   μέλλει    σε   μια   ώρα    συντέλειας,  προ-
βάλλοντας    μορφές   αθάνατες,  να    αναβαπτίσει   και   να    εμψυχώσει    τα   πάντα    σε    μιαν   ατμόσφαιρα     άδολης    ευμοιρίας   και    ομορφιάς.
Έτσι   η   εορταστική    έξαρση   παραλλάσει   με   την   έκσταση    της    ελευθερίας: 
Γιατί    τότε    κανείς    δε   θ’  αστειεύεται    πια     το   αίμα    των   ρυακιών   θα    ξεχειλίσει   τα    ζώα    θα    κόψουν   τα    χαλινάρια    τους    στα   παχνιά    το   χόρτο   θα    πρασινίσει   στους    στάβλους    στα    κεραμίδια   θα    πεταχτούν  ολόχλωρες    παπαρούνες    και   μάηδες    και   σ’  όλα    τα    σταυροδρόμια   θ’ ανάψουν    κόκκινες    φωτιές    τα    μεσάνυχτα.
Η   εορταστική   αυτή    βασιλεία    της   ελευθερίας   βρίσκει   αισθητική   τελείωση    σε   σκηνή   ανθρώπινης   μοίρας   με    μια   εικόνα    δροσερότητας    και   φλογερότητας: 
Τότε   θα’   ρθουν    σιγά- σιγά    τα   φοβισμένα    κορίτσια    για   να   πετάξουν   το τελευταίο   τους   ρούχο   στη   φωτιά    κι   ολόγυμνα   θα   χορέψουν   τριγύρω   της
όπως   την    εποχή    ακριβώς    που   είμασταν   κι   εμείς    νέοι   κι    άνοιγε  ένα
παράθυρο   την    αυγή    για    να    φυτρώσει    στο   στήθος    τους    ένα   φλογάτο
γαρύφαλο. 
Τώρα   η    επίγνωση   μιας    ουσιαστικής   ταυτότητας   ανάμεσα    στην   ανάερη    μέθη   της    αισθητικής    χαράς    και   στη    βαθιά    γοητεία    του    παλιωμένου   κόσμου: 
Παιδιά    ίσως    η   μνήμη    των   προγόνων    να    είναι    βαθύτερη    παρηγοριά    και πιο    πολύτιμη   συντροφιά   από    μια    χούφτα    ροδόσταμο   και   το   μεθύσι   της ομορφιάς    τίποτε   διαφορετικό    από   την    κοιμισμένη    τριανταφυλλιά    του
Ευρώτα.
Κι   έτσι    αναπαυμένη   πια   η    ψυχή   αφήνεται    σε   έναν   γαλήνιο   αποχαιρετισμό,  ενώ   ένα    όραμα   ανατέλλει    στους    ουρανούς   της,  θριαμβική   επίστεψη    της   ανθρώπινης    αισθαντικότητας.  Όμως   την   ίδια   στιγμή   αποχωρίζει  για   τον   εαυτό   της   και   αποθησαυρίζει   μέσα   της    την    αισθητική   εμπειρία    της    ώρας.
Καληνύχτα   λοιπόν    βλέπω    σωρούς    πεφτάστερα   να    σας    λικνίζουν   τα όνειρα   μα    εγώ  κρατώ    στα    δάχτυλά    μου   τη   μουσική   για   μια    καλύτερη
μέρα.
Και    η    στάση    αυτή    της    ψυχής    επισφραγίζεται   σε   μια   γνωμική    διατύπωση   για   τις   βαρύτιμες   ταξιδιωτικές    εντυπώσεις    από   εξωτικές    χώρες   της    τέχνης   και    του   θρύλου: 
Οι   ταξιδιώτες    των    Ινδιών    ξέρουνε   περισσότερα     να    σας   πουν    απ’   τους
Βυζαντινούς   χρονογράφους.
V  
Το    πέμπτο    ποίημα    δίνει    σε   χρησμοδοτικό   ύφος   μια    έκφραση    επιγραμματική   της    ιστορίας    και    της    προιστορίας    της   ανθρωπότητας, 
προβάλλοντας    προ    πάντων   τη    δραματική    ένταση    και   το   σπαρακτικό    υπόβαθρο   της    επιβλητικής   αυτής-  και   σε   πολλά     όμοιας   με   τη   γένεση   στη    φύση-  μεγαλουργίας   και   δοκιμασίας: 
Ο    άνθρωπος    κατά    τον    ρου   της    μυστηριώδους   ζωής   του
Κατέλιπεν   εις   τους    απογόνους    του    δείγματα    πολλαπλά    και   αντάξια   της   αθανάτου   καταγωγής    του
Όπως    επίσης    κατέλιπεν  ίχνη   των   ερειπίων   του   λυκαυγούς   χιονοστιβάδας
Ουρανίων   ερπετών   χαρταετούς   αδάμαντας   και   βλέμματα    υακίνθων
Εν    μέσω   αναστεναγμών   δακρύων    πείνης    οιμωγών    και    τέφρας    υπογείων
φρεάτων. 
VI               
Και    τέλος,   το    έκτο    ποίημα    όπου    αστράφτει   συμπυκνωμένη   η   συνολική   ποιητική   εμπειρία. 
Με   ύφος    αφηγηματικό   και    σε    νοσταλγικό   τόνο   πληρώνει  το   πρώτο   μέρος   η   ψυχική   ένωση,  σε    οραματική   έξαρση,  με   μια   άυλη   αγαπητή   Μορφή.  Φύση   και   ψυχή,  ιδέα   και   ύλη    συμπλέκονται    εδώ   γόνιμα    και   εναλλάσσονται    αβίαστα.  Οι    ομορφιές    της   φύσης    γίνονται   δυνάμεις   της    ψυχής,   και    η   ιδεατή    λατρευτή    υπόσταση   ονομάζεται    με   μια   επιβλητική 
Φυσική   εικόνα: 
¨Πόσο   πολύ   σε   αγάπησα   εγώ    μονάχα    ξέρω
Εγώ  που  κάποτε    σ’   άγγιξα    με   τα    μάτια   της   πούλιας  
Και   με   τη   χαίτη   του   φεγγαριού    σ’   αγκάλιασα   και   χορέψαμε   μες   στους
καλοκαιριάτικους    κάμπους  
Πάνω    στη    θερισμένη   καλαμιά    και   φάγαμε    μαζί   το    κομμένο   τριφύλλι
Μαύρη   μεγάλη    θάλασσα    με   τόσα    βότσαλα    τριγύρω    στο    λαιμό   τόσα
χρωματιστά   πετράδια   στα    μαλλιά    σου.
Όμως,  και   πιο   πέρα    από   το    κεντρικό   όραμα,   τα    πάντα    μέσα    στη   φύση   σαν   να    έχουν    ολοκαίνουργια    όψη,   σαν   να    λούστηκαν    και   να   δονήθηκαν    από   μια    εορταστική   αύρα: 
Ένα    καράβι   μπαίνει    στο   γιαλό    ένα   μαγγανοπήγαδο   σκουριασμένο   βογγαέι  
Μια    τούφα    γαλανός   καπνός    μες   στο   τριανταφυλλί    του   ορίζοντα
Ίδιος    με    τη   φτερούγα    του    γερανού    που    σπαράζει
Στρατιές   χελιδονιών   περιμένουνε    να    πουν   στους   αντρειωμένους    το καλωσόρισες
Μπράτσα    σηκώνουνται   γυμνά    με   χαραγμένες   άγκυρες    στη    μασχάλη
Μπερδεύονται   κραυγές    παιδιών   με   το   κελάηδημα    του   πουνέντε
Μέλισσες     μπαινοβγαίνουν   μες    στα   ρουθούνια    αγελάδων
Μαντήλια    καλαματιανά    κυματίζουνε.
Είναι  σαν   να   ζουν   από    μια    ουράνια    εμπνοή   με   πηγή    ανθρώπινη,  από   τη   μεταιστορική    ουσίωση    και   προβολή   παλιάς    ιστορικής   αγωνίας:
Και   μια   καμπάνα   μακρινή   βάφει  τον   ουρανό   με    λουλάκι
Σαν    τη   φωνή   κάποιου   σήμαντρου   που   ταξιδεύει   μέσα   στ’  αστέρια
Τόσους   αιώνες    φευγάτο   
Από    των    Γότθων   την   ψυχή  κι   από    τους   τρούλλους  της   Βαλτιμόρης  
Κι    απ’    τη    χαμένη   Αγιά-  Σοφιά  το   μέγα    μοναστήρι.
Τώρα    για    μια    στιγμή   ανοίγει    ο    κλειστός    αυτός   κύκλος   της    ψυχής.  Και    αποκαλύπτεται-  είναι   το    ποίημα     στο    δεύτερο   μέρος    του- ένας    άλλος    κόσμος,   η    άλλη    ζωή   και   φύση,   που   σαν   να   μένει   αμέτοχη   στην  χαρμόσυνη    μεταρσίωση    των   πάντων   από   την    εμψυχωτική    παντοδυναμία    της    Αγάπης.  Βέβαια   και   ο    άλλος    αυτός    κόσμος    έχει   ομορφιά    και    ευγένεια,   έχει    ποιητική    παρουσία    και    αυτάρκεια,  έχει   όμως   πάντοτε   τη   
δική    του    στάση,   τη   δική   του   δράση,   μια    ψυχική   αυτοτέλεια,  μια    ιστορική    ακινησία: 
Mα     πάνω    στ’   αψηλά    βουνά    ποιοι   να’  ναι   αυτοί   που   κοιτάνε
Με    την    ακύμαντη    ματιά    και    το   γαλήνιο    πρόσωπο;  
Ποιάς   πυρκαγιάς   να’  ναι   αντίλαλος   αυτός   ο    κουρνιαχτός   στον      αγέρα; 
Μήνα   ο    Καλύβας   πολεμάει   μήνα   ο   Λεβεντογιάννης;
Μήπως  αμάχη    επιάσανεν    οι    Γερμανοί   με   τους   Μανιάτες; 
Ουδ΄ ο   Καλύβας   πολεμάει    κι    ουδ’  ο   Λεβεντογιάννης
Ούτε   κι   αμάχη   επιάσανε   οι   Γερμανοί   με   τους    Μανιάτες.
Πύργοι   φυλάνε   σιωπηλοί   μια    στοιχειωμένη   πριγκίπισσα
Κορφές    κυπαρισσιών   συντροφεύουνε   μια    πεθαμένη   ανεμώνη
Τσοπαναρέοι    ατάραχοι   μ’  ‘ένα   καλάμι    φλαμουριάς   λένε     το   πρωινό   τους  τραγούδι
Ένας   ανόητος   κυνηγός   ρίχνει    μια    ντουφεκιά   στα   τρυγόνια
Κι   ένας   παλιός   ανεμόμυλος   λησμονημένος    απ’  όλους
Με   μια   βελόνα   δελφινιού    ράβει  τα   σάπια    του   πανιά   μοναχός   του.
Και    κατεβαίνει   απ’  τις   πλαγιές   με    τον   καράγιαλη   πρίμα
Όπως   κατέβαινε   ο    Άδωνις   στα    μονοπάτια   του   Χελμού   να   πει  μια
καλησπέρα   της    Γκόλφως. 
Και    ύστερα    από    το    αντιφωνικό    αυτό   και    ηρεμητικό    παρέμβλημα,  όπου   το    εξωτερικό,   το   μαγικό,   το     ειδυλλιακό,   ελαφρά   πλεγμένα,  συναποτελούν    μια    σύνθεση   με    χάρη   απόκοσμη,   γυρίζει,  μεστός   πια   και   άρτιος,   ο    ποιητικός    λόγος -  είναι    το    τρίτο   μέρος-  σε   νοσταλγικό    αναλογισμό   της   ίδιας   άυλης   αγαπητής    Μορφής.  Η   δημιουργία   του   ποιητικού   λόγου   ερμηνεύεται   τη   στιγμή   αυτή    σαν   επίμοχθο    αφιέρωμα    στη   λατρεία    της.  Και   η  έκβαση    του   ποιητικού    λόγου   είναι  η    επίστεψη   της   μνήμης   της   με   το   θάμβος   των   οραμάτων  της    αλλοτινής    έξαρσης.   Μόνο   εδώ   στην   επιβλητική   εικόνα   του   κεντρικού   οράματος    η   «μοναξιά» εκφράζει   ό,τι   εκεί  η  «θάλασσα».
Χρόνια   και    χρόνια    πάλεψα    με   το  μελάνι   και   το   σφυρί   βασανισμένη
καρδιά    μου
Με   το   χρυσάφι   και    τη    φωτιά    για   να   σου   κάμω   ένα    κέντημα
Ένα   ζουμπούλι    πορτοκαλιάς
Μιαν   ανθισμένη   κυδωνιά    να    σε   παρηγορήσω
Εγώ   που   κάποτε  σ’  άγγιξα   με   τα   μάτια   της   πούλιας
Και   με   τη    χαίτη   του   φεγγαριού   σ’  αγκάλιασα   και  χορέψαμε   μες   στους
καλοκαιριάτικους    κάμπους
Πάνω   στη    θερισμένη   καλαμιά   και   φάγαμε   μαζί  το   κομμένο   τριφύλλι
Μαύρη  μεγάλη    μοναξιά   με   τόσα   βότσαλα   τριγύρω   στο   λαιμό   τόσα 
χρωματιστά   πετράδια    στα    μαλλιά    σου.
 Ιούνιος    1944
 Υστερόγραφο 
 Ο   σκοπός    μου,  όταν   έγραφα   το   ερμηνευτικό  αυτό    μελέτημα   τον   Ιούνιο  του   1944,  ήταν    να   καταστήσω   προσιτό   και  παραδεκτό   ένα   ποιητικό   έργο,  ερμητικό   σχεδόν   και    αλλόκοτο,  ακόμη   και   για    τη   μετασεφερική   αισθαντικότητα,   προ   πάντων   όμως    να    επισημάνω   πειστικά   την    εμφάνιση   ενός    ποιητή,   άξιου   να   συναποτελέσει   τριανδρία   ποιητών   με   τον   Οδυσσέα    Ελύτη   και    τον  Γιώργο  Σαραντάρη.  Και    δεν   ήμουν    στην   εκτίμηση   αυτή   αυθαίρετος.  Ο   Ελύτης   δεν   έπαψε    ποτέ   να    θαυμάζει   τον    Σαραντάρη,   χαμένον    πρόωρα    το   1944,   σε   ηλικία    τριάντα   δύο   ετών,  από   τις   κακουχίες,  στην   πρώτη   γραμμή   του    Μετώπου   του   ελληνοϊταλικού   πολέμου. Αλλά   επίσης   δεν   έπαψε   ποτέ   να   εκτιμά    έξοχα   τον  Γκάτσο,   και    μάλιστα   να    τον   εμπιστεύεται   μοναδικά    για    επιβεβαίωση    της   αξίας    κάποιων   δικών    του   στίχων   πριν   από   τη   δημοσίευσή   τους. 
Έστω  κι    αν    πέρασαν  πολλές   δεκαετίες   από   την   πρώτη   έκδοση  της   Αμοργού,  η   πρώτη   αυτή   δημοσίευση    του   επίσης    πριν   από   πολλές    δεκαετίες    γραμμένου  ερμηνευτικού   μελετήματός   μου    για   το  κύριο   έργο   του   τρίτου   της    τριανδρίας,   αισθητικά    πολύπειρου,   ποιητή,   δεν   είναι,  πιστεύω,  ανεπίκαιρη   ούτε   μάταιη,  αλλά   μάλλον    δικαιώνεται,   καθώς    συμβάλλει   εποικοδομητικά   στη  φήμη   του   Νίκου   Γκάτσου,  ενώ   ταυτόχρονα   υπηρετεί,  όχι   απρόσφορα,   ποιητικό   έργο   σημαντικότατο.

Οκτώβριος     1998
Του καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών
Αλέξανδρου Ι. Δεσποτόπουλου
Α.Ι. Δ.