Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

ΦΩΤΟγραφιες






















ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ, ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΕΡΑΗΛΙΔΗ

Για να καταλάβετε τι κάναμε να σας πω μόνον ότι όταν το 1994 εργαζόμουν στον μεγάλο ΑΔΕΣΜΕΥΤΟ ΤΥΠΟ στο ελεύθερο ρεπορτάζ, όποιος έκανε ένα θέμα την ημέρα ήταν το ΜΕΓΑΛΟ ΟΝΟΜΑ...Υπήρχαν συνάδελφοί μου που κάνανε και 2 με 3 θέματα την εβδομάδα και έλεγαν ότι τα «έπαιξαν» από την κούραση!ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΣΕ ΜΙΑ ΗΜΕΡΑ 11 ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΗΜΑΣΤΑΝ ΦΟΥΛ ...ΧΑΡΑ ΚΑΙ ...ΚΕΦΙ!ΕΝΩ ΕΚΕΙΝΟΙ ΟΙ ΔΗΘΕΝ ΚΑΙ ΤΑΧΑ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΟΤΑΝ ΚΑΝΟΥΝ ΕΝΑ ΘΕΜΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΖΟΥΝ!!!Αυτός ρε φίλε Γιώργο, ήταν ο φίλος μου ο Χάρης ο δημοσιογράφος...
με τον Δημήτρη Κεραηλίδη
(pieria-gr.blogspot.com)
* Και τώρα ήρθε η ώρα και εγώ, εδώ στο «σπίτι» μας, στους Πιερικούς Αντιλάλους και στο οπισθόφυλλό τους, να σας παρουσιάσω, τον φίλο μου τον Χάρη!
* ΑΣ ΣΑΣ ΣΥΣΤΗΣΩ ΚΙ ΑΣ ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΩ ΣΤΑ ΔΙΚΑ ΜΑΣ – ΤΑ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ ΕΝΝΟΩ – ΤΟΝ ΦΙΛΟ ΜΟΥ ΤΟΝ ΧΑΡΗ ΤΟΝ ΜΠΙΚΗΡΟΠΟΥΛΟ...
* Όχι τον φίλο μου εκείνον τον Χάρη, που τον έχω παροπλίσει το τελευταίο διάστημα, γιατί τώρα στην σκιά του Ολύμπου ήρθε ο φίλος μου ο Γιώργος! Χα χα χα
* ΤΟΝ ΧΑΡΗ ΤΟΝ ΜΠΙΚΗΡΟΠΟΥΛΟ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΑΣ ΠΩ ΟΤΙ ΤΟΝ ΓΝΩΡΙΣΑ ΤΟ 1990 ΣΤΗΝ «ΕΡΜΗΣ TV»
* ΚΙ ΗΜΑΣΤΑΝ ΤΟΤΕ ΜΙΑ ΠΑΡΕΑ ΡΟΜΑΝΤΙΚΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΠΟΥ ΚΑΝΑΝΕ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΤΟΥΣ ΒΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ...
* Ο Χάρης βέβαια είχε ξεκινήσει νωρίτερα κι έκανε πολλά πράγματα, σε 1ο Ιδιωτικό Ραδιόφωνο Κατερίνης, στο Ράδιο Φάρος του φίλου Ευγένιου Ολύμπιου και σε άλλα ραδιόφωνα και έντυπα της εποχής εκείνης...
* ΚΑΙ ΜΙΛΗΣΕ ΜΕ ΓΚΙΩΝΑΚΗ – ΣΤΑΥΡΙΔΗ – ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ – ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ – ΚΑΡΕΖΗ – ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ ΚΑΙ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ) ΚΑΙ ΑΛΛΟΥΣ...
* Κι όμως όσο κι αν σας ακούγεται παράξενο, εγώ που τον έζησα και έζησα και σε μεγάλα μαγαζιά, ΒΛ. ΑΝΤΕΝΝΑ, ΤΕΜΠΟ, ΑΛΦΑ, μεγάλα ονόματα (ονόματα δεν λέμε) πρέπει να σας πω, πως αν ο Χάρης ζούσε στην Αθήνα, θα ήταν σήμερα στα ΠΡΩΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ...
* Τι Ευαγγελάτος και Χαντζηνικολάου και Πρετεντέρης και ο γιός του γιού και ο αδερφός του αδερφού;;;
* ΔΙΑΛΕΞΕ ΟΜΩΣ ΑΛΛΟ –ΜΕΧΡΙ ΠΡΟΤΙΝΟΣ ΔΡΟΜΟ- ΚΙ ΕΚΑΝΕ ΑΛΛΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΞ ΙΣΟΥ ΜΕΓΑΛΑ... ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΚΑΙ ...ΚΑΙ...ΚΑΙ.
* Ποιος θα ξεχάσει τον Χάρη στην μεγάλη εκείνη επιτυχία, σ' ότι αφορά την υπόθεση του τότε Δημάρχου Μενέλαου Τερζόπουλου;;;
* Θυμάμαι κάποτε πως εγώ κι ο Χάρης με έναν κάμερα μαν και τον ίδιο για οδηγό, πήγαμε Νότια Πιερία, ξέρετε με πόσα θέματα γυρίσαμε από εκεί;;;
* Ο ΧΑΡΗΣ ΕΦΕΡΕ 6 ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΚΙ ΕΓΩ ΑΛΛΑ 5!!!
* Ναι ρε φίλε Γιώργο καλά κατάλαβες, 11 θέματα τότε δύο άνθρωποι, από το πρωί μέχρι το απόγευμα μιας και μόνον μέρας!!!
* Για να καταλάβετε τι κάναμε να σας πω μόνον ότι όταν το 1994 εργαζόμουν στον μεγάλο ΑΔΕΣΜΕΥΤΟ ΤΥΠΟ στο ελεύθερο ρεπορτάζ, όποιος έκανε ένα θέμα την ημέρα ήταν το ΜΕΓΑΛΟ ΟΝΟΜΑ...
* Υπήρχαν συνάδελφοί μου που κάνανε και 2 με 3 θέματα την εβδομάδα και έλεγαν ότι τα «έπαιξαν» από την κούραση!
* ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΣΕ ΜΙΑ ΗΜΕΡΑ 11 ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΗΜΑΣΤΑΝ ΦΟΥΛ ...ΧΑΡΑ ΚΑΙ ...ΚΕΦΙ!
* ΕΝΩ ΕΚΕΙΝΟΙ ΟΙ ΔΗΘΕΝ ΚΑΙ ΤΑΧΑ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΟΤΑΝ ΚΑΝΟΥΝ ΕΝΑ ΘΕΜΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΖΟΥΝ!!!
* Αυτός ρε φίλε Γιώργο, ήταν ο φίλος μου ο Χάρης ο δημοσιογράφος...
* ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΙΛΟΣ Ο ΧΑΡΗΣ Ο ΜΠΙΚΗΡΟΠΟΥΛΟΣ ΠΟΥ ΑΝ ΘΕΛΕΙ ΚΑΝΕΙ ΜΕΓΑΛΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ – ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΦΙΛΕ ΓΙΩΡΓΟ;;;
* Τώρα εδώ στους Πιερικούς Αντίλαλους, σε μια φιλική συνεργασία έγινε ...γείτονας μου!
* ΧΑΡΗ ΚΑΛΩΣ ΟΡΙΣΕΣ!
* Και το πάρτι συνεχίζεται...
* Και για να μην ξεχνιόμαστε ΓΚΡΕΜΙΣΤΕ ΡΕ ΓΑΪΔΟΥΡΙΑ ΤΑ ΔΙΟΔΙΑ!!!
* ΒΟΥΡ ΜΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ 2 ΜΑΖΙ ΜΕ ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ, ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΠΡΩΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΠΑΡΑ ΠΡΩΤΟΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ!
* ΑΕΡΑΑΑ
* ο Δημήτρης Κεραηλίδης που αν και ζει στην χώρα των "δήθεν" και των "τάχα" (Αθήνα) γεννήθηκε στην σκιά του Ολύμπου και είναι δημοσιογράφος, μέλος της Ε.Σ.Η.Ε.Α. (kerailidis@yahoo.gr)
ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2008

ΘΕΟΧΑΡΗ ΜΠΙΚΗΡΟΠΟΥΛΟΥ: πόσες νύχτες;



πόσες νύχτες;

πόσες νύχτες, θα ξενυχτίσεις με ένα φίλο απ΄ τα παλιά
και τα καινούρια,
να πιεις δυο μπέρμπον χωρίς πάγο και νερό,
ακουμπώντας
πάνω στη μπάρα τους αγκώνες και τα βάρη που σέρνεις ολημερις;
Aνάμεσα στα θηλυκά αρωματισμένα κορμιά,
βλέμματα ενδιαφέροντα ή αδιάφορα,
με αλκοολικές συζητήσεις επί παντός επιστητού
για θέατρο, πολιτική, μουσική, μπίζνες, ποδόσφαιρο, ιππόδρομο
και γυναίκες,
κοιτώντας τα μάτια, κατάματα την ξανθιά
και τα οπίσθια μιας μακρομαλλούσας μελαχρινής ;
πόσες νύχτες να απομένουν, να εξαγνίσεις τις δύσκολες ώρες της ημέρας, αναδεύοντας εύκολα το μπέρμπον μες στο ποτήρι
και τις σκέψεις σου να παρατηρείς μες στο διάφανο ποτό;
Πόσες νύχτες άραγε απομένουν,
με φίλους αγαπημένους και παρέες
–που δεν γράφουν πλέον ιστορία-
να ταξιδέψεις στις μικρές αποδράσεις;
Πόσες νύχτες, πόσες μέρες;
Όσες κι αν μετρήσεις
το πρωί θα τις ξεχάσεις
ξεκινώντας
τη μέρα με αισιοδοξία και χαρά, με κέφι για δημιουργία,
μέχρι να σου τη σπάσουν
τα τηλεφωνήματα,
οι διευθυντάδες,
οι ηλίθιοι
που σε προσερπούν με έναν περίεργο τρόπο ανεξήγητο,
σαν τους φελλούς που στον αφρό επιπλέουν,
νικητές ανίκανοι και ανίκητοι,
προκαλώντας θαυμασμό…
Με τόσους ηλίθιους τριγύρω
πως να ναι ο κόσμος λογικός!

Ακόμα ένα ποτό, ακόμη μια ματιά, της λησμονιάς την ώρα
καλύτερα στις κίτρινες και τις ροζ λέξεις
να ξοδεύεις.
Σαν ξημερώσει με ένα σαρδόνιο χαμόγελο αντιμετώπισε την πικρή αλήθεια.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΜΠΙΚΗΡΟΠΟΥΛΟΣ, Σαν το μυρμήγκι


Σαν το μυρμήγκι

Σαν το μυρμήγκι- μικροσκοπική παρουσία- μοχθώντας,
ολημερίς,
αγωνίζεσαι κοπιάζοντας
κάτω από τα πελώρια –φαντάζουν-λουλούδια,
τα αγριόχορτα
όλα τα δημιουργήματα γύρω σου,
κάτω από τους γίγαντες υπεράνθρωπους-στα μικρά σου μάτια-.
Πασχίζεις,
μαζεύοντας σπόρο –σπόρο,
ψίχουλο –ψίχουλο,
να «φτιάξεις» το νοικοκυριό σου,
να χτίσεις στο μικρόκοσμό σου,
το είναι σου
την ίδια στιγμή που
τεράστια πέλματα κάθε στιγμή σε απειλούν,
με συντριβή,
αθέατος,
λες και δεν υπάρχεις
καν
και όμως παλεύεις τη ζωή σου,
δημιουργείς και την στολίζεις ευτυχία
μυρμηγκάκι,
χιλιάδες ώρες,
χτίζεις με σωφροσύνη και εργατικότητα
στην εν- τέλεια το όνειρό σου.
Δεν πασχίζεις να αποδείξεις
σε κανέναν
την αξία σου,
ότι είσαι κάτι περισσότερο από το τίποτα
πολλά περισσότερα από το μηδέν
- για τους άλλους.
Το δρόμο το δύσκολο
-κοπιαστικό-
επέλεξες συνειδητά και ας μπορούσες-ίσως - τα εύκολα.
Δεν είναι άπληστο το όνειρό σου,
ακόμη κι όταν έρθει η ώρα να πετάξεις με τα φτερά σου,
σε άλλες διαστάσεις,
και γνωρίζεις πως έρχεται το τέλος.
συνεχίζεις , ω θαυμαστό, αθέατο μικροσκοπικό μυρμήγκι
με τη μεγάλη σου θέληση
για το δικό σου μεγάλο σκοπό.

ΜΠΙΚΗΡΟΠΟΥΛΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ "ΚΑΤΙ ΣΤΙΓΜΕΣ" १९९२,



ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ
(Δίον-Ινδία, Μακεδονία, Επιτάφιος Λόγος)


Στα ακροδάχτυλα
του γίγαντα
Ολύμπου
που κρύβονται τα δροσερά
τα σύννεφα,
γεννήθηκε ο γιος
ο πιο μεγάλος,
της γης
της Μακεδονίας,
ο Αλέξανδρος, της Ολυμπιάδας.
Με Ορφικό τραγούδι
ταξίδευε
ως απέναντι
στης Πιερίας τα δάση,
με Μούσες εννιά μεγάλωνε
ολημερίς ανάμεσα
στα αψηλά τα δένδρα
και τα νερά τα ορμητικά
κι έπλυνε τα πόδια
τα ακούραστα – για το ταξίδι το μεγάλο-
στου Αιγαίου τα ονειρικά τα χάδια,
στις Χρυσές Ηράκλειες παραλίες
και το Ορφικό τραγούδι,
θέριευε τα Βακχικά τα βράδια
κι ημέρωνε
τη ζήλια στις Μαινάδες
το πρωί
που ο Αλέξανδρος ανέβαινε
κρυφά στου Δία το θεϊκό το θρόνο
κι αγνάντευε μακριά τον ήλιο
στης μακρινής Ασίας
τα΄ ακρογιάλια
η ορμή και η νιότη
αέρηδες γινότανε
κι αγρίευαν στου Ολύμπου τα φαράγγια
και τη μακριά τη χαίτη
σήκωναν
και θέριευε το Άτι το ατίθασο,
ο καθαρόαιμος Βουκεφάλας .
κι έτρεχε
ως την Πύδνα
ύστερα στη Ρητίνη
και τα Λείβηθρα
και μάζευε αντρειωμένα παλικάρια,
Μακεδόνες,
ψηλούς και αντρειωμένους
και μοίραζε τα δόρατα
και τις χρυσές ασπίδες της δόξας
της αιώνιας,
στους μύριους που μαζεύτηκαν
στις όχθες του Βαφύρα.
Θυσίες, ωδές και προσευχές,
στους δώδεκα θεούς του Ολύμπου,
στο ιερό Δίον,
στους βωμούς, υποσχέθηκαν οι ξακουστοί Μακεδόνες,
τις νίκες τις παντοτινές,
στον Γρανικό,
την Ισσό,
τα Γαυγάμηλα,
τον Ινδό ποταμό και τη Βακτριανή…
Κι ένα πρωί σαν χάραξε
στην Ινδία
και στην Αίγυπτο
και στην Ξακουστή Περσία με τα ιδρωμένα σανδάλια περπάτησαν
κι ένας κόσμος ήτανε μονάχα
η Μακεδονία.
Της περηφάνιας της παντοτινής
εγώ ο Έλληνας
ο φίλος της Γοργόνας,
κουβαλητής ωσάν – ο ίδιος – στρατιώτης
απ΄ τα΄ άρμα του οπίσω
να βαδίζω,
σήμερα,
μέχρι να βγει στ΄ αφροντυμένα κύματα,
απάνω,
η πανέμορφη αδελφή γοργόνα
απάντηση να πάρει πάλι αιώνια:
«Ζει, ο βασιλιάς Αλέξανδρος , ζει…!»

Μάιος της ελευθερίας του ΘΕΟΧΑΡΗ ΜΠΙΚΗΡΟΠΟΥΛΟΥ




Μάιος της ελευθερίας

Μες τα δυο σου χέρια ,
μια πεταλούδα κουρνιάζει.

Μες τα μαλλιά σου
μια σταγόνα βροχής γλιστράει.

Μες τα μάτια σου
το μέλλον χωράει.

Μες την καρδιά σου
το αίμα σκιρτάει.

Μες στο μυαλό μου είσαι
ο έρωτας.

Δε μπορώ να κρύψω
το πόσο
σε θέλω
- αν κρύβεται-
κι ας
- κάνεις πως –
δε βλέπεις.
Θα περιμένω το Μάη:
Εποχή που η φύση κι εσύ- προφανώς -δεν αντιστέκεσαι…

Μες τα δυο σου χέρια ,
μια πεταλούδα κουρνιάζει.

Μες τα μαλλιά σου
μια σταγόνα βροχής γλιστράει.

Μες τα μάτια σου
το μέλλον χωράει.

Μες την καρδιά σου
το αίμα σκιρτάει.

Μες στο μυαλό μου είσαι
ο έρωτας.

Δε μπορώ να κρύψω
το πόσο
σε θέλω
- αν κρύβεται-
κι ας
- κάνεις πως –
δε βλέπεις.
Θα περιμένω το Μάη:
Εποχή που η φύση κι εσύ- προφανώς -δεν αντιστέκεσαι…

ΚΟΜΠΑΡΣΟΣ του ΘΕΟΧΑΡΗ ΜΠΙΚΗΡΟΠΟΥΛΟΥ


Κομπάρσος
Κάτω από το άρωμα των κουμαριών και των πεύκων,
το θρόισμα του ανέμου,
και τη μυρωδιά των κόκκινων τριαντάφυλλων,
αγάλματα σ ε χαιρετούν
κίονες σε καλωσορίζουν.
Μια ακόμη παράσταση,
με πρόσωπα και προσωπεία..
Κομπάρσος αντί πρωταγωνιστής
Επί σκηνής,
υποκριτής
στα μάτια του πλήθους.
Να κρυφτείς δε μπορείς,
όλοι νομίζεις σε κοιτούν
- αλλά δε βλέπουν.
Χορός τραγικός
επί σκηνής το δράμα μέσα σου,
στην ιερά Επίδαυρο
και στους Φιλίππους,
το Δίον.
Ψάχνεις
τον από μηχανής θεό και δεν έρχεται να σε λυτρώσει.
Η αγωνία θα τελειώσει.
Ποιος θεατής θα χειροκροτήσει
την παράστασή σου;
Ούτε καν εσύ μπρος στο πλήθος σαστισμένος.

ΔΩΡΟΝ ΑΔΩΡΟ του ΘΕΟΧΑΡΗ ΜΠΙΚΗΡΟΠΟΥΛΟΥ


Δώρον άδωρο

Δεκαεφτά ώρες στους διαδρόμους,
μες το γραφείο
πάνω από τα πλήκτρα του υπολογιστή
τα τρία τηλέφωνα
τα έγγραφα μπροστά στην οθόνη
πίσω από τη ζωή.
Θηριοδαμαστής ιδεών
προτάσεων
και νόμων.
Ο χρόνος προσφορά στους άγνωστους ανθρώπους της διπλανής πόρτας.
Γεμάτο κεφάλι
Γεμάτα βλέμματα.
Ονόματα
Προβλήματα
Λύσεις
Αιτήσεις
Δελτία και εφημερίδες
Μυστικά αλήθειες και ψέματα.
Άκου.
Όμορφα και άσχημα
Κοίτα.
Ξέρεις τόσα να πεις έχεις τόσα να πεις μα δε μιλάς.
Σώπα.
Άκου, βλέπε , σώπα.
Στη μοναξιά της επιτυχίας ο δρόμος ή επιτυχία της μοναξιάς;
Βαδίζεις μόνος.
Πέτρωσε η ψυχή. Σκλάβος να δίνεις όσα ποτέ δεν είναι αρκετά.
Τη ζωή σου δίνεις χωρίς να προσμένεις τίποτα (και την τσαλακώνουν).
Κοίτα.
Σαρκοβόρα λουλούδια οι …φίλοι.
Άκου .
Προσπαθείς
και η χαρά σου είναι να δίνεις.
Χωρίς καμιά προσμονή.
Σώπα.
Ότι και να πεις, έχεις δίκιο, μα που να το βρεις μες το λαβύρινθο του εγώ του καθενός κρυμμένο..

ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΙ...?











ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΟΥΡΗ , ΠΟΙΗΜΑΤΑ...



Τεμπελιά
Δὲν ἔχω κέφι γιὰ δουλειά,πάλι μὲ δέρνει τεμπελιὰκαὶ κάθομαι στὸ στρῶμα...Βρίσκω τὸ σῶμα μου βαρὺκαὶ ὀλ᾿ ἡ γῆ δὲ μὲ χωρεῖκι ὁ οὐρανὸς ἀκόμα.
Κακὰ νομίζω τὰ καλὰκαὶ βλέπω μία στὰ χαμηλὰκαὶ μία κοιτῶ ἐπάνω...Σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο τὸν χαζὸἂς ἠμποροῦσα νὰ μὴ ζῶμὰ ...δίχως νὰ πεθάνω.

Στὸν ἴσκιο μου
Βρὲ ἴσκιε μου γιατί μ᾿ ἀκολουθεῖς;Δὲ μ᾿ ἀφήνεις μόνο μου νὰ τρέχω;Βρὲ ἴσκιε μου, δὲ πᾶς νὰ μοῦ χαθεῖς,πρέπει κι ἐσένα σύντροφο νὰ ἔχω;
Πότε στραβὸ σὲ βλέπω πότε ἴσο,πότε μακρὺ σὰ σούβλα, πότε νᾶνο,τὴ μιὰ πηγαίνεις μπρός, τὴν ἄλλη πίσωσὲ ἀπαντῶ ἐδῶ, ἐκεῖ σὲ χάνω.
Χωρὶς νὰ βλέπεις, πιάνεις ὅτι πιάνω,μὲ ὁδηγεῖς ἀλλὰ καὶ σ᾿ ὁδηγῶ.Καὶ τέλος πάντων κάνεις ὅτι κάνωκαὶ εἶσαι ἄλλος, δεύτερος, ἐγώ.
Βρὲ ἴσκιε μου, γιατί μ᾿ ἀκολουθεῖς;Βρὲ ἴσκιε μου δὲ πᾶς νὰ μοῦ χαθεῖς...Σὲ ἀπαντῶ στὸ σπίτι καὶ στὸ δρόμοκαὶ μοῦ γεννᾷς πολλὲς φορὲς τὸν τρόμο.

Οἱ Ἥρωες
Μέσα σε βόλια κι ὀβίδων κρότουςἔπεσαν νιάτα μὲς στὸν ἀνθό τους.Πᾶνε λεβέντες, πᾶνε κορμιὰκι ἄγνωστα τά ῾θαψαν στὴν ἐρημιά.
Κανεὶς δὲ ξέρει ποὺ τά ῾χουν θάψει,κανεὶς δὲ πῆγε γιὰ νὰ τὰ κλάψει,κανεὶς δὲν ἔκαψε γι᾿ αὐτὰ λιβάνι,κανεὶς δὲν ἔπλεξε γι᾿ αὐτὰ στεφάνι.
Ἀνώνυμ᾿ ἥρωες, ἄγνωστοι τάφοι,κανένας ὄνομα σ᾿ αὐτοὺς δὲ γράφει,μήτε τὸ χῶμα τοὺς φιλοῦνε χείλη,σταυρὸ δὲν ἔχουνε μήτε καντῆλι.
Μόνο μιᾶς κόρης μαργαριτάριακυλοῦν σὲ τάφους ποὺ κάποια μέραθὰ γίνουν κόσμου προσκυνητάριακαὶ φάροι Νίκης γιὰ μία μητέρα.

Ὁ Ῥωμηός
Στὸν καφενὲ ἀπ᾿ ἔξω σὰν μπέης ξαπλωμένος, τοῦ ἥλιου τὶς ἀκτῖνες ἀχόρταγα ρουφῶ, καὶ στῶν ἐφημερίδων τὰ νέα βυθισμένος, κανέναν δὲν κοιτάζω, κανέναν δὲν ψηφῶ.
Σὲ μία καρέκλα τὅνα ποδάρι μου τεντώνω, τὸ ἄλλο σὲ μίαν ἄλλη, κι ὀλίγο παρεκεῖἀφήνω τὸ καπέλο, καὶ ἀρχινῶ μὲ τόνοτοὺς ὑπουργοὺς νὰ βρίζω καὶ τὴν πολιτική.
Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί οὐρανὸς ! τί φύσις !ἀχνίζει ἐμπροστά μου ὁ καϊμακλῆς καφές, κι ἐγὼ κατεμπνευσμένος γιὰ ὅλα φέρνω κρίσεις, καὶ μόνος μου τὶς βρίσκω μεγάλες καὶ σοφές.
Βρίζω Ἐγγλέζους, Ρώσους, καὶ ὅποιους ἄλλους θέλω, καὶ στρίβω τὸ μουστάκι μ᾿ ἀγέρωχο πολύ, καὶ μέσα στὸ θυμό μου κατὰ διαόλου στέλλωτὸν ἴδιον ἑαυτό μου, καὶ γίνομαι σκυλί.
Φέρνω τὸν νοῦν στὸν Διάκο καὶ εἰς τὸν Καραΐσκο, κατενθουσιασμένος τὰ γένια μου μαδῶ, τὸν Ἕλληνα εἰς ὅλα ἀνώτερο τὸν βρίσκω, κι ἀπάνω στὴν καρέκλα χαρούμενος πηδῶ.
Τὴν φίλη μας Εὐρώπη μὲ πέντε φασκελώνω, ἀπάνω στὸ τραπέζι τὸν γρόθο μου κτυπῶ...Ἐχύθη ὁ καφές μου, τὰ ροῦχα μου λερώνω, κι ὅσες βλαστήμιες ξέρω ἀρχίζω νὰ τὶς πῶ.
Στὸν καφετζῆ ξεσπάω... φωτιὰ κι ἐκεῖνος παίρνει.Ἀμέσως ἄνω κάτω τοῦ κάνω τὸν μπουφέ, τὸν βρίζω καὶ μὲ βρίζει, τὸν δέρνω καὶ μὲ δέρνει, καὶ τέλος... δὲν πληρώνω δεκάρα τὸν καφέ.

Ὁ Ῥωμηὸς στὸν Παράδεισο
Θεούλη μου, τί σοῦ ῾λθε νὰ μ᾿ ἁγιάσεις;νομίζεις πῶς θὰ μ᾿ ἔμελλε καθόλου,ἂν ἤθελες κι ἐμένα νὰ κολάσειςκαὶ μ᾿ ἔστελνες παρέα τοῦ διαβόλου;Μ᾿ ἀρέσει ὁ Παράδεισος, ἀλήθεια,χωρὶς δουλειὰ σκοτώνω τὸ καιρὸβλέπω ἁγίους γύρω μου σωρό,διαβάζω συναξάρια, παραμύθια,κι ἀκούω καὶ τραγούδια θεϊκά,μά, ἔλα ποὺ δὲν ἔχετε συνήθεια,νὰ λέτε κι ἕνα δυὸ πολιτικά!Σὺ κυβερνᾷς γιὰ πάντα μὲ γαλήνηκι ὥρα ἀπ᾿ τὸ θρόνο σου δὲ πέφτεις...Ἂς ἦταν δυνατὸν Θεὸς νὰ γίνεικαὶ ἄλλος σὰν ἐσένα, λίγο ψεύτης,νὰ μοιρασθεῖ τῶν οὐρανῶν τ᾿ ἀσκέρι,νὰ πᾶνε καὶ μ᾿ ἐκεῖνον οἱ μισοί,νά ῾ρχεται αὐτός, νὰ πέφτεις σύ,νὰ γίνεται λιγάκι νταραβέρι...Μὰ ὅλα ἐδῶ εἶναι τακτικά,ὁ οὐρανὸς Θεὸ ἐσένα ξέρει,καὶ δὲ μιλοῦν πολιτικά!Ἐδῶ ποὺ μ᾿ ἡσυχία ὅλοι ζοῦνε,γιὰ μένα εἶναι κόλαση μεγάλη,πολιτικὰ τ᾿ αὐτιά μου ἂς ἀκοῦνε,κι ἂς εἶμαι καὶ στὴ κόλαση, χαλάλι!Ἂν εἶχες εἰς τὸ νοῦ νὰ μὲ κολάσεις,καὶ μ᾿ ἔφερες κοντά σου γιὰ ποινή,νά! κόλαση γιὰ ῾μὲ ἀληθινή...Μά, φθάνει πιά, Θεέ μου, μὴ μὲ σκάσεις,καὶ διῶξε με στὸ λέω παστρικά,γιατὶ ἀλλιῶς στιγμὴ δὲ θὰ ῾συχάσεις...Μονάχος θὰ μιλῶ πολιτικά!

Ὁ Φασουλῆς φιλόσοφος
Ἐγὼ αὐτὸν τὸν Βούδδα τὸν ἐκτιμῶ πολύ...τί ἄνθρωπος τᾠόντι καὶ ποία κεφαλή!Ἂν κι ἦτο Βασιλέως Κραταιοτάτου θρέμμαἐμούντζωσε τὸν θρόνον, ἐμούντζωσε τὸ στέμμα,καὶ τὰ βουνὰ ἐπῆρε μὲ ἱερὰν μανίανκι ἐδίδασκε τὸν κόσμον ἀγάπnν αἰωνίαν.
Κι ἐμόναζε ρεμβάζων αὐτὸς ὁ Ἡγεμὼνπότε παρὰ τὸν Γαγγην ἡ ἄλλον ποταμόν,καὶ πότε εἰς χειμάρρους κι ὑπὸ σκιὰν συκῆς,ἀκούων ἁρμονίας ἀγνώστου μουσικῆς,κι ἐφούντωναν ὡς δάσος τὰ μαῦρα του μαλλιὰκι ἐφώλιαζαν ἀπάνω λογῆς-λογῆς πουλιά.
Τροφή του ἦσαν μόνη τὰ χόρτα κι αἱ ὀπώραικαὶ πρὸς τὰ ὕψη στρέφων καθ᾿ ἑαυτὸν ἐλάλει,κι ἐφάνησαν ἐμπρός του τῆς Ἡδονῆς αἱ κόραι,παγίδας νὰ τοῦ στήσουν μὲ τὰ γυμνά των κάλλη,καὶ τῶν σαρκῶν τὸ σφρῖγος πολὺ τὸν ἐσκανδάλιζεκι ἐκείνη τὸν ἐφίλει κι αὕτη τὸν ἐγαργάλιζε.
Ὅμως ὁ μέγας Βούδδας, κατανικῶν τὰ πάθη,στοὺς δόλους τῆς μαγείας ἀτρόμητος ἐστάθη,καὶ πρὶν στὸν δόλον φθάσουν τῆς Ἡδονῆς τὸν ἔννατονκαὶ εἶδαν πὼς ἐκεῖνος δὲν χάνει τὰ πασχάλια του,μ᾿ ἀφροὺς θυμοῦ καὶ λύσσης ἐπῆραν τὰ βρεμμένα τωνκαὶ ἄφησαν τὸν Βούδδα νὰ κάθεται στὰ χάλια του.
Ἐγὼ αὐτὸν τὸν Βούδδα τὸν ἐκτιμῶ πολύ...τί ἄνθρωπος τωόντι καὶ ποία κεφαλή!Ν᾿ ἀνθέ᾿ εἰς τόσα κάλλη τὴν ράχη νὰ γυρίση;νὰ μὴ τοῦ φέρῃ ρῖγος καὶ τῆς σαρκὸς τὸ χνούδι; . . .δόξα πολλὴ στὸν Βούδδα, μὰ νὰ μὲ συγχωρήσηἂν τοῦ εἰπῶ μὲ σέβας πὼς εἶναι λίγο βούδι.
Κι ἐμπρός μου εἶχαν ἔλθει μία φορὰγυναῖκες πονηραὶ νὰ μὲ τρελλάνουν,ποὺ ἦσαν σὰν τὰ κρύα τὰ νερά,καὶ ἄρχισαν τὰ μάγια νὰ μοῦ κάνουν.Ἐστάθησαν ὁλόρθαις ἐμπροστά μουκι ἐσκόρπιζαν ἀρώματα καὶ μύρα,κι ἐπέμεινα κι ἐγὼ μὲ τὰ σωστά μουνὰ δείξω σὰν τὸν Βούδδα χαρακτῆρα.
Μὰ μόλις εἶδα κάποιας λίγο πόδικι ἡ ἄλλη τὅνα χέρι ξεμανίκωσε,ὁ Βούδδας μοῦ ἐφάνη τότε βώδικι ὁ διάβολος μ᾿ ἐπῆρε καὶ μὲ σήκωσε.
Κι ἂν ὁ Βούδδας πρὸ τῶν νεύρωνἠγωνίζετο τὴν δρᾶσιν,μὰ δὲν ζῇ κανεὶς εἰξεύρωνποίαν ἄρα εἶχε κρᾶσιν.
Ἀλλ᾿ ἂν ἦτο σὰν κι ἐμένατὸν ἀχρεῖον, τὸν κανάγια,δὲν θὰ πήγαιναν χαμένατῆς ἀγάπης τόσα μάγια।


Ἀρχηγοί
Τοῦ Διογένη πιάσετε ἀμέσως τὸ φανάρι,κι᾿ ἐλᾶτε νὰ γυρέψουμε κανέναν ἀρχηγό·ἀλλὰ καθένας μας, θαρρῶ, εἶν᾿ ἄξιος νὰ πάρῃτὴν ἀρχηγίαν κόμματος, ἀκόμη δὰ κι᾿ ἐγώ.Γιὰ τὰ πρωτεῖα ξεψυχᾷ κάθε Ρῳμιὸς λεβέντης,μόνον αὐτὸς πρωθυπουργός, μόνον αὐτὸς ἀφέντης.
Τί ἀρχηγῶν κατακλυσμός! ... κι᾿ οἱ ἕλληνες ἐκεῖνοι,ποὺ τὸν καφφέ των βερεσὲ εἰς τὰ Χαυτεῖα πίνουν,ἂν ἀρχηγίαν ἔξαφνα κανένας τοὺς προτείνῃ,δὲν θὰ διστάσουν βέβαια καὶ Ἀρχηγοὶ νὰ γίνουν.Κι᾿ αὐτὸς ὁ ἕσχατος Ρωμηὸς γιὰ ὅλα κάτι ξέρει,ἕλληνος τράχηλος ποτὲ ζυγὸν δὲν ὑποφέρει.
Ἰδοὺ νταῆς φουστανελλᾶς μὲ φέσι καὶ σελάχι!ποιὸς ξέρει ἂν Πρωθυπουργὸς δὲν γίνῃ καμμιὰ ᾿μέρα;ποιὸς ξέρει πόσα σχέδια καὶ ἀπαιτήσεις θἄχη,καὶ ἂν τὴν διπλωματικὴ δὲν συνταράξῃ σφαῖρα;Ὤ! ναί! ποτὲ τὸν ἕλληνα μὴ θεωρῆτε πτῶμα...᾿ς ὅλους θὰ ἔλθη ἡ σειρὰ νὰ κυβερνήσουν κόμμα.
Μᾶς λείπει ἕνας ἀρχηγός;... πενῆντα ξεφυτρόνουν,τὸ ἕνα κόμμα χάνεται;... θὰ ἔβγουν ἄλλα δέκα·ὅλοι γιὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχηγοῦ μαλλόνουν,κι᾿ ἴσως ἀργότερα μᾶς βγῇ ᾿ς τὴ μέση καὶ γυναῖκα.Ἀλλὰ κι᾿ ἐγὼ ὁ ἀφανὴς τῶν Ἀθηνῶν πολίτηςἐλπίζω πὼς καμμιὰ φορὰ θὰ γίνω Κυβερνήτης.
Ἐμπρός! μὲ πόζα ἀρχηγοῦ καθένας ἂς προβάλλη,ἀπ᾿ ὅλους ἂς κυβερνηθῆ ἡ προσφιλὴς Ἑλλάς·ἂς γίνῃ ὁ Ἡμέτερος, ἂς γίνουν ὅμως κι᾿ ἄλλοι,ἂς γίνῃ κι ὁ Κατσικαπῆς κι᾿ αὐτὸς ὁ Μπουλελᾶς.Ἂς πλημμυρίσῃ μ᾿ ἀρχηγοὺς τὸ ἔθνος πέρα πέρα,ἂς μᾶς σηκώσῃ ἔξαφνα καὶ ἡ Ροζοῦ παντιέρα.
Μονάχα ἕνας βασιλεὺς μὴ μένη ᾿ς τὸ Παλάτι,πενῆντα δυὸ τουλάχιστον ἂς ἦνε βασιλεῖς,ὅλοι ἂς ἔβγουν κύριοι ᾿ς τῶν ἄλλων τὸ γεινάτι,κι᾿ ὀγδόντα πέντε Πρόεδροι ἂς γίνουν τῆς Βουλῆς.Ὅλοι τρανοὶ πολιτικοί, κανένας ἰδιώτης,ὅλοι ποζάτοι στρατηγοί, κανένας στρατιώτης.



Πρὸς τὸν Ἀβέρωφ ἐπιστολὴτοῦ κακομοίρη του Φασουλῆ
Ἀμάν, Ἀβέρωφ, σῶσε μας καὶ βοηθὸς γενοῦνὰ κουτουλήσ᾿ ἡ δόξα μας μὲ τ᾿ ἄστρα τ᾿ οὐρανοῦκι ὅταν κοτζὰμ Διάδοχος σοῦ γράφῃ κοπλιμέντακι ὅλος Ὑμέτερος πρὸς σὲ διὰ παντὸς πὼς μένει,ἄνοιξε τὸ κεμέρι σου χωρὶς πολλὴ κουβέντακι ἂς εἶναι κάθε λέξις του ἀκριβοπληρωμένη.Τοῦ κράτους τὴν ὑπόληψιν θέλεις δὲν θέλεις, σῶσε,ἂν δὲ καὶ γράμμα δεύτερον σοῦ στείλουν ὡς τὸ πρῶτον,ἂς πάει τὸ παλιάμπελο κι ὅ,τι κι ἂν ἔχεις δῶσεπρὸς χάριν τῶν Ἀγώνων μας καὶ τῆς μητρὸς τῶν φώτων.Κι ἂν τῶν Ἀγώνων ἡ πομπὴ καὶ σὲ χρεωκοπήσειἀλλ᾿ ὅμως μυριόστομος, Ἀβέρωφ, θὰ σαλπίσεικι εἰς Δύσιν κι εἰς Ἀνατολὴν ἡ φήμη τ᾿ ὄνομά σουκαὶ θὰ καυχᾶσαι διαρκῶς γιὰ τὸ κατόρθωμά σου.Κι ἂν καταντήσεις νὰ μᾶς λὲς μὲ τὸν ντορβᾶ στὸν ὦμο«δῶστε στὸν εὐεργέτη σας δυὸ ψίχουλα ψωμιοῦ»ἀλλ᾿ ὅμως θὰ σὲ δείχνωμε μ᾿ εὐλάβεια στὸν δρόμοκι ἔτσι τὸ στόμα θὰ μιλεῖ τοῦ καθενὸς Ρωμηοῦ:«Βλέπεις αὐτὸν τὸν φουκαρᾶ, ποὺ μὲ ντορβᾶ γυρίζεικαὶ κρυφομουρμουρίζειγιὰ τὴν κακὴ κατάντια του καὶ τὸν πικρὸ καημό του;...Κροῖσος ἐλέγετο ποτὲ κι εἶχ᾿ εὐεργέτου πόζα,ἀλλ᾿ ὅμως ὁ Διάδοχος τὸν πῆρε στὸν λαιμό τουμὲ γράμματα Βασιλικὰ πολὺ κοπλιμεντόζα,κι ἀπεμαρμάρωσε λαμπρῶς τὰ Στάδια προγόνωνκαὶ θῦμ᾿ ἀπέμειν᾿ ἔνδοξον ἀρχαϊκῶν ἀγώνων.»Ἀμάν, Ἀβέρωφ, σῶσε μας καὶ βοηθὸς γενοῦ... νὰ σκούξωμ᾿ ἔξω νοῦἩ ψωροκώσταινα πατρὶς καὶ πάλιν κοκορεύεται,ἄσβεστος κρύπτεται πυρὰ στῆς δόξης τὸ καμίνι,καὶ Στάδια μαρμάρινα κι ἀγῶνας ὀνειρεύεταιἂν κι ἐκ τῆς πείνας μάρμαρο προώρισται νὰ μείνει।