Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

ΑΦΙΕΡΩΜΑ : Ηλίας Πετρόπουλος
















Ο Ηλίας Πετρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1928, σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι το 1973. Πνεύμα ανήσυχο και ερευνητικό, πολέμιος των ακαδημαϊκών και του κατεστημένου, ο Πετρόπουλος ήταν ο πρώτος λαογράφος στην Ελλάδα που ασχολήθηκε με το περιθώριο και κατέγραψε πρόσωπα και πράγματα περιφρονημένα από την επίσημη ιστορία της χώρας του. Έζησε από κοντά ρεμπέτες, αλήτες, μάγκες, πόρνες και ομοφυλόφιλους, φυλακισμένους και καταδιωκόμενους, που έγιναν οι 'ήρωες' των βιβλίων του. Ακάματος συγγραφέας και ερευνητής έγραφε μέχρι το 2003 που πέθανε από καρκίνο. Σύμφωνα με τη διαθήκη του, το πτώμα του αποτεφρώθηκε και οι στάχτες του πετάχτηκαν στον υπόνομο.Τα βιβλία του έχουν συχνά τη μορφή της μελέτης ή της μονογραφίας ενώ πολλά αποτελούν συλλογές άρθρων παρεμφερούς θεματικής, είτε αδημοσίευτων, είτε δημοσιευμένων σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής. Ο Ηλίας Πετρόπουλος έγινε γνωστός στο πλατύ κοινό με το βιβλίο του Το εγχειρίδιο του καλού κλέφτη που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1979 από τον εκδοτικό οίκο Νεφέλη ενώ αναμφισβήτητη είναι και η αξία της πρώτης ρεμπετολογικής μελέτης στην Ελλάδα που ακόμα και σήμερα αποτελεί σημείο αναφοράς για τη μελέτη του ρεμπέτικου, τα Ρεμπέτικα τραγούδια (Αθήνα 1968), τα οποία εκδόθηκαν πολλάκις έκτοτε, με αρκετές προσθήκες και βελτιώσεις. Άλλα του έργα είναι τα Καλιαρντά (Αθήνα 1971), Kiosque grec, La Voiture grecque, Cages d'oiseaux, Moments en Grèce (Το ελληνικό περίπτερο, Αυτοκίνητο, Κλουβιά πουλιών και Στιγμές στην Ελλάδα) που εκδόθηκαν στο Παρίσι το 1976 καθώς και Ο τούρκικος καφές εν Ελλάδι (Αθήνα 1979), Το μπουρδέλο (Αθήνα 1980), Θεσσαλονίκη: η μνήμη μιας πόλης (Παρίσι 1982), Πτώματα, πτώματα, πτώματα (Αθήνα 1988), Ο μύσταξ (Αθήνα 1989), Ρεμπετολογία (Αθήνα 1990) και το τελευταίο βιβλίο εμπνευσμένο από τη μόδα του στρίνγκ, πιστό στο στυλ Πετρόπουλου, Ο κουραδοκόφτης.Ανάμεσα στα έργα του, είναι ακόμα το πασίγνωστο Το άγιο χασισάκι, Υπόκοσμος και Καραγκιόζης, Ιστορία της Καπότας, Καπανταήδες και μαχαιροβγάλτες, καθώς και το τελευταίο του που κυκλοφόρησε το 2003, οι Παροιμίες του υπόκοσμου. Ο Ηλίας Πετρόπουλος έγραψε μονογραφίες για τους ζωγράφους Μοσχίδη, Πεντζίκη, Τέτση, Σικελιώτη και τους γελοιογράφους Μποστ και Καναβάκη. Το 1966 εξέδωσε το βιβλίο του Ελύτης, Μόραλης, Τσαρούχης.Τα τρία ποιητικά έργα του Πετρόπουλου ακολουθούν την ίδια οπτική που διαφαίνεται σε όλο του το έργο. Έτσι, στην σκληρή και ασυνήθιστή του ποίηση, συναντάμε τον ίδιο ανατρεπτικό χαρακτήρα - πλην όμως εδώ μας παρουσιάζεται ο όχι χωρίς τρυφερές στιγμές συναισθηματικός του κόσμος. Το τελευταίο βιβλίο ήταν το Ποτέ και τίποτα και εκδόθηκε στην Αθήνα το 1993. Το 2000 κυκλοφόρησαν ποιήματα από αυτή τη συλλογή, μελοποιημένα από την Μαρίνα Καναβάκη, σε άλμπουμ με τον ομώνυμο τίτλο.Ο Πετρόπουλος λογοκρίθηκε και καταδικάστηκε τέσσερις φορές από τα ελληνικά δικαστήρια για τον αναρχικό χαρακτήρα των γραπτών του. Για το βιβλίο του Τα ρεμπέτικα τραγούδια, που δεν έφερε σφραγίδα λογοκρισίας, η χούντα τον καταδίκασε σε πεντάμηνη φυλάκιση το 1968, όπως και για τα Καλιαρντά το 1972 και για το κείμενό του Σώμα, που δημοσίευσε στο περιοδικό Τραμ. Το 1972 διεκδίκησε και πέτυχε να αποκτήσει αστυνομική ταυτότητα η οποία ανέγραφε στο θρήσκευμα «άθεος». Μέχρι το 1998 —δηλαδή για πάνω από 25 χρόνια και μέχρι τα 70 του— εκκρεμούσε εναντίον του καταδίκη σε φυλάκιση για προσβολή της θρησκείας[1]. Κουρασμένος από το κυνηγητό και απογοητευμένος, μετακόμισε στο Παρίσι το 1975, από όπου συνέχισε ασταμάτητα να γράφει βιβλία για την Ελλάδα.Επίμονος ερευνητής των λαϊκών φραστικών επινοήσεων αλλά και πιστός στην πολυτονική γραφή, συστηνόταν ως λαογράφος και έψεγε με το ύφος του τον καθωσπρεπισμό του «πολιτικά ορθού». Το έργο του αναδίδει μια αίσθηση καθολικού ανθρώπου. Δεν θα ήταν υπερβολή να τον χαρακτηρίσουμε ιστορικό, λαογράφο, γλωσσολόγο, εικαστικό καλλιτέχνη (έχει εικονογραφήσει αρκετά βιβλία του με σκίτσα και κολλάζ), φωτογράφο - εν τέλει έναν ελεύθερο στοχαστή-ερευνητή που το έργο του αξίζει ευρύτερης αποδοχής. Τα περίπου 80 βιβλία του αποτελούν καταθέσεις έρευνας και μελέτης του λαϊκού μας πολιτισμού, ενώ πολλές φορές εξερευνεί θέματα ταμπού ή περιθωριακά (χασίς, ρεμπέτικο, υπόκοσμος, πορνεία, σεξουαλικότητα, φυλακή).Στα 40 χρόνια της συγγραφικής του δραστηριότητας, ο Ηλίας Πετρόπουλος, ο οποίος πέθανε στις 3 Σεπτεμβρίου 2003 στο Παρίσι, δημοσίευσε 80 βιβλία και πάνω από χίλια άρθρα. Kατά τον θάνατό του, ζήτησε να αποτεφρωθεί και οι στάχτες του να πεταχτούν στον υπόνομο. Με βασικό άξονα ό,τι ο ίδιος αποκάλεσε «λαογραφία του άστεως», το έργο του καταγράφει δομές, θεσμούς, τρόπους έκφρασης και αντικείμενα της ελληνικής λαϊκής κουλτούρας. Το ανέκδοτο έργο του είναι τεράστιο, μέρος του οποίου είναι λεξικογραφικό. Το «Υπο–Λεξικό», το «Λεξικό του πολιτικού λόγου», το «Ονοματολεξικό» και τα «Φλοράδικα» περιμένουν τη μεταθανάτια επιμέλεια και δημοσίευσή τους.Το 2005 κυκλοφόρησε το ντοκυμαντέρ "Ηλίας Πετρόπουλος - Ένας κόσμος υπόγειος", διάρκειας 61', σκηνοθεσίας Καλλίοπης Λεγάκη, στο οποίο συντελεστές ήταν και ο ίδιος ο Πετρόπουλος λίγο πριν το θάνατό του.Το 2006 κυκλοφόρησε το βιβλίο "Ελλάδος Κοιμητήρια".























ΗΛΙΑΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ



του Κώστα Γ. Καρδερίνη












Ο Ποιητής του υπογείου, ο υπόγειος μας λαογράφος, ο άνθρωπος της υπόγας και της κατώγας. Ωραίος και υπόγειος ως έλλην. Κι απ' την άλλη η Ελλάς που τον πλήγωσε πολλαπλά, που τον κυνήγησε ανελέητα, που τον φυλάκισε, που τον εξόρισε, που τον καταδίωκε σε όλη του τη ζωή. Κι αυτός, μεγαλειώδης, δεν έπαψε στιγμή να την/μας μελετάει, να συλλέγει τα ράκη της/μας, να καταγράφει αυτά που οι ιστορικοί δεν καταδέχουνταν ν' αγγίξουν, μη και λερωθούν. Τα ψαχουλεύει στα σκατά μας και ν' ανασύρει βαθμούς ελευθερίας.Η Ποίηση είναι μια απάτη / κι ο Ποιητής αρχιψεύταρος. / Μόνο το Σώμα που λατρεύεις υπάρχει.



Το 2004 ήταν η μετά θάνατον χρονιά του. Αυτό σηματοδοτεί και η ποιητική αυτή συλλογή που επιμελήθηκε και μετέφρασε η σύζυγός του Μαίρη Κουκουλέ μετά του Ζακ Βαλέ και η οποία πλαισιώθηκε με ριζόχαρτες φωτογραφίες του Φαίδωνα Κουκουλέ.






Δίγλωσση σα γλώσσα διχαλωτή. Σαν οχιά διμούτσουνη. Σαν ένα οικογενειακό άλμπουμ υποσημειώσεων. Σα μια διαθήκη αναμνήσεων. Σαν Ελλάδα που χάθηκε.Πουτάνα Μνήμη, / άσε με, λιγάκι, ήσυχο. / Μάσε τα ξεσκλίδια σου / και χάσου από μπροστά μου, / ξεκωλιάρα Μνήμη.






Μια δεύτερη παράλληλη κίνηση ήταν το σιντί "Ποτέ και τίποτα" της Μαρίνας Καναβάκη, όπου θα ακούσετε και τη φωνή του, τη μελαγχολία του, την αυτοκριτική του και την αυτογνωσία του.






Ξεπεράστε τα υπόλοιπα και κρατήστε την ουσία. Το πνεύμα το αθάνατο. Το μαύρο χιούμορ ενός μαύρου πρόβατου.Μα, δεν είναι περίεργο / ένας κυνικός σαν κι εμένα / να βασανίζεται από αισθήματα; / Δεν είναι άδικο;Και ξανά πίσω στο βιβλίο στην αρχή του τέλους. Στο τέλος μιας αρχής. Στο πλήρωμα του χρόνου. Καβάλα στα πονοτρόνια ενός αναρχικού πνεύματος.Γέρασα. / Καλύτερα που γέρασα / - αν έτσι πρόκειται να βρω τη γαλήνη.






Και ξανά να αποικοδομεί τη δημόσια εικόνα του. Να αυτοαναιρείται, να αυτοικτίρεται, να αυτοσαρκάζεται, να αμύνεται με αντεπίθεση.






Εις και άριστος, καθαρίζει για πάρτη του.Προχτές, είδα τη μάπα μου στην τηλεόραση. / Την είδα και έφριξα και αναλογίστηκα: / ποιος είναι αυτός ο πουστόγερος;






Τρίτη κίνηση η ταινία τεκμηρίωσης της Καλλιόπης Λεγάκη "Ηλίας Πετρόπουλος - ένας κόσμος υπόγειος" [2004, 61']. Βλέπουμε τη σύντροφό του να εκτελεί την τελευταία του επιθυμία: ν' αδειάζει τις στάχτες του στον υπόνομο. Δεν ξέρω αν είναι πίκρα ή εκδίκηση. Δεν ξέρω αν θέλει να σπάσει πλάκα, να μας βλέπει και να γελά χαιρέκακα. Σκέφτομαι τον Παύλο Τάσσιο που πήρε τα βραβεία για το Νοκ Άουτ, τα σήκωσε ψηλά και φώναξε






"Να η κουλτούρα σας ρεεεεε! Φάτε κουλτούρα!"Φουμάρω σαν τσιμινιέρα. / Έτσι νοιώθω ελεύθερος / στην κατάκτηση του ιδιωτικού μου καρκίνου.






Κι ο Ζακ Βαλέ να λέει ως άλλος φιλέλλην: κάθε άνθρωπος που πεθαίνει είναι μια βιβλιοθήκη που καίγεται. Κι ο Βασιλικός που δηλώνει πως η Μνήμη του ήταν το αρχείο του, σα μια τεράστια βιβλιοθήκη. Το Σώμα του ρίχτηκε στην πυρά. Κι αυτό ήταν κάτι που δε μπορούν να το εμποδίσουν οι νόμοι του ελληνικού κράτους γιατί έγινε σε γαλλικό έδαφος.






Επιτέλους κατάφερε να τους/μας ξεφύγει οριστικά. Κατάφερε να λευτερωθεί απ' τα δεσμά του τάφου και της πατρίδος.Στην πατρίδα μου / χειροκροτούν τον Ποιητή / μόνον όταν αυτοκτονήσει.Κατάφερε να τους πετάξει κατάμουτρα τον πολιτισμό τους. Να χέσει την επανάστασή τους. Να κατουρήσει στους τάφους τους, όταν θα βρεθούν κι αυτοί κάτω από τις ρίζες των ραδικιών.Αχ, αυτοί [εμείς] οι μετριοπαθείς επαναστάτες. / Αχ, αυτοί [εμείς] που φοράνε κουστούμι τρουά-πιες. /Αχ, αυτοί [εμείς] που γαμάνε με τα λεφτά τους.












Ηλίας Πετρόπουλος - Της φυλακής






Υπάρχει ένα περιβάλλον ζωής που δεν θέλει να το ξέρει ο λεγόμενος «καθώς πρέπει» κόσμος. Μιλάει γι' αυτό και για τους ανθρώπους του με περιφρόνηση. Είναι οι φυλακισμένοι, που θεωρούνται απ' όλους απόβλητοι της κοινωνίας - κατακάθι της και ντροπή της.Ο Ηλίας Πετρόπουλος, συγγραφέας με ερευνητικές κεραίες, που έτυχε να περάσει από τις φυλακές, υπόσχεται πως θα γράψει ένα βιβλίο-στιλέτο, που θα βγάλει στην επιφάνεια όλο το πύο που κρύβει το κοινωνικό απόστημα των φυλακών - και που θα στρέφεται όχι εναντίον των φυλακισμένων, αλλά εναντίον της εξουσίας και των υπηρετών της. Σαν πρόλογος του, μικρή πικρή γεύση από την εργασία που έτοιμάζει, μπορεί να θεωρηθή το βιβλίο ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ. Αναφέρεται στους διάφορους τρόπους εκφράσεως των φυλακισμένων και αποκαλύπτει πολλές πτυχές της σκληρής κι άχαρης διαβίωσης τους.Και το βιβλίο συμπληρώνεται με ορισμένα γραπτά ντοκουμέντα - κραυγές αγανακτήσεως κι επικλήσεις για δικαιοσύνη κι ανθρωπισμό. Όλα αυτά δοσμένα με την ζωντάνια και τον παλμό του συγγραφέα. Και του λόγου το αληθές συμπληρώνεται με εικόνες, παραστάσεις και σχέδια, έτσι που το ντοκουμένο ν' αποκτά περισσή αυθεντικότητα.«Στην λογοτεχνική πιάτσα φημολογείται ότι γράφω ένα βιβλίο για τις ελληνικές φυλακές ή κάτι τέτοιο. Δεν το αρνούμαι. Όντως ετοιμάζω κάποιο σχετικό κείμενο ακαθόριστου είδους - αγνοώ αν είναι αφήγημα, μελέτη, ευθυμογράφημα, ή λίβελος. Πάντως θάναι ένα βιβλίο-στιλέτο που θα στρέφεται εναντίον των υπηρετών της Εξουσίας. Όταν θα δημοσιευτεί αυτό το βιβλίο (σε ξένη γλώσσα φυσικά) εγώ ο ίδιος πρέπει να βρίσκομαι χίλια μίλια μακριά απ' την πατρίδα. Κάνω ετούτη τη διευκρίνιση για να καταλήξω: το ανά χείρας βιβλίο δεν έχει καμιά σχέση με το άλλο βιβλίο που ετοιμάζω.Το παρόν βιβλίο παρουσιάζει διάφορους τρόπους εκφράσεως των φυλακισμένων. Ο τρόπος διαβιώσεως στις φυλακές μας συνιστά έναν ειδικό τρόπο καταπιέσεως. Ο κατάδικος επιβάλλεται να επιζήσει, ο κατάδικος θέλει να δείξει τη λεβεντιά του, ο κατάδικος πρέπει με κάθε τρόπο να διασκεδάσει, ο κατάδικος έχει σεξουαλικές επιθυμίες, ο κατάδικος πνίγεται από μοναξιά, ο κατάδικος μισεί τους δεσμοφύλακες, ο κατάδικος στενάζει, ο κατάδικος ζητάει βοήθεια και κανείς δεν σπεύδει. Αυτή, περίπου, είναι η δυναμική και προβληματική της φυλακής. Κι απέναντι σ' αυτήν την πραγματικότητα ο νεοελληνικός μικροαστικός κονφορμισμός αντιτάσσει τα γελοία και ανήθικα φραστικά κλισέ: ο εγκληματίας είναι αντικοινωνικό ον (ενώ ο χωροφύλακας είναι κοινωνικό ζώον) - ευτυχώς που ο υπόκοσμος αποτελεί μιαν ελάχιστη μειονότητα (λες και οι εκατομμυριούχοι είναι μεγαλύτερη μειονότης) - ο Νόμος υπεράνω όλων (των φτωχών, εννοείται) κτλ. κτλ. κτλ.Εν πάση περιπτώσει, όταν ήμουνα στην φυλακή εδιπλάρωνα κατάδικους του κοινού ποινικού δικαίου, και, κυρίως, παιδιά της φάρας (τουτέστιν, του υπόκοσμου). Εδώ και τριάντα χρόνια παρακολουθώ με πάθος και σεβασμό τον τρόπο που ζουν και σκέφτονται, καθώς και τον τρόπο που εκφράζονται και αντιδρούν οι άνθρωποι του υπόκοσμου. Με τον καιρό αλλάζω στάση απέναντι τους. Παιδιόθεν μισούσα τους ρασοφορεμένους, ενώ αγαπούσα όσους είχανε τα χεράκια τους δεμένα με αλυσίδες. Γιατί δεν ξεχνώ την εποχή όπου μικρές ομάδες καταδίκων, με τα χέρια στους κελεψέδες κατευθύνονταν στα δικαστήρια συνοδευόμενες από κουστοδίες τζανταρμάδων - και δεν ξεχνώ εκείνες τις διαβατικές κυρούλες που βάζανε στις τσέπες αυτών των καταδίκων κουλούρια και τσιγάρα, και, κάποτε κάνα φράγκο. Αργότερα, έφηβος ων, εδιάβασα τις Αναμνήσεις απ' το σπίτι των πεθαμένων του Ντοστογιέβσκι και τους Εφτά κρεμασμένους του Αντρέγιεφ, λογοτεχνήματα που με μπάσανε στην φιλολογία της φυλακής. Για χρόνια κυριαρχούσε πάνω μου η γραφικότητα των ανθρώπων του υπόκοσμου. Σιγά-σιγά, όμως, άρχισα να συνειδητοποιώ το είδος και τα όρια αυτής της κάστας. Στην προσέγγιση και κατανόηση βοηθούσε η λογοτεχνία. Στην άπωση και παρεξήγηση οδηγούσε η νομική μου κατάρτιση και οι ηθικολογικές προκαταλήψεις.Μόνο τα τελευταία έτη μπόρεσα να πλησιάσω τις ρίζες του προβλήματος. Προηγουμένως κατάφερα να αποτινάξω όλο το σύμπλεγμα των δοτών γνώσεων και της τυφλής ηθικολογίας, που μου μπλοκάριζε νου και ψυχή. Το μονοπάτι που ακολούθησα άνοιξε όταν χρειάστηκε να απαντήσω στο ερώτημα: γιατί ο ποινικός κώδικας προβλέπει τόσο μεγάλες ποινές για το αδίκημα της κλοπής;Η αρχή είναι το ήμισυ τον παντός. Άρχισα να ψάχνω. Οι κατάδικοι με ξεστράβωσαν. Και τότε αντιμετώπισα το πρόβλημα σφαιρικά. Σήμερα μπορώ να καταρτίσω μιά γενικότερη θεωρία για τον υπόκοσμο. Νιώθω, βέβαια, ότι φέρομαι προς τον αναρχισμό. Αν και στην Ψωροκώσταινα συγχέουν τον αναρχισμό με την σχιζοφρένεια.Ξαναγυρίζω στο σημερινό μου θέμα. Στο παρόν βιβλίο δημοσιεύω μερικές σύντομες λαογραφικές (και, ενδεχομένως, κοινωνιολογικές) σπουδές. Συνοδεύονται από αρκετά ντοκουμέντα. Φρονώ ότι τα ντοκουμέντα αποτελούν το σημαντικότερο μέρος του βιβλίου. Τάβγαλα απ' την φυλακή κρυφά. Και πληρώνοντας αδρά. Έβγαλα και πολλά άλλα ντοκουμέντα. Θα τα δημοσιεύσω την πρέπουσαν ώρα - και τότε αλίμονο στους αρμόδιους που θα περιαδράξω! Οι περισσότερες μελέτες του παρόντος βιβλίου αφορούν στα εργόχειρα που κάνουν οι κατάδικοι. Οι φυλακισμένοι φιλοτεχνούν διάφορα εργόχειρα. Τα κάνουν για να περνούν την ώρα τους. Τα κάνουν για να εξοικονομήσουν λίγα χρήματα. Τα κάνουν, ούτως η άλλως, για να επιζήσουν. Η σχετική παράδοση ούτε ελληνική, ούτε χθεσινή είναι. Οι κατάδικοι κάνουν εργόχειρα αφότου υπάρχουν φυλακές. Τα ίδια ακριβώς εργόχειρα που κάνουν στις ελληνικές φυλακές τα συναντάμε και στα μπουντρούμια της Τουρκίας και της Μέσης Ανατολής. Για να γίνουν τα εργόχειρα της φυλακής απαιτείται χρόνος και υλικά. Οι κατάδικοι έχουν στη διάθεση τους απεριόριστο χρόνο. Και τα υλικά που χρησιμοποιούν είναι ευτελή και φτηνά, ενώ συγχρόνως είναι υλικά που επιτρέπεται να εισαχθούν μέσα στη φυλακή.Τα χειροτεχνήματα των καταδίκων νομίζω πως εμπίπτουν στα πλαίσια της λαογραφίας. Η τέχνη των καταδίκων αποτελεί τμήμα της λαϊκής τέχνης. Οι επιστήμονες μας αφήσανε (και) το θέμα αυτό ανεκμετάλλευτο. Ας πούμε πως φταίει το ότι η φυλακή αποτελεί απροσπέλαστον χώρο για τον λαογράφο. Αν και αποδίδω την παράλειψη στην κλασική δειλία και ανικανότητα των ακαδημαϊκών μας επιστημόνων. Φυσικά, μέσα στα εν ευρεία έννοια χειροτεχνήματα περιλαμβάνω και τα τατουάζ και τις επιγραφές των τοίχων και (από κατασκευαστικής πλευράς) τα παιχνίδια. Τέλος, βρίσκω λίαν διαφωτιστικά τα σπαραξικάρδια κείμενα φυλακισμένων που παραθέτω στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου.Και προτού υπογράψω αυτόν τον πρόλογο, δηλώνω πως όσα γράφω ή παραθέτω στο παρόν βιβλίο είναι όλα, μα όλα, αληθινά. Άλλωστε υπάρχουν πολλοί μάρτυρες.»



Ηλίας Πετρόπουλος



Πηγη:http://e-vivlia.blogspot.com/






Ηλίας Πετρόπουλος - Επικήδειος λόγος



Λόγος επικήδειοςδιά τα παλαιά άγνωστα ρεμπέτικα τραγούδια,αλλά συγχρόνως και ελεγείαεις ανάμνησιν της ομορφιάς μιας γυναίκαςεξαιρετικώς αγαπηθείσης.Καλούνται ρεμπέτικα τραγούδια τα άσματα των πληγωμένων, απλών, αγνών και αισθαντικών ψυχών της Ελλάδος. Η περιφρονημένη χωρίς ανταπόκριση αγάπη και το τρισμέγιστον μαρτύριον του θαμένου εκουσίως έρωτος από τα ρεμπέτικα τραγούδια εξόχως ανιστορήθησαν. Τα ρεμπέτικα υπήρξαν κάποτε η παρηγοριά μας. Ήταν οι λευκοί ασπασμοί των παραγνωρισμένων. Αξιώθηκα να κρατήσω στα χέρια μου το βουβό, πλέον, μπουζούκι του στρατηγού Μακρυγιάννη. Ρεμπέτικα δεν τραγουδούσαν οι γυναίκες (αυτές συνήθως αργά κατανοούν το πόσο αγαπήθηκαν), ούτε τα τραγουδούσαν οι σκληρόκαρδοι.Όχι μόνο για την αλήθια, αλλά και για την ομορφιά της αλήθιας νιάζομαι. Μη μου στείλεις περιστέρια· μαντεύω τα λόγια αγάπης που θα μου πεις. Ο έρως συμβαίνει σαν δυστύχημα. Κρατούσα, τότε, σαν βιολί το σώμα σου, μα τώρα που είμαστε μακριά σ' έχω φωτιά παντοτινή μες στην καρδιά μου. Θα ψάχνεις λυπημένη να με βρεις στους άδειους δρόμους και θα ρωτάς παντού για μένα, και στην περιρρέουσα μελαγχολία των ρεμπέτικων τραγουδιών θα αναζητάς επί ματαίω παρηγοριά. Εφέτος ανήμερα το Πάσχα έβρεχε και η δολιότης πίκραινε την καρδιά μου. Το ξέρω· η θέση μου είναι στο νεκροταφείο. Είμασταν ακόμη παιδιά όταν μας μάραναν και ζήσαμε σαν γέροι. Δεν είμαι δικός μου. Σιωπώ μεν, αρνούμαι δε να πεθάνω γιατί τα δακρυσμένα μάτια σου πάντα με γνέφουν. Θλιβερά βλέματα τέκνα της σιωπής μου. Ο θάνατος απόψε διώχνει το κάθε τι απ' την ψυχή μου. Χαίρομαι την παραφροσύνη μου τώρα.Το αληθές απόβαρον ενός ανθρώπου ισούται με τις αγάπες, τον οίκτο και την αηδία πού ένιωσε στη ζωή. Δύο μεγάλες αδικίες εγνώρισα: την φτώχια και την ερωτική καταφρόνια. Τα ρεμπέτικα προήχθησαν εις μαυσωλείον αισθημάτων. Το να υποφέρεις απ' του κόσμου τις πίκρες είναι αναγκαίον, και ίσως νόμιμο. Πάθος έδωσα και πάθος δεν έλαβα, κι ό,τι έπιασα έγινε στάχτη. Πολλά εδιδάχθην από τα ρεμπέτικα. Ο πατέρας μου με γαλούχησε με τα τραγούδια αυτά. Έχτισα το παρόν βιβλίο, σα να έχτιζα χελιδονοφωλιά, προς χάριν του ισοβίου φίλου Τσιτσάνη. Την εγκαρτέρηση εδιδάχθην από τα ρεμπέτικα.Σήμερον κηδεύομαι. Σβήνω (άχ, σβήνω) όταν εσύ χρησιμοποιείς τα αισθήματα μου σαν κέρματα. Αν πρόκειται κανείς να διατηρήσει την ευαισθησία του ας είναι ο ηττημένος. Τα ρεμπέτικα τραγούδια βάλλουν ως αναμνήσεις. Ζήσαμε τις πιο εφιαλτικές νύχτες του αιώνος. Οι ενθυμήσεις ελλοχεύουν. Ένιωσα τα πάντα μόνον σαν πάθη. Άφησέ με νάμαι παράφορος, αφού η λογική είναι ο προθάλαμος της τρέλας. Υπήρξα ένας Ιδανικός Φαύνος. Θα σε γκρεμίσω με δάκρυα, ζοφερή πολυαγαπημένη.Τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι τραγούδια της καρδιάς. Και μόνον όποιος τα πλησιάσει με αγνό αίσθημα τα νιώθει και τα χαίρεται. Γιατί, η καρδιά με καρδιά μετριέται.Έκλεισεν ό κύκλος των ρεμπέτικων τραγουδιών. Ανήκουν πια στο παρελθόν τα τραγούδια αυτά. Χοροστατώ μοιραίως στό μνημόσυνο τους αφού ο *** κυμαίνεται, τη νύχτα αυτή, μεταξύ ευφημίας και επιβιώσεως.Αίφνης σκοτείνιασε η πλάση και η αυτοκτονία απέβη το όνειρο εκάστου εχέφρονος ανθρώπου. Ο θεηφόρος έρως μόνη πειθώ τής ζωής. Φυλακτά σε σχήμα καρδίας αντίκρυσα στο βυζαντινό μουσείον Αθηνών. Στα λάσια μπράτσα των ρεμπέτηδων συχνά βλέπω κεντημένη μιά καρδιά με φυλλοκάρδια, όπου στη μέση της έχει το όνομα της πολυαγαπημένης.Οι νεοελληνικοί αιώνες εγκυμονούσαν τα ρεμπέτικα τραγούδια. Στον έρωτα ο χρόνος ετάχθη υπέρ των ανδρών. Αφότου γεννηθήκαμε ο θάνατος αναμένει. Ήπια τα χίλια πικρά όχι, πριν καταπιαστώ με τα ρεμπέτικα. Οι χαρές, όπως και οι ηδονές, οδηγούν στην γνήσια θλίψη. Σαν χειρονομίες σφοδρού κοπετού μοιάζουν τα φτερουγίσματα αυτουνών που χορεύουν ζεϊμπέκικο. Ο Γιάννης Τσαρούχης ξέρει γιατί αποκαλεί τον ζεϊμπέκικο Χορό των Χορών. Ίσως, μόνον ένας ερωτευμένος μπορούσε να συντάξει τον επικήδειο των ρεμπέτικων τραγουδιών, πού εξακολουθούν να φαντάζουν σαν μαγικός λουλουδότοπος μακρινός, οριστικά χαμένος και απροσπέλαστος. Ο νους του ανθρώπου (ισχυρός ως ο έρως, πανίσχυρος ως ο θάνατος) εξακοντίζεται προς το παρελθόν. Η θλίψη αποτελεί την ηχώ τών ερωτικών λαϊκών ασμάτων. Είθε, σύντομα τα ελληνόπουλα να διδάσκονται στα σχολεία την απαράμιλλη μελαγχολία των ρεμπέτικων τραγουδιών.Θα σταδιοδρομήσω του λοιπού ως προδότης. Κατάβαθα κι εγώ, κατάβαθα κι εσύ, πληγώσαμε τις καρδιές μας. Όλη νύχτα με ξυπνούσαν οι αναστεναγμοί μου. Είμαι φίλος των νεκρών. Το επόμενο πάθος με σώζει από το προηγούμενο, μα κάθε πάθος κατακάθεται στην παλίμψηστη ψυχή μου σαν μαυρίλα, και τότε η αυτοκτονία υποδύεται την λύτρωση. Η ιδιοφυΐα είναι η μόνη αποδεκτή μορφή παραφροσύνης, ο δε οίκτος φόρτος αλλοτρίων δυστυχιών. Οι μεγάλοι έρωτες, όλοι τους, είναι σαν ερωτικό παράπονο. Ο έρως στερείται νίκης. Αρχίζει και τελειώνει με ήττα του ανδρός. Σαν τον Αχιλλέα ήσουνα υπερήφανη και σκληρόκαρδη· όμως, ώρα σου καλή, όπου κι αν βρίσκεσαι, γλυκιά μου αγαπημένη.Καθώς χαμένο σκυλί, σκυλί του δρόμου, σέρνομαι αυτές τις μαύρες μέρες με άδεια καρδιά και κάθε δειλινό πέφτω, πέφτω, σ' ένα βάραθρο πέφτω. Βέβαια οι γυναίκες στερούνται φαντασίας και πάθους, αλλά εγώ αγάπησα και αγαπήθηκα, κι εσένα δείχνω όταν ερωτηθώ για το νόημα του έρωτος. Λιποτάκτης στην μυριάνθρωπη έρημη Αθήνα που με τρομοκρατεί κι όλο με εξωθεί προς την αυτοκτονία. Η απαισιοδοξία είναι απόδειξη ανθρωπιάς. Εγώ ειμί ο εχθρός μου. Στην ηλικία όπου τώρα πια έφτασα το νιώθω πεντακάθαρα πως είμαι ένας αποτυχημένος. Δεν θα σκεφτόμουνα ποτέ δίχως το συνοικέσιον της μελαγχολίας. Συχνά κλέβω ψυχές, μα εσύ δεν είσαι κοντά μου, ούτε σε ξένα χέρια. Γέρασα με ερωτευμένη καρδιά εφήβου. Είναι υπερβολή να ζεις με αγάπη κι είναι επικίνδυνο να κατέχεις, τόσο πολύ, τα μυστικά της ψυχής σου. Αδυνατώ να θάψω τις αναμνήσεις κι αυτό θα προσδιορίσει τον θάνατο μου. Την κοίτη του τάφου μου είδα. Πόσες μέρες, πόσα χρόνια, θα άντεχες εσύ μιά ζωή δίχως ελπίδες;Αργείς· η ψυχή μου παγώνει. Κάθομαι τα βράδια, ολομόναχος, κατάμονος, στο καμαράκι που ξέρεις, και κατηγορώ τον εαυτό μου, κι όλο σκέφτομαι περί της αδυσωπήτου φθοράς των αισθημάτων. Ο νους μου αρμενίζει προς την απελπισία. Σκότωσαν, κάποτε, πολλούς φίλους γύρω μου κι από τότε ζω σαν πουλί τρομαγμένο. Σε περιμένω μέρα και νύχτα και κάθε αυγή να ξαναγυρίσεις σε καρτερώ. Με παρασύρει η καρδιά μου (εσύ, γλυκιά μου, ακόμη την κυβερνάς) σε αναπολήσεις της εξαίσιας μορφής σου, που ούτε μπορώ ούτε θέλω να ξεχάσω, και που αφότου εχάθη σε μαύρα σκοτάδια μ' έριξε. Εκείνην που κάθεται αντίκρυ μου την έχω μες στα στήθια μου. Οι σκιές των δολοφονηθέντων φίλων, και ψες τη νύχτα, όπως κάθε νύχτα, ήρθαν αργοσαλεύοντας στον ύπνο μου, και τάχα ήσουνα μαζί τους, μισοκρυμένη, σιωπηλή, μαραμένη. Ευλαβούμενος της μνήμης των περιδιαβάζω στην Οδόν Αναπαύσεως. Όταν φεύγει η αγαπημένη είναι σαν νάχει πεθάνει. Στα μάτια σου τα σημάδια της προδοσίας. Η ομορφιά μιας γυναίκας είναι ένα ένδυμα ευχαριστήσεως. Κλείσε με στην καρδιά σου κι ας το ξέρουμε μόνον εμείς οι δυό.Ήκμασαν τα ρεμπέτικα τραγούδια την εποχή που μετρούσαμε τάφους. Η δράση σχεδόν αποβλακώνει τον άνδρα. Οι άνδρες των ρεμπέτικων τραγουδιών απεχθάνονται τους μετριοπαθείς. Είναι σοφός όποιος αγαπά κι ελπίζει, και είναι σοφώτατος όποιος λυπάται. Ο ερωτευμένος καταντάει μισός άνθρωπος. Ο οίκτος δέον να θεωρείται της αγάπης η ανάληψις. Έρωτα μάθετε οι ενοικούντες επί της γης. Πάντα οι απογοητευθέντες σώζουν την οικουμένη. Μιά ειδική λεβεντιά απαιτείται για νάναι κανείς ανήθικος. Η λογική μου εδρεύει στην καρδιά μου. Ο έρως θρέφει (αλίμονο) τους ιδεώδεις. Τα του παρελθόντος αγλαΐζονται. Ο κυνισμός φαίνεται πως είναι ο θώραξ των ευαισθήτων, που τους προφυλάσσει από τον δαίμονα της ενδοσκοπήσεως. Ο οίκτος έρχεται με τα χρόνια. Η σκέψη είναι δυστυχία. Εξ οίκτου αμαρτάνω. Τρομάζω όταν σκέφτομαι. Υπήρξες τόσον ωραία που σε σεβόμουνα. Είναι αντιδραστικός κι ο αρνούμενος να αποθάνει. Αντιφάσκω, άρα ζω. Η αυτοκτονία είναι έκφραση ανταποδοτική της κοινωνικής ποινής του ψυχικού εξοστρακισμού. Η μόνη προσωπική χειρονομία στην αυτοκτονία είναι η αυτόχειρη εκτέλεση μιάς κοινωνικής αποφάσεως. Στον έρωτα ενός ανδρός, πιθανώτατα, έχει μεγαλύτερη σημασία το ζέον αίσθημα παρά το όνομα της αγαπημένης. Η κεφαλή μου, τώρα, σε προσκέφαλο φέρετρον, κι όχι στα γόνατα σου, τώρα, αναπαύεται. Έναν σταυρό σού χάραξα στο μέτωπο και σε σημάδεψα. Μοναξιά θωπεία θανάτου.Τα μάτια της προοιώνιζαν την καταδίκη. Τίποτε δεν μου στοίχισε ο χωρισμός· τίποτ' άλλο εκτός από την ενθρόνιση της μελαγχολίας. Μάλλον δεν υπάρχουν γυναίκες ανιδιοτελώς ερωτευμένες. Η γυνή φιλοδοξεί να αποβεί νεκροθάφτης του αγαπημένου της. Θάνατοι και θάνατοι θα διαβούν μα συ θα βαστάς μέσα μου. Εσύ, που απουσιάζεις κι ωστόσο νιώθω να με κοιτάς με χίλια μάτια. Εσύ, που ήσουνα εκείνη με τα πικρά δάκρυα και τα ολόγλυκα φιλιά. Η δεινή, εσύ, που μ' ανάγκασες ν' αγαπήσω τα λουλούδια περισσότερο απ' τους ανθρώπους. Εσύ, η λύκων βρώσις κι ο άγγελος των επιγείων λιβαδιών.Έπραξαν το πάν για να μαράνουν την ζωντανή καρδιά των ρεμπέτηδων. Οι μεγάλες ψυχές αντιφάσκουν. Ισχυρότερη μνήμη είναι η μνήμη της καρδιάς. Ο λυρισμός ήταν η μόνη επιτρεπτή στους ρεμπέτες πολυτέλεια. Τρυφερότης περιβάλλει, σαν δροσερό φύλλωμα, τα παλαιά αισθήματα. Για μιαν ακόμη φορά, στην άκρη τού γκρεμού, αλλάζω ψυχή κι ο νους μου ανθοφορεί. Καλβίνος του αγνού έρωτος, ελπίζω πως και η πλέον άσπλαχνη αγαπημένη δεν δύναται να σκοτώσει την ποίηση που κρύβει μέσα του ένας σιωπηλός άνδρας.Βασικώς τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι λαϊκά άσματα της αγάπης και, ειδικώτερα, της ερωτικής εγκαταλείψεως. Τουλάχιστον τα μισά ρεμπέτικα έχουν τον έρωτα θέμα τους, και τα πιο πολλά απ' αυτά θρηνούν τον ερωτικό χωρισμό· την πικρότατη ορφάνια. Ο ρεμπέτης γνωρίζει ότι ο έρως είναι μεταθετό αίσθημα και ότι ο οίκτος των επικυριάρχων η αγάπη είναι. Τόσο έδειραν τα πάθη τους ανθρώπους των ρεμπέτικων τραγουδιών ώστε απώλεσαν το δικαίωμα να εκπροσωπούν τον εαυτό τους. Στα δημώδη άσματα ο εραστής καταπλήσσει με την ανδρεία, ενώ ο εραστής των ρεμπέτικων τραγουδιών εκλιπαρεί, καθικετεύει, ελκύει διά του οίκτου. Σε λιτανεία μετήλλαξε τον πανδαμάτορα έρωτα το ρεμπέτικο τραγούδι, όπου οι περιπτύξεις είναι ψυχικές οι δε μνήμες δεσπόζουν. Τυγχάνων ορθόδοξος ερωτικός πρωθιερεύς αντιλαμβάνομαι σαφώς πως αν δεν χτίσεις μιά ζωή σφαλμάτων και αμαρτιών δεν θα εξαρθείς εις υπήκοον τού θανάτου, πως οπωσδήποτε καλύτερα είναι να σε σκοτώσουν παρά να αυτοκτονήσεις αφού η ανίκητη τρομερή πλειοψηφία των μοχθηρών ούτε αιδημοσύνην ούτε χλωρόν φόβον ένιωσε ποτέ, και, πως η καρδία οίκος της ψυχής εστίν. Η φιληδονία είναι αληθινή αρρώστια. Το γυμνό κορμί σου (ευφροσύνη της οράσεώς μου) οδηγεί στο φθινόπωρο, στο φθινόπωρο. Ουσιαστικώς τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι ερωτικές επιστολές. Ο άνθρωπος είναι δύο. Δεν σε αναπολώ παρά σαν μιαν όμορφη κοπέλα (ώ, μεγαλείον των υψηλών γυναικών) να έρχεσαι με την αγκαλιά γεμάτη άνθη, και τότε σε φιλούσα και με αντιφιλούσες, πίστη μου κι ελπίδα μου. Αγάπησα κάποιαν κυπαρισσένια τέως άγνωστη που δεν ξεχνιέται. Εορτή των Νεκρών η μέρα του χωρισμού. Είπες παντού πως με μισείς, σαν όμως ξανανταμώσαμε, την ύστατη φορά, εδάκρυσες και με τρυφερότητα άπλωσες το πολύτιμο φιλντισένιο χέρι σου στο ιδρωμένο μέτωπό μου. Τώρα εδώ κοντά φτερουγίζεις — μακριά μου όσο ποτέ. Με θυμάσαι άραγε ακόμη, φευγάτη μου αγάπη;Οι ερωτευμένοι χρησιμοποιούν ολόχρυσα λόγια, λόγια πού καίνε, αν και η αγάπη νιώθεται και δεν την αποδεικνύουν. Οι ερωτευμένοι εκφράζονται με υπερβολές γιατί διαβιούν εν υπερβολαίς. Όσο κι αν ο άνθρωπος έχει βουνό την καρδιά αδυνατεί να αγαπήσει πολλές φορές στη ζωή του. Ο έρως είναι ένας γλυκόπικρος εφιάλτης, σάβανο των ζωντανών, φονεύς, ψυχοβγάλτης, νεκροπομπός πουλιών, ελευθερωτής. Τέτοιους έρωτες ψάλλουν τ' αδέρφια μου, οι έσχατοι ρεμπέτες.Αθήναι, Μάιος 1967.(από το βιβλίο "Ρεμπέτικα Τραγούδια")




«Ελένη» του Γιάννη Ρίτσου


Η «Ελένη» του Γιάννη Ρίτσου, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Μπίτου, ανεβαίνει στο θέατρο «Συνεργείο» για έξι μόνο παραστάσεις, από τις 3-18 Μαϊου. Το έργο είναι ένας από τους σημαντικότερους ποιητικούς μονολόγους της συλλογής «Τέταρτη διάσταση» του Γιάννη Ρίτσου και παρουσιάζεται σε ένα δεύτερο κύκλο παραστάσεων από την θεατρική ομάδα «ΑΣΙΠΚΑ».

Ο Δημήτρης Μπίτος σκηνοθετεί και ερμηνεύει τον ομώνυμο ρόλο, επιλέγοντας στην παράσταση την απόλυτη λιτότητα, με μόνο φωτισμό το φυσικό φως της ημέρας. Μια μικρή γεύση του έργου μας δίνει το παρακάτω απόσπασμα: «Μη φύγεις. Μείνε λίγο ακόμα. Έχω τόσον καιρό να μιλήσω. Κανείς δεν έρχεται πια να με δει. Βιάστηκαν όλοι να φύγουν. Τo'δα στα μάτια τους – βιάζoνταν όλοι να πεθάνω. Δεν κυλάει ο χρόνος. Οι δούλες με μισούν. Ακούω τις νύχτες να μου ανοίγουν τα συρτάρια, να παίρνουν τις δαντέλες, τα κοσμήματα, τα χρυσά τάλαντα – ποιος ξέρει αν θα μ΄ άφησαν κάνα φόρεμα της προκοπής για μια ώρα ανάγκης και κάνα ζευγάρι παπούτσια».

Παίζουν οι Δημήτρης Μπίτος και Δημήτρης Μπρέντας. Σκηνική επιμέλεια χώρου: Αλεξάνδρα Σιάφκου, Αριστοτέλης Καρανάνος.

Η ομάδα «ΑΣΙΠΚΑ» είναι γνωστή από παλαιότερες δουλειές της, όπως τις «Νυχτερίδες» στο Bios (2007-8) και πιο πρόσφατα το «Τρίπτυχο» του Χάινερ Μίλερ (2008, Bios) και το έργο του Jan Fabre «Είμαι Αίμα» (2009) στο θέατρο Χώρα.

Πληροφορίες: Πρεμιέρα: 3 Mαϊου, ώρα έναρξης: 19.30, διάρκεια παράστασης: 60 λεπτά, θέατρο «Συνεργείο» Κολωνού 31, Μεταξουργείο, εισιτήριο: 12 ευρώ. Κρατήσεις στο τηλέφωνο: 698-1802544

εατρικό Φεστιβάλ για νέους δημιουργούς




Το φεστιβάλ «Bob Theatre» συγκεντρώνει και φέτος τις πιο ενδιαφέρουσες νεανικές παραστάσεις των τελευταίων ετών, από τις 10-16 Μαϊου στις τρεις σκηνές του θεάτρου Χώρα. Νέες θεατρικές ομάδες, ανήσυχοι σκηνοθέτες, ανερχόμενοι συγγραφείς με καυστική θεματολογία αλλά και μουσικά σχήματα, θα δώσουν το δικό τους ιδιαίτερο στίγμα.

Το κοινό θα έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει μερικές από τις πιο συζητημένες παραστάσεις της περασμένης θεατρικής σεζόν, όπως το «Μαμά Ελλάδα 2», «Λιοντάρια», «Πάκμαν» κ.α. Κάποιες από αυτές ξεχωρίζουν για την επίκαιρη θεματολογία τους, όπως η πολιτική κωμωδία «Μαμά Ελλάδα2» των Γιάννη Παλαιολόγου και Γιάννη Σαρακατσάνη (ομάδα Abovo): στην υπόθεση του έργου η κυβέρνηση πουλάει την Ακρόπολη για να την κάνει καζίνο. Οι αρχαίοι πρόγονοι στο άκουσμα της είδησης, βγαίνουν από τους τάφους τους και προσπαθώντας να σώσουν το μνημείο, εμπλέκονται στα δίχτυα της ξεχαρβαλωμένης σύγχρονης Ελλάδας ( σκηνοθεσία: Γιάννης Σαρακατσάνης).

Θα δούμε επίσης κι άλλες παραγωγές της ομάδας Abovo όπως το «Εκεί, εκεί στην Κόλαση» σε σύλληψη και σκηνοθεσία Γιάννη Σαρακατσάνη , το «Ζελόβ», μια κωμωδία για τον έρωτα και το νόημα της ζωής, τον «Πλανήτη», μια διαστημική κωμωδία με επίκεντρο πάλι τον αθάνατο ελληνικό πολιτισμό.

Ανάμεσα στις παραστάσεις που επιστρέφουν δριμύτερες περιλαμβάνονται: η περφόρμανς της Γεωργίας Μαυραγάνη «Όταν είδα το 100% τέλειο κορίτσι για μένα», βασισμένη σε ένα διήγημα του Χαρούκι Μουρακάμι. Τα «Λιοντάρια» των Βασίλη Μαυρογεωργίου και Κώστα Γάκη, μια ιστορία εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα του πολέμου στο Ιράκ.

Ο «Γλάρος» του Τσέχωφ από τη θεατρική ομάδα «Πίκουοντ», σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Ξανθόπουλου. «Το κουρδιστό πορτοκάλι», σε διασκευή και σκηνοθεσία της Γεωργίας Γεωργαντοπούλου. Το πορτρέτο του σύγχρονου Έλληνα στο ρεαλιστικό έργο «Πάκμαν» του σκηνοθέτη και συγγραφέα Γιώργου Παλούμπη κ.α.

Πρεμιέρες θα κάνουν δύο νέα έργα, η σταντ απ κόμεντι του Δημήτρη Δημόπουλου «Υπερπαραγωγή», με φόντο την Ελλάδα της κρίσης και το «Love Manifest», σε κείμενα και σκηνοθεσία των Ζήση Ρούμπου και Ροζαλίας Κυρίου, ένα έργο για τη δύναμη της μοιραίας αγάπης.

Στις 13/5 οκτώ διαφορετικοί θίασοι θα διαγωνιστούν δείχνοντας 15 λεπτά από τις υπό διαμόρφωση παραστάσεις τους. Οι θεατές θα αναδείξουν τον νικητή που θα ενταχθεί με ολοκληρωμένη πλέον παράσταση στο πρόγραμμα του θεάτρου Χώρα για τη σεζόν 2010-2011.

Στις συναυλίες του Φεστιβάλ θα συμμετέχουν τα μουσικά σχήματα: «Crazy people music», «Dirty Grannh Tales», «Burger Project».

Πληροφορίες: Αναλυτικό πρόγραμμα στη διεύθυνση : www.bobfestival.gr. Θέατρο Χώρα, Αμοργού 20 Τηλ. 210-7234567.

sexy εσώρουχα και... σαραντάρες



Οι ώριμες κυρίες μπορεί κάποτε να δέχονταν πως μια φθίνουσα ερωτική ζωή είναι μέρος του να μεγαλώνεις. Όχι πια! Οι πωλήσεις 'πικάντικων' εσωρούχων ανάμεσα σε σαραντάρες και πενηντάρες έχουν αυξηθεί τους τελευταίους μήνες, σύμφωνα με τους πωλητές. Οι ώριμες γυναίκες, πλέον, αποχαιρετούν τα παλιομοδίτικα εσώρουχα και αγοράζουν περισσότερες ζαρτιέρες, sexy εσώρουχα και αποκαλυπτικά νυχτικά από τις εικοσάρες.

Έχουν γίνει η πιο αναπτυσσόμενη αγορά στη βιομηχανία των εσωρούχων και οι πωλητές θεωρούν ότι σε αυτό έχουν συμβάλλει καθοριστικά οι ζωηρές εμφανίσεις των μεγάλων σταρ, όπως η Kim Cattrall στο Sex and the City και η Courteney Cox στον ρόλο της στην νέα τηλεοπτική σειρά Cougar Town. Επιπλέον, οι ευκατάστατες σαραντάρες έχουν μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη από τις εικοσάχρονες και γίνονται στόχος των επώνυμων σχεδιαστών εσωρούχων.

Η υπεύθυνη πωλήσεων της εταιρείας Debenhams τόνισε πως οι γυναίκες στα σαράντα τους αντιμετωπίζονται πλέον ως οι νέες εικοσάρες και οι σχεδιαστές εσωρούχων κάνουν τα πάντα για να προσελκύσουν αυτή την αγορά. Πλέον οι γυναίκες δεν θεωρούν πως ο γάμος και η δημιουργία οικογένειας σημαίνει πως πρέπει να παραμελούν την ερωτική τους ζωή. Μάλιστα, σύμφωνα με έρευνες, οι σαραντάρες γυναίκες του σήμερα απολαμβάνουν πιο ενεργή ερωτική ζωή από αυτές των προηγούμενων γενιών.
ΝΟΟΖ