Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010

ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΓΑΙΤΗ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ


Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ κ. ΒΑΡΜΑΖΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ Ξ. ΚΑΡΑΒΙΔΑ


ΟΛΥΜΠΟΣ


ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ


ΠΑΛΙΑ ΒΡΟΝΤΟΥ και ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ -ΠΙΕΡΙΑ






















ο Ομότιμος Καθηγητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Χρίστος Τσολάκης.




bikiropoulos.blogspot.com

Η ποιητική του έρωτα και οι μυθολογικές απηχήσεις στα Ερωτικά του Γιάννη Ρίτσου

Η ποιητική του έρωτα και οι μυθολογικές απηχήσεις στα Ερωτικά του Γιάννη Ρίτσου



Τζίνα Καλογήρου
*

*Επίκουρη Καθηγήτρια Παιδαγωγικού Τμήματος Δ. Ε. Πανεπιστημίου Αθηνών





Περίληψη



Σε πολλές ποιητικές συνθέσεις της ωριμότητάς του, ο Γιάννης Ρίτσος ξαναγυρίζει στις αρχετυπικές ρίζες του μύθου και συνδιαλέγεται με κλασικά κείμενα της αρχαιότητας. Στην παρούσα εισήγηση θα γίνει ειδικός λόγος για τα ποιήματα της συλλογής Τα Ερωτικά (1980- 81), όπου ο Ρίτσος, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, αναφέρεται σε γνωστά μυθικά πρόσωπα (π.χ. Οδυσσέας / Πηνελόπη), τα οποία υποβάλλει σε σημασιολογικό μετασχηματισμό. Σκόπιμες συσχετίσεις θα γίνουν και με το ποίημα «Η απόγνωση της Πηνελόπης» (1968). Επίσης, θα μας απασχολήσει ο τρόπος με τον οποίον ο ποιητής αναφέρεται στον έρωτα �τον έρωτα ως συνεκτική και συμφιλιωτική δύναμη ή ως συνειδητοποίηση της θνητότητας, κλπ. Περιγράφοντας το Γυναικείο Σώμα, ο Ρίτσος υπερβαίνει τις συμβατικές κατηγοριοποιήσεις και συλλαμβάνει το σύμπαν με αντιθετικούς όρους, γεγονός που μεγιστοποιεί το παράδοξο. Το Γυναικείο Σώμα είναι ένα τοπίο μη περιγράψιμο, μη αναπαραστήσιμο, ανύπαρκτο και, ωστόσο, απόλυτα υπαρκτό.







Η ποιητική του Έρωτα



Ο τόμος των Ερωτικών (εκδίδεται το 1981 από τον Κέδρο με σχέδια Διονύση Βαλάση) περιλαμβάνει ποιήματα γραμμένα μεταξύ 1980-81, τα οποία αποτελούν τρεις επιμέρους ενότητες με τίτλους: «Μικρή Σουίτα σε κόκκινο μείζον», «Γυμνό Σώμα» και «Σάρκινος Λόγος». Τα Ερωτικά αποδεικνύουν ότι ο Γιάννης Ρίτσος δεν είναι μόνο ο βάρδος των λαϊκών αγώνων ή ο υπαρξιακός και σκεπτικιστής ποιητής, αλλά και ένας ερωτικός και γνήσια αισθησιακός ποιητής. Η προβληματική των ερωτικών ποιημάτων προαναγγέλλεται από την «Ισμήνη» (1966-71) και τη «Φαίδρα» (1974-75) της Τέταρτης Διάστασης και επεκτείνεται σε συνθέσεις όπως τα Επινίκια (1984) και η εννεαλογία των πεζογραφημάτων με τίτλο Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων (1982-86). ’λλωστε ο έρωτας ως θέμα κατέχει δεσπόζουσα θέση στην προβληματική των περισσότερων συνθέσεων που γράφονται μεταξύ 1977-1985, δηλαδή κατά την τελευταία, δημιουργική δεκαετία της ζωής και του έργου του Ρίτσου (Καλογήρου, 2000). Ο ποιητής σε συνέντευξή του στον Οζντεμίρ Ιντσέ (Ιντσέ, 1988: 114) υποστήριξε ότι η συγγραφή ερωτικών ποιημάτων αποτελεί γι' αυτόν αντίδοτο στην αδυσώπητη φθορά του χρόνου και τη γήρανση του σώματος.

Στα Ερωτικά ο έρωτας ως σεξουαλική ανάγκη και ως θυμική ή συναισθηματική έξαρση προσλαμβάνει συμπαντικές διαστάσεις, οργανώνει την απόδραση του ατόμου από την επικράτεια της συμβατικής συμπεριφοράς και δημιουργεί μέσα στην καθημερινή ζωή έναν απαραβίαστο χώρο μαγείας και γνησιότητας. Ιδιαίτερα στην ενότητα του «Σάρκινου Λόγου» είναι πραγματικά εντυπωσιακή η παρουσία της φύσης. Κυριαρχούν οι αναφορές σε φυτά, ζώα, έντομα, λουλούδια, αλλά και σε μουσικά όργανα ή σε αντικείμενα του τεχνολογικού πολιτισμού. Τα πάντα ηχούν, βομβίζουν, φωνάζουν, παράγουν μουσική, κινούνται.

Το μεθύσι του έρωτα, η συγκινησιακή και σωματική ένταση των προσώπων δηλώνονται με τις εικόνες μιας φύσης που σφύζει από ζωή, ενός περιβάλλοντος κόσμου που βρίσκεται σε οργιαστική κίνηση και ερωτική έξαρση. Αναφέρω ενδεικτικά: «το δυνατό ποτάμι», κορμοί μεγάλων δέντρων που κυλούν μαζί του, το τραγούδι των πουλιών, «μια μέλισσα βουίζει μέσα σ' ένα τριαντάφυλλο, το τριαντάφυλλο τρέμει», τα κουδούνια των προβάτων, «έξω στους δρόμους τρέχουν στρατιώτες· γυναίκες φωνάζουν· κροτούν τα βαριά μηχανοκίνητα· σφυρίζουν οι σειρήνες», ένα άλογο σε στύση, «χίλια άλογα καλπάζουν», «μια γυάλινη / σφαίρα / περιστρέφεται γρήγορα», «ένα ανιχνευτικό ελικόπτερο βομβίζει» κ.ά. Ακόμη και τα πέτρινα γλυπτά εγκαταλείπουν τη μνημειακή ακινησία τους και ζωντανεύουν: «ένας πέτρινος ταύρος / πηδάει απ' το αέτωμα στα ξερά χόρτα».

Ο έρωτας συνέχει όλα τα φυσικά στοιχεία σε μια πρωτόφαντη αρμονία, υλοποιώντας την αρχέγονη ένωση του ανθρώπου με τη φύση: «Γυμνές γυναίκες στο ποτάμι. Γυμνοί άντρες στα δέντρα», «Ένα σπουργίτι κάθεται στη χαίτη του άσπρου λιονταριού», «Στα γόνατά σου κάθεται αναπαυτικά μια καστανή νεροχελώνα», «Στα καπούλια των αλόγων τους γυμνά κορίτσια». Στο έβδομο ποίημα του «Σάρκινου Λόγου» η αγαπημένη εμφανίζεται γυμνή, στολισμένη με κλωνάρια κισσού, μια βακχική μορφή σε θαυμαστή ένωση με τη φύση, ακόμη και με τα πιο μικρά στοιχεία της:



«Στο λευκότερο [άλογο]

απ' όλα

καβάλλα εσύ γυμνή. Σε φωνάζω. Στα στήθη σου

χιαστί ζωσμένα δυό κλωνάρια κισσού. Ένα σαλιγκάρι

ακινητεί στα μαλλιά σου.» (σ. 115)



Η συνεκτική και συμφιλιωτική δύναμη του έρωτα όπως και η ένωση γυναίκας και φύσης φαίνονται καθαρότερα σ' ένα άλλο ποίημα του «Σάρκινου Λόγου».

Το ενδέκατο ποίημα αυτής της ενότητας (σσ. 120-121) είναι μια εξύμνηση του γυναικείου σώματος ή, ειδικότερα, του σώματος της Αγαπημένης, προς την οποία άλλωστε απευθύνονται όλα τα ποιήματα του «Σάρκινου Λόγου». Η άμεση συνάρτηση του γυναικείου σώματος με στοιχεία της φύσης και αντικείμενα, ο έντονος εικονισμός, οι διαδοχικές τολμηρές μεταφορές, είναι στοιχεία που θυμίζουν την υπερρεαλιστική ερωτική ποίηση και μάλιστα, δυό γνωστά ποιήματα του Breton και του Εγγονόπουλου1. Πολλές φορές, οι γυναίκες που διεγείρουν την υπερρεαλιστική φαντασία είναι μισοβυθισμένες στο μυστήριο της φύσης � χαρακτηριστικό παράδειγμα η νεράιδα Μελουζίν της Αρκάνας 17 του Breton (Breton, 1984: 49-55) ή οι γυναίκες-δέντρα του Paul Delvaux (Bréchon, 1971: 104-105). Η συνταύτιση γυναίκας και φύσης εντάσσεται στο καθολικότερο υπερρεαλιστικό όραμα για διαλεκτική συνένωση των αντιθέτων και κατάργηση παντός είδους διαχωριστικών ορίων. Η γυναίκα, ειδικότερα, επενδύεται με μυστηριακές δυνάμεις, κρατά τα κλειδιά του κόσμου και συμβολίζει τα μυστικά του σύμπαντος (Abastado, 1986: 156-157).



Θέλω να περιγράψω το σώμα σου. Το σώμα σου είναι απέραντο. Το σώμα σου

είναι ένα λεπτό ροδοπέταλο σ' ένα ποτήρι καθαρό νερό. Το σώμα σου

ένα άγριο δάσος με σαράντα μαύρους ξυλοκόπους. Το σώμα σου

βαθειές νοτισμένες κοιλάδες πριν βγει ο ήλιος. Το σώμα σου

δυό νύχτες με καμπαναριά, με διάττοντες και μ' εκτροχιασμένα τραίνα.

Το σώμα σου

ένα ημίφωτο μπαρ με μεθυσμένους ναύτες και καπνέμπορους· χτυπάνε στράκες,

σπάζουν ποτήρια, φτύνουν, βλαστημούν. Το σώμα σου

ένας ολάκερος στόλος � υποβρύχια, θωρηκτά, κανονιοφόροι· θορυβώδεις

άγκυρες ανεβαίνουν· τρέχουν νερά στο κατάστρωμα· ένας μούτσος

πηδάει απ' το κατάρτι στη θάλασσα. Το σώμα σου

πολύφωνη σιωπή σκισμένη από 5 μαχαίρια, 3 ξιφολόγχες κ' 1 σπαθί. Το σώμα σου

μια διάφανη λίμνη, � στο βυθό της φαίνεται η λευκή βουλιαγμένη πολιτεία.

Το σώμα σου

ένα τεράστιο ακάθεκτο χταπόδι μες στη γυάλα του φεγγαριού

με ματωμένα πλοκάμια

πάνω απ' τις φωταγωγημένες λεωφόρους, όπου το απόγευμα

πέρασε αργόπρεπα η κηδεία του τελευταίου αυτοκράτορα.

Πολλά λουλούδια πατημένα

μένουν στην άσφαλτο βρεγμένα με βενζίνη. Το σώμα σου

ένα παλιό μπορντέλο της οδού Προαστίου με γριές πουτάνες, βαμμένες

με λιπαρά φτηνά κραγιόνια· φοράνε ψεύτικες μακριές βλεφαρίδες·

είναι και μια νεαρή πρωτόπειρη, � ηδονίζεται μ' όλους τους πελάτες,

αφήνει τα λεφτά στο κομοδίνο της, ξεχνάει να τα μετρήσει. Το σώμα σου

είναι ένα ρόδινο μικρό κορίτσι· κάθεται κάτω απ' τη μηλιά και τρώει

μια φέτα φρέσκο ψωμί και μια κόκκινη αλατισμένη ντομάτα· κάθε τόσο

χώνει κ' ένα άνθος της μηλιάς στα στήθη της. Το σώμα σου

ένα τζιτζίκι στ' αυτί του τρυγητή, � ρίχνει μια σκιά μενεξελιά

στον μελαμψό λαιμό του

και τραγουδάει μονάχο του όσα δεν μπορούν να πουν όλα μαζί τα σταφύλια.

Το σώμα σου

είναι ένα ξάγναντο μεγάλο αλώνι στην κορφή του λόφου �

έντεκα ολόλευκα άλογα αλωνίζουνε τα στάχυα της Γραφής· χρυσάφι τ' άχυρα

καρφώνουνε μικρούς καθρέφτες στα μαλλιά σου και λαμποκοπούν

τα τρία ποτάμια

όπου μεγάλες μαύρες αγελάδες με αδαμάντινα στέμματα σκύβουν,

πίνουν νερό και κλαίνε. Το σώμα σου είναι απέραντο.

Το σώμα σου απερίγραπτο. Και θέλω να το περιγράψω,

να το κρατήσω πιο σφιχτά στο σώμα μου, να το χωρέσω και να με χωρέσει.



Στο ποίημα του Ρίτσου το «απερίγραπτο» γυναικείο σώμα κινητοποιεί διαφορετικές και, πολλές φορές, ασύμβατες μεταξύ τους πραγματικότητες: τη γη, τη θάλασσα, τα ουράνια σώματα, το φυτικό και ζωϊκό κόσμο, τη σύγχρονη πολιτεία, μηχανικές κατασκευές κι έναν ανθρώπινο πληθυσμό όλων των φύλων και διαφορετικών ηλικιών. Επανακαθορίζει τα μεγέθη και συνενώνει την οικειότητα και την τρυφερότητα του μικρόκοσμου με την επιβλητικότητα του μεγάκοσμου («ένα λεπτό ροδοπέταλο σ' ένα ποτήρι καθαρό νερό», «ένα άγριο δάσος με σαράντα μαύρους ξυλοκόπους», σ. 120). Επαναπροσδιορίζει και ταυτίζει τις αισθητικές και ηθικές κατηγορίες: το όμορφο και το άσχημο, το «χυδαίο» και το αγνό («Το σώμα σου / ένα παλιό μπορντέλο... κορίτσι», σελ. 120). Συνδέεται, ακόμη, με την κατάρριψη αυταρχικών πολιτικών καθεστώτων («η κηδεία του τελευταίου αυτοκράτορα», σ. 120). Τα πάντα μέσα στο ποίημα βρίσκονται σε απόλυτη αναστάτωση και κινητικότητα ή είναι έτοιμα ν' αναφλεγούν («βρεγμένα με βενζίνη», σ. 120).

Στην εικόνα των ολόχρυσων σταχυών και των στιλπνών υδάτων στο τέλος του ποιήματος (στίχοι 38-43) χρησιμοποιούνται σύμβολα παρμένα από την ιουδαιοχριστιανική μυθολογία. Τα «στάχυα της Γραφής», ενδεχομένως και οι αγελάδες, παραπέμπουν στην ιστορία του Ιωσήφ, πατριάρχη των Εβραίων, και στο προφητικό όνειρο του φαραώ, στο οποίο οι επτά κάτισχνες αγελάδες κατέφαγαν τις επτά ευτραφείς, ενώ επτά λεπτοί και «ανεμόφθοροι» στάχυες κατάπιαν επτά στάχυας «εκλεκτούς».

Οι μαύρες αγελάδες του ποιήματος ίσως παραπέμπουν και στην αγελάδα του «Ορέστη» της Τέταρτης Διάστασης, κορυφαίο σύμβολο αυτού του θεατρόμορφου μονόλογου του Γιάννη Ρίτσου. Αξίζει να προσέξουμε ότι και εκείνη η αγελάδα: «Ανάμεσα στα δυό της κέρατα κρατούσε / το πιο βαρύ κομμάτι τ' ουρανού σαν ένα στέμμα» (Ρίτσος, 1978: 86). Οι αγελάδες του «Σάρκινου Λόγου» παρουσιάζονται με παρόμοιο εκφραστικό τύπο: «μεγάλες μαύρες αγελάδες με αδαμάντινα στέμματα» (σ. 121). Στο ερωτικό ποίημα του Ρίτσου τα στάχυα και οι αγελάδες αντιπροσωπεύουν τη στιλπνή, υγιή ομορφιά της ζωής και την αρμονική συμμετοχή όλων των έμβιων όντων στον αιώνιο ρυθμό της φύσης.

Στα Ερωτικά θα συναντήσουμε, επίσης, υπαινικτικές αναφορές στην ιστορία των Πρωτόπλαστων και στον «απαγορευμένο καρπό», το μήλο της γνώσης. Γενικότερα σ' αυτά τα ποιήματα το μήλο διατηρεί τους παραδοσιακούς συμβολισμούς του (Ferber, 2001: 12-14): συνδέεται με τη Βίβλο, τη μυθολογία (μήλα των Εσπερίδων) και με τον έρωτα. Τα κόκκινα μήλα με την κρουστή σάρκα αντιπροσωπεύουν ένα élan vital, έναν υγιή ερωτισμό.

Ο έρωτας δημιουργεί έναν επίγειο παράδεισο, προσφέρει στους ερωτευμένους τη μακαριότητα των Πρωτόπλαστων. Οι ερωτευμένοι ζουν στην απαρχή του χρόνου, σε μια ευδαιμονική αρμονία με το σύμπαν. Γι' αυτό και στα ποιήματα των Ερωτικών οι μηλιές του Παραδείσου είναι «πάλλευκες», «ανθισμένες» (σ. 112). Δεν υπάρχει επομένως η βρώση του μήλου και η τραγική πτώση των Πρωτόπλαστων που θέτει σε κίνηση το χρόνο, αλλά η αχρονική, παραδείσια ευδαιμονία.

Γενικότερα, ο έρωτας, ως συμπαντική δύναμη και αξία ζωής, αποδεικνύεται υπέρτερη του χρόνου και του θανάτου. (Το διαλεκτικό ζεύγος έρωτας-θάνατος θα απασχολήσει τον ποιητή ιδιαίτερα στα Επινίκια και στο Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων). Είναι αλήθεια ότι η ερωτική πράξη γίνεται, κατά κάποιον τρόπο ένα memento mori, μια υπενθύμιση του θανάτου, αφού ακριβώς εμπεριέχει τη σαρκική διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι εραστές, όπως και κάθε άλλο ζωντανό πλάσμα, είναι εφήμεροι, βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία του χρόνου. Όμως, καταλήγουν στην αποθέωση της θνητότητάς τους, αφού μόνο μέσω της θνητής σάρκας μπορούν να γευτούν τις ανυπέρβλητες απολαύσεις του έρωτα.

Ο έρωτας είναι ταυτόχρονα συνειδητοποίηση του θανάτου αλλά και απόπειρα μεταβολής της «στιγμής» σε αιωνιότητα (Paz, 1996: 206). Η ερωτική πράξη διαστέλλει το χρόνο, το παρόν μετατρέπεται σε απουσία χρόνου, διάρκεια. Υπενθυμίζουμε ότι ήδη στην «Εαρινή Συμφωνία» (1937-1938), την πρώτη εκτενή σύνθεση του Ρίτσου με κύριο θέμα την ερωτική αγάπη, ο ποιητής έγραψε τους ακόλουθους εμβληματικούς στίχους, οι οποίοι συνοψίζουν αριστουργηματικά αυτό το θέμα της «διεσταλμένης ερωτικής στιγμής»:



«Το παρελθόν ανύπαρκτο

Το μέλλον ανυποψίαστο

Παρόντες

μες στην πλήρη στιγμή

μες στην αιωνιότητα» (Ρίτσος, 1984: 224).





Ο αρχαίος μύθος και ο συνδυασμός του με το ερωτικό στοιχείο



Σ' ένα ολιγόστιχο, επιγραμματικά λιτό ποίημα από την ενότητα «Γυμνό Σώμα» των Ερωτικών ο ποιητής κάνει ονοματική μνεία του Οδυσσέα και της Πηνελόπης και επανερμηνεύει το μύθο τους, παρουσιάζοντας το μυθικό ζευγάρι σε μία τέλεια ερωτική ένωση:



Ο Οδυσσέας �έλεγες�

κ' η Πηνελόπη,

γαλάζιοι κ' οι δυό.

Το τραπέζι κόκκινο,

το κρεβάτι κόκκινο.

Στο κλαδωτό φαντό

χίλιες δίπλες τυλιγμένο

το μέγα ξίφος.

(σ. 92)



Αξίζει να διαβάσουμε αυτό το οκτάστιχο αντιστικτικά με το αριστουργηματικό ποίημα των Επαναλήψεων «Η Απόγνωση της Πηνελόπης», γραμμένο στις 21-11-1968. (Ρίτσος, 1982: 69).



Δεν είτανε πως δεν τον γνώρισε στο φως της παραστιάς· δεν είταν

τα κουρέλια του επαίτη, η μεταμφίεση, � όχι· καθαρά σημάδια:

η ουλή στο γόνατό του, η ρώμη, η πονηριά στο μάτι. Τρομαγμένη,

ακουμπώντας τη ράχη της στον τοίχο, μια δικαιολογία ζητούσε,

μια προθεσμία ακόμη λίγου χρόνου, να μην απαντήσει,

να μην προδοθεί. Γι' αυτόν, λοιπόν, είχε ξοδέψει είκοσι χρόνια,

είκοσι χρόνια αναμονής και ονείρων, για τούτον τον άθλιο,

τον αιματόβρεχτο ασπρογένη; Ρίχτηκε άφωνη σε μια καρέκλα,

κοίταξε αργά τους σκοτωμένους μνηστήρες, στο πάτωμα, σα να κοιτούσε

νεκρές τις ίδιες της επιθυμίες. Και: «καλωσόρισες», του είπε,

ακούγοντας ξένη, μακρινή, τη φωνή της. Στη γωνιά, ο αργαλειός της

γέμιζε το ταβάνι με καγκελωτές σκιές· κι όσα πουλιά είχε υφάνει

με κόκκινες λαμπρές κλωστές σε πράσινα φυλλώματα, αίφνης,

τούτη τη νύχτα της επιστροφής, γυρίσαν στο σταχτί και μαύρο

χαμοπετώντας στον επίπεδο ουρανό της τελευταίας της καρτερίας.



Όπως έχει ήδη επισημάνει η Χρύσα Προκοπάκη, στα αρχαιογνωστικά ποιήματα των «Επαναλήψεων» ο μύθος και η αρχαία ελληνική ιστορία προσφέρουν στον ποιητή το �προσωπείο�, την κάλυψη έτσι ώστε να σχολιάσει με υπαινικτικό τρόπο, με ειρωνεία και σκεπτικισμό, τη σύγχρονή του κατάσταση. Η μελετήτρια συσχετίζει το ποίημα και με τα γεγονότα της Πράγας που είχαν συμβεί μόλις ένα μήνα πριν τη συγγραφή του ποιήματος. Επομένως, η απογοήτευση που κυριαρχεί στο ποίημα μπορεί να είναι και «μια γενική πολιτική απογοήτευση μετά από σκληρή αναμονή» (Προκοπάκη, 1981: 63-64).

Στο ποίημα αυτό αναφέρονται ο αργαλειός και τα υφαντά της Πηνελόπης, τα οποία συνοδεύουν την ηρωίδα και σε άλλες εμφανίσεις της στην ποίηση του Ρίτσου. (Αναφέρω ενδεικτικά τις συνθέσεις: «Χρονικό», «Κωδωνοστάσιο», «Φρυκτωρία», «Ο Σκοινοβάτης και η Σελήνη», «Το Τερατώδες Αριστούργημα»).

Πρόκειται, βέβαια, για το περίφημο τέχνασμα της Πηνελόπης, το δικό της μεγάλο δόλο, το πανί που ύφαινε την ημέρα και ξεΰφαινε τις νύχτες και έτσι κατάφερνε να ξεγελά τους μνηστήρες και να καθυστερεί το γάμο της (για το δόλο του υφαντού γίνεται λόγος σε τρεις ραψωδίες της Οδύσσειας, β 93 κ.ε., τ 138 κ.ε., ω 128κ.ε.).

Η «Απόγνωση της Πηνελόπης» φαίνεται πως εγγράφεται σαν παλίμψηστο επάνω στη ραψωδία ψ της Οδύσσειας («Οδυσσέως υπό Πηνελόπης αναγνωρισμός»), η οποία λειτουργεί εν προκειμένω ως υπο-κείμενο (hypotexte) που υφίσταται σημασιολογικό μετασχηματισμό. (Genette 1982: 237 κ.ε.). Δανείζομαι την αφήγηση του μύθου και τα σχόλια από τον Μ.Γ. Μερακλή: «Κατεβαίνουν στον Τηλέμαχο, αλλά βρίσκονται μπροστά στον Οδυσσέα, που καθισμένος κοντά σ' έναν κίονα στην εστία έχει ριγμένο το βλέμμα στη γη και περιμένει κάποια λέξη από εκείνη, που τον είδε με τα μάτια της. Όμως αυτή μένει άφωνη, αμήχανη, αδρανής. Ο Τηλέμαχος τη μαλώνει, η αντίδρασή της πρέπει να είναι διαφορετική· (...) «και η δική σου καρδιά είναι πάντα πιο σκληρή από πέτρα» (103)... Σε τόνο απολογητικό θ' απαντήσει στο γιο της πως έχει αποσβολωθεί «θυμός μοι ενί στήθεσσιν τέθηπεν, ουδέ τι προσφάσθαι δύναμαι έπος ουδ' ερέεσθαι, ουδ' εις ώπα ιδέσθαι εναντίον» (105-7)» (Μερακλής, 1996: 194-197).

Πάνω σ' αυτήν τη στιγμιαία αμηχανία της ηρωίδας χτίζει το δικό του ποίημα ο Ρίτσος, μόνο που εδώ αυτή η στιγμή δεν παρουσιάζεται ως το αίσιο τέλος της μακρόχρονης μοναξιάς της και ως η ανταμοιβή της ακλόνητης πίστης της, αλλά ως η οδυνηρή απόληξη της αναμονής της. Κάθε ερωτική διάθεση έχει εξαφανισθεί. Ο πολυμήχανος φαντάζει στα μάτια της Πηνελόπης γέρος («ασπρογένης») και, το κυριότερο, δράστης άγριων φονικών. (Ας μην ξεχνάμε ότι σ' αυτό το ποίημα η Πηνελόπη αντικρίζει τα πτώματα των μνηστήρων, ενώ στην Οδύσσεια ο ήρωας θα καθαρίσει καλά το παλάτι από το αίμα των σκοτωμένων και θα αποσύρει τα πτώματα). Η απονέκρωση της ερωτικής επιθυμίας της Πηνελόπης αποδίδεται, επιπλέον, με την εικόνα των υφαντών της, των οποίων τα λαμπερά χρώματα μεταστρέφονται σε μαύρα και σταχτιά.

Την «Απόγνωση της Πηνελόπης» μπορούμε να τη συσχετίσουμε με άλλα αρχαιογνωστικά ποιήματα των Επαναλήψεων, όπως την «Αλκμήνη» (1968), την «Εκλογή της Μάρπησσας» (1968) και την «’ρτεμι» (1969) αλλά και με το ποίημα «Ναυσικά» (1964-1965) από τη Β΄ σειρά των Μαρτυριών (Ρίτσος, 1980: 105), το οποίο, μάλιστα, είναι ολόκληρο ένας δραματικός μονόλογος με καβαφικές αποχρώσεις που θυμίζει �σε μικρογραφία� τους θεατρόμορφους μονολόγους της Τέταρτης Διάστασης.

Η ομοιότητα των παραπάνω ποιημάτων δεν σταματά μόνο στον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται και μετασχηματίζει ο ποιητής τον αρχαίο μύθο (κάτι που ισχύει για όλα τα αρχαιογνωστικά ποιήματα των συλλογών). Σε όλα αυτά τα ποιήματα ο Ρίτσος υπερτονίζει το ερωτικό στοιχείο που υποκρύπτεται σε κάθε μύθο και ανατέμνει τον ψυχισμό γνωστών μυθικών ηρωίδων.

Ο ποιητής ακολουθεί με απόλυτη ακρίβεια τα βασικά γεγονότα, τις εξωτερικές περιστάσεις του μύθου, αλλά δεν εξιστορεί εξαρχής τα πάθη των μυθικών γυναικών· αντίθετα, επιλέγει, απομονώνει στιγμές της ζωής τους για να τους προσδώσει, μέσα από μια νέα ερμηνεία, διαστάσεις ψυχολογικές και υπαρξιακές. Έτσι, δημιουργεί ρήγματα στην επιφάνεια των γνωστών μύθων και αναδεικνύει το κρυμμένο ψυχικό δράμα των ηρωίδων, που ταλανίζονται από έντονο ερωτικό πάθος («Ναυσικά»), συχνά διαψευσμένο ή ανεκπλήρωτο («Αλκμήνη», «Η εκλογή της Μάρπησσας», «Η Απόγνωση της Πηνελόπης»). Ακόμη και η Κυνηγέτιδα θεά, η αιώνια Παρθένος, υποφέρει από τη μοναξιά και την έλλειψη του έρωτα («Η ’ρτεμις»).

Πρέπει, ίσως, να τονιστεί ότι αυτά τα ποιήματα δεν θίγουν μόνο το πρόβλημα του έρωτα. Με αφορμή το ερωτικό στοιχείο ο ποιητής θέτει καθολικότερα, υπαρξιακά ερωτήματα: Τι συμβαίνει όταν ο άνθρωπος συνειδητοποιεί με οδύνη το πεπρωμένο του και απεκδύεται μία προς μία τις ψευδαισθήσεις του; («Η Απόγνωση της Πηνελόπης»). Τι συμβαίνει όταν οι θνητοί έρχονται σε επαφή με την άφθαρτη κι αθάνατη θεότητα; Πώς αντιμετωπίζει ο άνθρωπος τη φθορά του χρόνου και τα γηρατειά του; Είναι οι άνθρωποι αθύρματα στα χέρια των θεών; («Αλκμήνη», «Η Εκλογή της Μάρπησσας»).

Η Πηνελόπη των Επαναλήψεων θα παραμείνει και μετά τον πολυθρύλητο νόστο του Οδυσσέα στη μοναξιά της, υπομένοντας με καρτερία (�καρτερία� είναι και η τελευταία λέξη του ποιήματος) αυτήν τη μοναξιά. Με τη στάση της, όμως, αναδεικνύει και την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, που κρίνει, αμφιβάλλει, στοχάζεται, ενδοσκοπείται και έτσι δεν αποδέχεται απροβλημάτιστα τα γεγονότα της ζωής. Η μοναξιά της Πηνελόπης είναι μεστή από βαθιά αυτεπίγνωση, σοφία.

Αλλά ας επιστρέψουμε στην Πηνελόπη του οκτάστιχου ποιήματος των Ερωτικών.

Το ποίημα δεν έχει, βέβαια, το ψυχολογικό βάθος της «Απόγνωσης...». Κύριο χαρακτηριστικό του είναι η συχνή χρησιμοποίηση χρωματικών επιθέτων � ιδιαίτερα του «κόκκινος», το οποίο επαναλαμβάνεται εμφατικά δύο φορές. ’λλωστε, το κόκκινο, το χρώμα του έρωτα, απαντά με εντυπωσιακή συχνότητα σε ολόκληρο τον τόμο είτε ως επίθετο είτε ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο (βλ. και τον τίτλο: «Μικρή σουίτα σε κόκκινο μείζον»). Η σχηματική παρουσίαση των δύο προσώπων και η συχνή χρησιμοποίηση χρωματικών επιθέτων μας θυμίζουν εκείνα τα ολιγόστιχα ποιήματα του Ρίτσου, τα οποία έκαναν τον Aragon να μιλήσει για την «αίσθηση του χρώματος στον Ρίτσο» και να τα παρομοιάσει με τα χρωματιστά collages του Henri Matisse (Aragon, 1983: 29-32).

Το παρεμβαλλόμενο «έλεγες» άρα και η μετάθεση του λόγου σ' ένα μετριοπαθέστερο και πιο υπαινικτικό δεύτερο πρόσωπο αποτελεί κύριο γνώρισμα της ποιητικής του Ρίτσου ιδίως σε ποιήματα της ωριμότητάς του. Στον έκτο στίχο εμφανίζεται το «κλαδωτό φαντό» της Πηνελόπης να κρύβει «το μέγα ξίφος», όχι φονικό όπλο αυτή τη φορά, αλλά φαλλικό σύμβολο (πρβλ. «Το σώμα σου / πολύφωνη σιωπή, σκισμένη από 5 μαχαίρια, 3 ξιφολόγχες κ' 1 σπαθί»).

Ας έρθουμε, όμως, στις άλλες ονοματικές αναφορές σε πρόσωπα του μύθου ή σε αρχαιολογικά τοπωνύμια που συναντάμε στα Ερωτικά. Στο δέκατο ποίημα του «Σάρκινου Λόγου» η αγαπημένη αποκαλείται «σάρκινη Διοτίμα» (σ. 119). Πρόδηλη είναι η αναφορά στον πλατωνικό διάλογο με θέμα τον έρωτα, το Συμπόσιον. Ο ποιητής τονίζει μ' αυτόν τον �κάπως αμήχανο� τρόπο την αισθησιακή, τη σαρκική σύλληψη του έρωτα και αποβάλλει από την έννοια τις όποιες ιδεαλιστικές και υπερβατικές διαστάσεις μπορεί να περιέχει. ’λλωστε, στα Ερωτικά είναι εντυπωσιακά πολλές οι αναφορές του ποιητή στο γυμνό, ερωτικό ανθρώπινο σώμα.

Ο έρωτας δεν νοείται ανεξάρτητα από το σώμα. Είναι κάτι που εκδηλώνεται μέσω της σάρκας και την εξουσιάζει. Πολύ συχνά στο έργο του ο Ρίτσος τονίζει τις ερωτικές ανάγκες του σώματος και προβάλλει μια αισθησιακή σύλληψη της ζωής. Με ιδιαίτερη συχνότητα και λατρευτική ένταση, τόσο στα Ερωτικά όσο και στα Επινίκια ή στο Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων, θα δοξολογήσει το απλό και αγέρωχο, το μεγαλειώδες ανθρώπινο σώμα. Η κατάφαση στο σώμα και στις αισθησιακές απολαύσεις ισοδυναμεί με ολική κατάφαση απέναντι στη ζωή.

Στο «Σάρκινο Λόγο» η ευτυχία του έρωτα δηλώνεται και με εικόνες ανύψωσης, πτήσης (βλ. ενδεικτικά σ. 115 και σ. 123). Όπως έχει επισημάνει η Χρύσα Προκοπάκη, η ανάβαση (ανύψωση, πτήση, ανάληψη) είναι κύριο μοτίβο της ποίησης του Ρίτσου και έχει πάντοτε ιδιαίτερα θετικές συνδηλώσεις. (Προκοπάκη, 1981: 81-87). Συναφές με το μοτίβο της ανάβασης είναι και το μοτίβο του χορού (Καλογήρου 2002: 165-166). Ο χορός στην ποίηση του Ρίτσου σηματοδοτεί τη χαρά και την υγεία της ζωής, είναι ένα εύθυμο μεθύσι με τους χυμούς της φύσης, μια έκρηξη που εξισορροπεί τις αντιθέσεις και απελευθερώνει τις καταπιεσμένες επιθυμίες � βλ. π.χ. τους χορούς στο «Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού» (Καλογήρου 2002: 165-166) καθώς και το ποίημα «Κλαγγή» από τις Ταναγραίες (Ρίτσος 1984: 37).

Στο τελευταίο ποίημα του «Σάρκινου Λόγου» (σσ. 122-123) η αγαπημένη όπως και όλα τα αντικείμενα του σπιτιού παραδίδονται στους στρόβιλους ενός ξέφρενου, εξαίσιου χορού. Οι στρόβιλοι του χορού καθώς και η εικόνα ενός στεφανιού που κυλά υποβάλλουν την ιδέα της διάρκειας. Κυριαρχούν οι φωνές, οι ήχοι, οι θόρυβοι.

Μέσα σ' αυτό το κλίμα της τρελής χαράς εμφανίζεται «και το άγαλμα του Ιππόλυτου στεφανωμένο / παπαρούνες». Ακόμη και ο παρθένος και ανέραστος μυθικός ήρωας (βλ. και τη «Φαίδρα» της Τέταρτης Διάστασης) συμφιλιώνεται με τον έρωτα και τις χαρές του. Τέτοιου είδους διακειμενικές αναφορές σε αρχαία πρόσωπα ή ονόματα εμπλουτίζουν την αναγνωστική διαδικασία με τις μυθολογικές και λογοτεχνικές αναμνήσεις που εγείρουν και, επίσης, επιτείνουν τα νοήματα του έρωτα, της χαράς, της απόλυτης απελευθέρωσης.

Γενικότερα στα ποιήματα των Ερωτικών τα αρχαιομυθικά πρόσωπα αναβαπτίζονται στην ευφροσύνη και την υγεία του έρωτα και, καθώς εισέρχονται σε ποιήματα με έντονο και διάχυτο ερωτισμό, αποκτούν ερωτικές συνδηλώσεις. Παρατηρούμε, επίσης, ότι τόσο στα Ερωτικά όσο και στις συνθέσεις των Επινικίων και του Εικονοστασίου Ανωνύμων Αγίων ο Ρίτσος δεν γράφει αμιγώς μυθολογικά ή αρχαιογνωστικά ποιήματα (χρησιμοποιώντας εξ ολοκλήρου ένα μύθο, όπως στην Τέταρτη Διάσταση), αλλά κάνει επιλεκτικές αναφορές σε ποικίλα μυθολογικά πρόσωπα ή κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Συνδυάζοντας το μύθο με το ερωτικό στοιχείο ή με αναφορές στη σύγχρονη καθημερινότητα, ο ποιητής καταλήγει σ' ένα μεγαλόπνοο οραματισμό. Η γυναίκα εμφανίζεται ως παρουσία πολύμορφη, αινιγματική, όσο και βαθιά αισθησιακή. Παίρνοντας άλλοτε τη μορφή της ανώνυμης Αγαπημένης, άλλοτε της Πηνελόπης ή της «σάρκινης Διοτίμας», συνδέεται με έναν ακαταμάχητα προκλητικό ερωτισμό που καταλύει τις κοινωνικές συμβατικότητες και απελευθερώνει τις καταπιεσμένες επιθυμίες.





Σημείωση

1. Πρόκειται για το ποίημα του André Breton «Ελεύθερη ένωση» (βλ. Αμπατζοπούλου, 1980: 278-280) και για το ποίημα του Νίκου Εγγονόπουλου «Ελεωνόρα» (Εγγονόπουλος, 1985: 41-44). Στο ίδιο κλίμα κινείται και το υπερρεαλιστικό ποίημα του David Gascoyne «The Supposed Being» (Bréchon, 1971: 105).







Βιβλιογραφία



Έργα Γιάννη Ρίτσου

1. Τα Ερωτικά (1981), Αθήνα: Κέδρος.

2. «Ορέστης», Τέταρτη Διάσταση (1978), Αθήνα: Κέδρος.

3. «Εαρινή Συμφωνία», Ποιήματα Α΄ (1984), Αθήνα: Κέδρος.

4. «Επαναλήψεις», Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα (1982), Αθήνα: Κέδρος.

5. Μαρτυρίες, Σειρά Δεύτερη (1980), Αθήνα: Κέδρος.

6. Ταναγραίες (1984), Αθήνα: Κέδρος.



Μελέτες � Πηγές

7. Αμπατζοπούλου, Φρ. (1980). δεν άνθησαν ματαίως... Ανθολογία Υπερρεαλισμού, Αθήνα: Νεφέλη.

8. Abastado, Cl. (1986). Introduction au Surréalisme, Paris: Bordas.

9. Αραγκόν, Λουί (1983). Η αίσθηση του χρώματος στον Ρίτσο, μετάφραση Στρ. Τσίρκας, Ο Αραγκόν για τον Ρίτσο (1983), Αθήνα: Κέδρος.

10. Bréchon, R. (1971). Le Surréalisme, Paris: Armand Colin.

11. Breton, A. (1984). Αρκάνα 17, μετάφραση Στ. Κουμανούδης, Αθήνα: Ύψιλον.

12. Εγγονόπουλος, Ν. (1984). Ποιήματα, τόμ. Α΄, Αθήνα, Ίκαρος.

13. Ferber, M. (2001). A Dictionary of Literary Symbols, Cambridge: Cambridge University Press.

14. Genette, G. (1982). Palimpsestes. La littérature au second degré, Paris: Seuil.

15. Ιντσέ, Ο. (1988). Συνάντηση με τον Γιάννη Ρίτσο, Διαβάζω (αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο), 205, 112-119.

16. Καλογήρου, Τζ. (2000). Το �Εικονοστάσιο� των ταπεινών, εφ. Η Καθημερινή (ένθετο: Επτά Ημέρες / Γιάννης Ρίτσος 1909-1990), 12-11-2000, σσ. 18-19.

17. Καλογήρου, Τζ. (2002). Η �παιδική ποίηση� του Γιάννη Ρίτσου, Τέρψεις και Ημέρες Ανάγνωσης. Μελετήματα για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας στο Δημοτικό Σχολείο, Αθήνα: Σχολή Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου.

18. Μερακλής, Μ.Γ. (1996). Η Οδύσσεια του Ομήρου, Αθήνα: εκδ. Πατάκη.

19. Paz, O. (1996). Η Διπλή Φλόγα. Έρωτας και ερωτισμός, μετάφραση Σ. Μπενβενίστε - Μ. Παπαδήμα, Αθήνα: Εξάντας.

20. Προκοπάκη, Χρ. (1981). Η πορεία προς τη Γκραγκάντα ή οι περιπέτειες του οράματος, Αθήνα: Κέδρος.

τα ΡΩ του ΕΡΩΤΑ


ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ (1972)

Οι άγγελοι τραγουδάνε. Και οι ερωτευμένοι επίσης. Πίσω από κάθε

ανάταση, από κάθε μεράκι, μια κιθάρα περιμένει έτοιμη να πάρει τα

λόγια και να τα ταξιδέψει από χείλη σε χείλη. Δεν είναι λίγο αυτό.

Είναι η χαρά να δίνεις χαρά στους άλλους, είναι αυτό που μας βα-

στάει στη ζωή. Γι΄ αυτό, κοντά στα ποιήματά μου, δοκίμασα να γρά-

ψω και μερικά τραγούδια, χωρίς να τα υποτιμώ καθόλου. Έτσι ή αλ-

λιώς, μιλά κανείς για τα ίδια πράγματα που αγαπά, και από κει και πέ-

ρα το λόγο έχουν αυτοί που θα τ' ακούσουν. Λένε πως το είδος έχει

ορισμένους κανόνες. Δεν τους ξέρω και, πάντως, δεν ενδιαφέρθηκα

ή δεν μπόρεσα να τους ακολουθήσω. Δουλεύει ο καθένας όπως

νοιώθει. Και η θάλασσα είναι απέραντη, τα πουλιά μυριάδες, οι ψυχές

όσες και οι συνδυασμοί που μπορούν να γεννήσουν οι ήχοι και τα λό-

για, όταν ο έρωτας και το όνειρο συμβασιλεύουν.



ΜΙΚΡΕΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ

ΜΑΡΙΝΑ

Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω
λουίζα και βασιλικό

Μαζί μ' αυτά να σε φιλήσω
και τι να πρωτοθυμηθώ



Τη βρύση με τα περιστέρια

των Αρχαγγέλων το σπαθί

Το περιβόλι με τ' αστέρια
και το πηγάδι το βαθύ



Τις νύχτες που σε σεργιανούσα
στην άλλη ν άκρη τ' ουρανού

Και ν' ανεβαίνεις σε θωρούσα
σαν αδελφή του Αυγερινού



Μαρίνα πράσινό μου αστέρι

Μαρίνα φως του Αυγερινού

Μαρίνα μου άγριο περιστέρι
και κρίνο του καλοκαιριού.



ΤΑ ΕΛΛΗΝΑΚΙΑ

Τον Μάρτη περικάλεσα

και τον μικρό Νοέμβρη

Τον Αύγουστο τον φεγγερό
κακό να μη μας έβρει



Γιατ' είμαστε μικρά παιδιά
είμαστε δυο Ελληνάκια

Μες στα γαλάζια πέλαγα

και στ' άσπρα συννεφάκια



Γιατ' είμαστε μικρά παιδιά
κι η αγάπη μας μεγάλη

Που αν τη χωρέσουμε απ' τη μια
περσεύει από την άλλη



Κύματα σύρετε ζερβά

κι εσείς τα σύννεφα δεξιά
Φάληρο με Περαία

μια γαλανή σημαία.



Η ΜΑΓΙΑ

Η Πούλια πόχει εφτά παιδιά

μέσ' απ' τους ουρανούς περνά



Κάποτε λίγο σταματά

στο φτωχικό μου και κοιτά:

Γεια σας τι κάνετε; Καλά;
-Καλά. Πως είναι τα παιδιά;

-Τι να σας πω εκεί ψηλά

τα τρώει τ' αγιάζι κι η ερημιά



-Γι' αυτό πικραίνεσαι Κυρά

δε μου τα φέρνεις εδωνά;



-Ευχαριστώ μα 'ναι πολλά

θα σου τη φάνε τη σοδειά



-Δώσε μου καν την πιο μικρή

τη Μάγια την αστραφτερή



Λάμπουνε γύρω τα βουνά

τα χέρια μου βγάνουν φωτιά

Κι η Πούλια πόχει εφτά παιδιά
φεύγει και μ' αποχαιρετά.



ΤΑ 'ΔΑΤΕ ΤΑ ΜΑΘΑΤΕ

Ήταν μια θεία θέληση
κι ενός αγίου τάμα

Εμείς οι δυο να σμίξουμε
και να γενεί το θάμα:



Οι βάρκες ν' ανεβαίνουνε
ως τα ψηλά μπαλκόνια

Κι οι ορτανσίες να πετούν
καθώς τα χελιδόνια



Ν' ανάβουν οι άγιοι κερί

στη χάρη των δυονώ μας

Και τα ψαράκια να φυλούν
την άκρη των ποδιών μας



Όλος ο κόσμος ν' απορεί

μωρέ τι να 'ν' και τούτο
Με το μπουζούκι να λαλεί
και το μικρό λαγούτο:



-Τα 'δατε τα μάθατε

μια αγάπη που εγεννήθη
Άνθρωπος δεν την κατελεί
κι ο Άδης ενικήθη.





ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΒΟΡΙΑ



Του μικρού Βοριά παράγγειλα

να 'ναι καλό παιδάκι
Μη μου χτυπάει πορτόφυλλα

και στο παραθυράκι



Γιατί στο σπίτι που αγρυπνώ

η αγάπη μου πεθαίνει
Και μες στα δάκρυα την κοιτώ

που μόλις ανασαίνει



Με πιάνει το παράπονο

γιατί στον κόσμο αυτόνα
Τα καλοκαίρια τα 'χασα

κι έφτασα στο χειμώνα



Σαν το καράβι που άνοιξε

τ' άρμενα κι αλαργεύει
θωρώ να χάνονται οι στεριές

κι ο κόσμος λιγοστεύει



Γεια σας περβόλια γεια σας ρεματιές

γεια σας φιλιά και γεια σας αγκαλιές

Γεια σας οι κάβοι κι οι ξανθοί γιαλοί
γεια σας οι όρκοι οι παντοτινοί.







ΤΟ ΤΡΙΖΟΝΙ



Κοιμήθηκα κοιμήθηκα

στου γιασεμιού την ευωδιά

Στων φύλλων το μουρμουρητό

στων άστρων τον χρυσό γιαλό



Οι άνθρωποι μ' αρνήθηκαν
κανείς δε μου σιμώνει

Μόνο μου κάνει συντροφιά
της νύχτας το τριζόνι:



-Έννοια σου λέει έννοια σου

κι εγώ είμαι δω κοντά σου
Για συντροφιά στην έγνοια σου
και για παρηγοριά σου



Τρι και τρι τρι και τρι

τι πικρή που 'ναι η ζωή

Τι γλυκιά και τι πικρή

τρι και τρι και τρι και τρι



Κοιμήθηκα κοιμήθηκα

στων Αρχαγγέλων τη σκιά

Στην ερημιά του φεγγαριού
στο κυματάκι του γιαλού



Τι να 'φταιξα της μοίρας μου
κι έτσι με φαρμακώνει

Μονάχα μου αποκρίνεται
της νύχτας το τριζόνι:



-Είμαι μικρό πολύ μικρό

μα 'ναι ο Θεός μεγάλος
Αυτό ποτέ δε θα σ' το πω
μήτε κανένας άλλος



Τρι και τρι τρι και τρι

τι πικρή που 'ναι η ζωή

Τι γλυκιά και τι πικρή

τρι και τρι και τρι και τρι.



ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΥΡΟ ΚΑΙ ΤΖΙΑ

Ανάμεσα Σύρο και Τζια

μικρή φυτρώνει νεραντζιά
η μικρή μου η κοπελιά



Πόχει τις ρίζες στο βυθό

και τα κλαδιά στον ουρανό
το κορίτσι που αγαπώ



Πλάσμα δεν είναι ανθρωπινό
δεν είναι μήτε ξωτικό
το κορίτσι που αγαπώ



Μα 'χει τον ήλιο φορεσιά
τα κύματα περπατηξιά
η μικρή μου η Παναγιά



Χάιντε νύφη της θαλάσσης
τι φαμίλιες θα χαλάσεις



Νύφη μέσα στα μπουγάζια
με τα πέπλα τα γαλάζια



Άνεμος να μη σε πιάσει

λούλουδο μη σου χαλάσει



Κι αν γενεί ποτέ το θάμα

κι αγαπήσεις κάνω τάμα



Να σου στείλω μια μπρατσέρα
με τον Πολικόν Αστέρα.





ΤΟ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΡΙΦΥΛΛΙ



ΤΟ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΡΙΦΥΛΛΙ

Μια φορά στα χίλια χρόνια

του πελάγου τα τελώνια
Μες στα σκοτεινά τα φύκια

μες στα πράσινα χαλίκια
Το φυτεύουνε και βγαίνει

πριν ο ήλιος ανατείλει
Το μαγεύουνε και βγαίνει

το θαλασσινό τριφύλλι

Κι όποιος το 'βρει δεν πεθαίνει
κι όποιος το 'βρει δεν πεθαίνει

Μια φορά στα χίλια χρόνια

κελαηδούν αλλιώς τ' αηδόνια
Δε γελάνε μήτε κλαίνε

μόνο λένε μόνο λένε:
-Μια φορά στα χίλια χρόνια

γίνεται η αγάπη αιώνια
Να 'χεις τύχη να 'χεις τύχη

κι η χρονιά να σου πετύχει

Κι από τ' ουρανού τα μέρη
την αγάπη να σου φέρει

Το θαλασσινό τριφύλλι

ποιος θα βρει να μου το στείλει
Ποιος θα βρει να μου το στείλει

το θαλασσινό τριφύλλι.



ΤΑ ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ

Η Παναγιά το πέλαγο

κρατούσε στην ποδιά της
Τη Σίκινο την Αμοργό

και τ' άλλα τα παιδιά της



Από την άκρη του καιρού

και πίσω απ' τους χειμώνες

Άκουγα σφύριζε η μπουρού
κι έβγαιναν οι Γοργόνες



Κι εγώ μέσα στους αχινούς
στις γούβες στ' αρμυρίκια

Σαν τους παλιούς θαλασσινούς
ρωτούσα τα τζιτζίκια:



Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι
γεια σας κι η ώρα η καλή

Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει;

κι ' όλ' αποκρίνονταν μαζί:



-Ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει.





ΤΟ ΕΡΗΜΟΝΗΣΙ

Γεια σου Απρίλη γεια σου Μάρτη
και πικρή Σαρακοστή

Βάζω πλώρη και κατάρτι
και γυρεύω ένα νησί
που δε βρίσκεται στο χάρτη



Το κρατάνε στον αέρα

τέσσερα χρυσά πουλιά
Δε γνωρίζεις εκεί πέρα

ούτε κλέφτη ούτε φονιά
ούτε μάνα και πατέρα



Τα λουλούδια μεγαλώνουν
κάθε νύχτα τρεις οργιές

Τις ακρογιαλιές ισκιώνουν

και τα δέντρα στις πλαγιές
σαν καβούρια σκαρφαλώνουν



Μες στης ερημιάς τ' αγέρι

όλ' αγιάζουνε μεμιάς
Πιάνεις του Θεού το χέρι

και στα κύματα ακουμπάς

σαν αγριοπεριστέρι



Γεια σας έχτρες γεια σας μίση

και γινάτι καθενός
Άμα βρεις το ερημονήσι

όλα τ' άλλα είναι καπνός
Μια φορά να το 'χεις ζήσει.



ΝΤΟΥΚΟΥ ΝΤΟΥΚΟΥ ΜΗΧΑΝΑΚΙ

Σκίζει η πλώρη τα νερά
κι αντηχάνε τα βουνά

Ντούκου ντούκου μηχανάκι
ντούκου το παλιό μεράκι



Τρίτη Πέμπτη και Σαββάτο

μες στης θάλασσας τον πάτο

Ποιος θα ρίξει ποιος θα πάρει
τ' ασημένιο το φεγγάρι



και Δευτέρα και Τετάρτη

ποιος θ' ανέβει στο κατάρτι

Κι άχου την Παρασκευή

ποιος θα κάτσει στο κουπί



Βρε παπά το θυμιατό σου

γύρισέ το κατά δω
Και με το βασιλικό σου

ράντισε μας το νερό



Να 'βγουν και να περπατήσουν
σαν κορίτσια οι νεραντζιές

Κι όλ' οι άντρες ν' αγαπήσουν
μια και δυο και τρεις φορές



Χάιντε χάιντε βρε παιδιά

πάμε στην Αγια-Μαρίνα

Πάμε στην Αγια-Μαρίνα

με την όμορφη μπενζίνα.





Η ΕΛΕΝΗ

Σήκωνε το κλουβί

μια δω μια κει

κι ο ήλιος πήγαινε απ' την άλλη
ν' ανάψει τ' όμορφο κεφάλι

Μια δω μια κει

ο ήλιος κάθε Κυριακή



Φώναζε στην αυλή

ψι ψι, ψι ψι

κι ο γάτος σήκωνε ποδάρι
μέσ' απ' τα μάτια της να πάρει

Ψι ψι, ψι ψι

την αστραπή τους τη χρυσή



Πήγαινε ν' ανεβεί

σκαλί σκαλί

την αγκαλιά ρούχα γεμάτη
κι έλεγαν οι αγγέλοι να τη

Σκαλί σκαλί

την πιο μικρή μας αδερφή



Κάτασπρο γιασεμί

και μυ- και μυ-

και μυστικέ μου Αποσπερίτη
πάρτε με πάρτε με στην Κρήτη

Και μη και μη

και μη ρωτάτε το γιατί.



Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ

Κάθε πρωί όπου ξυπνώ

τρέχω στην πόρτα και κοιτώ



Τρίτη Κυριακή Δευτέρα

κι άλλη μια χαμένη μέρα



Πάνε κι έρχονται ολοένα
τα βαπόρια και τα τρένα



Ταχυδρόμε ανάθεμα σε

μόνο εμένα δε θυμάσαι



Πιάνει ο κόσμος περιστέρια
κι εγώ μένω μ' άδεια χέρια



-Γράμμα τέτοιο δε λαβαίνεις
άδικα μην περιμένεις



Δε σου το 'χουνε γραμμένο

κι αν σου το 'χουν πάει άλλου



Άλλος μένει εκεί που μένεις
και το δίνουνε αυτουνού



Ίσως να 'ναι και σταλμένο

σ' άνθρωπο του φεγγαριού



Ή και παραπεταμένο

σε μιαν άκρη τ' ουρανού.



ΤΟ ΔΕΛΦΙΝΟΚΟΡΙΤΣΟ

Εκεί στης Ύδρας τ' ανοιχτά και των Σπετσώ
να σου μπροστά μου ένα δελφινοκόριτσο



Μωρέ του λέω που 'ν' το μεσοφόρι σου

έτσι γυμνούλι πας να βρεις τ' αγόρι σου;



-Αγόρι εγώ δεν έχω μου αποκρίνεται

βγήκα μια τσάρκα για να δω τι γίνεται



Δίνει βουτιά στα κύματα και χάνεται

ξανανεβαίνει κι απ' τη βάρκα πιάνεται



Θε μου συχώρεσέ μου σκύβω για να δω
κι ένα φιλί μου δίνει το παλιόπαιδο



Σαν λεμονιά τα στήθη του μυρίζουνε

κι όλα τα μπλε στα μάτια του γυαλίζουνε



-Χάιντε μωρό μου ανέβα και κινήσαμε

πέντε φορές τους ουρανούς γυρίσαμε.





Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΩΝ

Η ΠΟΔΗΛΑΤΙΣΣΑ

Το δρόμο πλάι στη θάλασσα περπάτησα
που' κανε κάθε μέρα η ποδηλάτισσα



Βρήκα τα φρούτα που 'χε το πανέρι της
το δαχτυλίδι που 'πεσε απ' το χέρι της



Βρήκα το κουδουνάκι και το σάλι της
τις ρόδες το τιμόνι το πεντάλι της



Βρήκα τη ζώνη της βρήκα σε μιαν άκρη

μια πέτρα διάφανη που 'μοιαζε με δάκρυ



Τα μάζεψα ένα ένα και τα κράτησα

κι έλεγα που 'ναι που 'ναι η ποδηλάτισσα



Την είδα να περνά πάνω απ' τα κύματα
την άλλη μέρα πάνω από τα μνήματα



Την τρίτη νύχτωσ' έχασα τ' αχνάρια της

στους ουρανούς άναψαν τα φανάρια της.

ΑΥΡΙΟ ΠΕΜΠΤΗ ΣΤΟ "ΑΛΛΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ"


ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ "ΓΕΥΣΗ" ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΛΩΠΟΙΗΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΙΕΡΙΕΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ, ΣΤΟ ΓΝΩΣΤΟ ΣΤΕΚΙ
"ΤΟ ΑΛΛΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ" ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΡΤΣΑΜΠΑ.
Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣΥΝΘΕΤΗΣ ΝΑΒΡΟΖΙΔΗΣ, ΣΤΙΣ 9.30 μμ ΘΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΣ
ΤΙΣ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ, ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ....

ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ "ΟΣΚΑΡ"..!

Απονεμήθηκαν το βράδυ της Δευτέρας τα βραβεία της νεοσύστατης Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, των ελληνικών «Όσκαρ», όπως πολλοί τα αποκαλούν.

Η λιτή τελετή πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με την παρουσία συντελεστών από τον χώρο του ελληνικού κινηματογράφου, ηθοποιών, σκηνοθετών και ανθρώπων που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στο κινηματογραφικό «πανί».

And the winner is…

Συνολικά διαγωνίστηκαν 19 ταινίες, 13 ντοκιμαντέρ και 22 ταινίες μικρού μήκους. Βροχή υποψηφιοτήτων κέρδισαν παραγωγές κυρίως νέων δημιουργών, όπως η «Στρέλλα» με 12 υποψηφιότητες, η «Ψυχή βαθιά» με 10, ο «Κυνόδοντας» με 9, η «Ακαδημία Πλάτωνος» με 5 και οι ταινίες «Μαύρο Λιβάδι» και «Ricordi Mi» με 4 υποψηφιότητες.

Με μια αγκαλιά γεμάτη βραβεία αποχώρησε από το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ο Γιώργος Λάνθιμος με τον «Κυνόδοντα», που απέσπασε συνολικά 5 βραβεία, ενώ εξαιρετικά καλά πήγε και η τολμηρή «Στρέλλα» του Πάνου Κούτρα με 4 βραβεία. Με δύο βραβεία έφυγε και ο Παντελής Βούλγαρης με την ταινία «Ψυχή Βαθιά» που αγγίζει το «ευαίσθητο» θέμα του εμφυλίου πολέμου στη χώρα μας. Αναλυτικά, τα βραβεία απονεμήθηκαν στις ακόλουθες ταινίες/δημιουργούς:

-Βραβείο Μεγάλου Μήκους Ταινίας Μυθοπλασίας: «Κυνόδοντας»- Γιώργος Λάνθιμος, Γιώργος Τσούργιαννης και Ηρακλής Μαυροειδής

-Πρόταση της Ακαδημίας για τα Οscar: «Κυνόδοντας»

-Βραβείο Μεγάλου Μήκους Ντοκιμαντέρ: «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε» του Σταύρου Ψυλλάκη

-Βραβείο Ταινίας Μικρού Μήκους: «Κι εγώ για μένα» του Τζώρτζη Γρηγοράκη

-Βραβείο Σκηνοθεσίας: «Κυνόδοντας» στο Γιώργο Λάνθιμο

-Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη: «Βank Βang» στον Αργύρη Παπαδημητρόπουλο

-Βραβείο Σεναρίου: «Κυνόδοντας» στους Γιώργο Λάνθιμο και Ευθύμη Φιλίππου

-Βραβείο Α΄ Ανδρικού Ρόλου: «Ακαδημία Πλάτωνος» του Φίλιππου Τσίτου στον Αντώνη Καφετζόπουλο

-Βραβείο Α΄ Γυναικείου Ρόλου: «Στρέλλα» στη Μίνα Ορφανού

-Βραβείο Β΄ Ανδρικού Ρόλου: «Κυνόδοντας» στον Χρήστο Πασσαλή

-Βραβείο Β΄ Γυναικείου Ρόλου: «Χρυσόσκονη» της Μαργαρίτας Μαντά στην Αννα Μάσχα

-Βραβείο Φωτογραφίας: «Μαύρο Λιβάδι» του Βαρδή Μαρινάκη στον Μarcus Waterloo.

-Βραβείο Μοντάζ: «Κυνόδοντας» του Γιώργου Λάνθιμου στον Γιώργο Μαυροψαρίδη -Βραβείο Μουσικής: «Ψυχή Βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη στον Γιάννη Αγγελάκα --Βραβείο Σκηνογραφίας: «Μαύρο Λιβάδι» του Βαρδή Μαρινάκη στον Γιώργο Γεωργίου

-Βραβείο Ενδυματολογίας: «Στρέλλα» στον Βασίλη Μπαρμπαρίγο

-Βραβείο Μακιγιάζ: «Στρέλλα» του Πάνου Χ. Κούτρα στους Αpolonia Β και Μαίρη Σταυρακάκη

-Βραβείο Ειδικών Εφέ: «Το κακό στην εποχή των ηρώων» στον Πέτρο Νούσια
Ο μεγάλος νικητής της βραδιάς, ο σκηνοθέτης του "Κυνόδοντα", Γιώργος Λάνθιμος

Αξίζει να αναφερθεί, πως με βραβεία τιμήθηκαν και άνθρωποι που δεν έχουν άμεση σχέση με το ελληνικό σινεμά αλλά προωθούν με κάθε τρόπο τον ελληνικό πολιτισμό, όπως ο Μανώλης Κορρές, αναστηλωτής του Παρθενώνα, ο καθηγητής Φυσικής, Γιώργος Γραμματικάκης, ο ποιητής Μιχάλης Γκανάς, ο εκπρόσωπος των Αφγανών μεταναστών στην Ελλάδα, Γιονούς Μοχαμαντί, οι Πορτογάλοι αρχιτέκτονες, Ρακέλ Μαρία Ολιβέιρα και Ζουάου Πράτες, η ελληνίδα σοπράνο, Μυρτώ Παπαθανασίου, ο Θόδωρος Τερζόπουλος, η Ξένια Καλογεροπούλου, οι καλλιτέχνιδες εφαρμοσμένων τεχνών, Κορίνα Κουτούζη και Μαρία Γρηγορίου της ομάδας «Αφή», ο αρχιμουσικός Μίλτος Λογιάδης και φυσικά, ο Θανάσης Βέγγος, που ήταν και το τιμώμενο πρόσωπο της βραδιάς.

Και λίγο παρασκήνιο…

Από τη συγκίνηση στο γέλιο, από το δάκρυ στον ενθουσιασμό και από το χειροκρότημα στον έντονο προβληματισμό για το μέλλον του ελληνικού κινηματογράφου. Μια βραδιά γεμάτη αντιθέσεις που απέδειξε περίτρανα πως το ελληνικό σινεμά, θέλει και μπορεί να αντέξει στους κλυδωνισμούς της εποχής.
Ο πρόεδρος της Ακαδημίας, ο σκηνοθέτης Τάσος Μπουλμέτης απένειμε στον ηθοποιό Θανάση Βέγγο, τιμητικό βραβείο για την πολύχρονη καριέρα του στο ελληνικό σινεμά

Το κοινό καθήλωσε ο αξεπέραστος Θανάσης Βέγγος, που έλαβε τιμητικό βραβείο για το σύνολο του έργου του και το παρέλαβε ξεκινώντας την ομιλία του με την χαρακτηριστική φράση «Καλοί μου άνθρωποι, είστε πολύ καλοί και φιλόξενοι…» με το κοινό να ξεσπά σε παρατεταμένο χειροκρότημα. Ο δημοφιλής ηθοποιός τίμησε την Ακαδημία με την παρουσία του παρά το ατύχημα που του προκάλεσε δυσκολία στο περπάτημα. «Δυστυχώς γκρεμοτσακίστηκα εχθές», ανέφερε ο αξιόλογος κωμικός, κάνοντας το κοινό να τον καταχειροκροτεί όρθιο για αρκετή ώρα.

Για κρίση αξιών μίλησε ο πρόεδρος της Ακαδημίας, ο δημιουργός της «Πολίτικης Κουζίνας» και πρόεδρος της Ακαδημίας, Τάσος Μπουλμέτης. Ο Μπουλμέτης, έκανε λόγο για την «απατηλή ευμάρεια» που εδώ και χρόνια ζει ο ελληνικός λαός αλλά και για την απώλεια ηθικών αξιών που εν τέλει οδηγεί σε τέλμα τον πολιτισμό μας. Κλείνοντας, δεν παρέλειψε να αναφερθεί στη σπουδαιότητα των βραβείων αυτών, λέγοντας χαρακτηριστικά: «επιτέλους, γίνεται αυτό που ισχύει σε όλο τον κόσμο: οι μάστορες βραβεύουν τους μάστορες».

Ο ηθοποιός Αντώνης Καφετζόπουλος, που τιμήθηκε με βραβείο για την ερμηνεία του στην ταινία «Ακαδημία Πλάτωνος» του Φίλιππου Τσίτου, δεν παρέλειψε να τονίσει την απουσία του Υπουργείου Πολιτισμού από την εκδήλωση. «Περίμενα σήμερα να βρίσκεται εδώ ο Υπουργός Πολιτισμού αλλά έμαθα πως βρίσκεται στο Άμπου Ντάμπι. Ελπίζω η φωνή μου, να φθάνει ως εκεί…».

Αίσθηση προκάλεσε και η ομιλία της Μίνας Ορφανού, της βραβευμένης «Στρέλλας», της τρανσέξουαλ πρωταγωνίστριας στην ταινία του Πάνου Κούτρα, που ευχαρίστησε το κοινό για την αποδοχή της ταινίας και την Ακαδημία για την βράβευση της παραγωγής, τονίζοντας παράλληλα, πως αυτό «το βραβείο αφιερώνεται σε όσους εξαναγκάζονται να μένουν στην αφάνεια λόγω της διαφορετικότητάς τους…».

Ελληνικό box office

Σε μια εποχή που η οικονομική κρίση δείχνει τα «δόντια» της σε πολλούς κλάδους της εγχώριας αγοράς, το ελληνικό σινεμά, φαίνεται πως καλά κρατεί. Μετά από δεκαετίες αποχής του κοινού από τις κινηματογραφικές αίθουσες σε προβολές ελληνικών ταινιών, πλέον φαίνεται πως τα ταμεία γεμίζουν και πάλι με ταινίες καθαρά ελληνικής παραγωγής.

Στα χνάρια του Hollywood, η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου, παρουσίασε τις εμπορικότερες εγχώριες ταινίες για το 2009. Τα ταμεία «έσπασε» η «ΝήSOS» του Χρήστου Δήμα με 550.000 εισιτήρια κατακτώντας την πρώτη θέση στο ελληνικό box office και ακολουθώντας το «βαρύ πυροβολικό» Avatar του Τζέιμς Κάμερον, που έκανε 950.000 εισιτήρια στην χώρα μας.

Τη δεύτερη θέση κατέλαβε η ταινία «I love Karditsa» με 355.000 εισιτήρια, η «Κληρονόμος» με 298.000 και η «Ψυχή βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη με 201.000 εισιτήρια.

Ποια είναι η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου;

Ιδρύθηκε μόλις το Νοέμβριο του 2009 αλλά φαίνεται πως ήρθε για να μείνει. Η νεοσύστατη Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου κατόρθωσε σε μικρό διάστημα να συσπειρώσει τους Έλληνες κινηματογραφιστές σε μια κίνηση με τον τίτλο «κινηματογραφιστές στην ομίχλη».

Οι Έλληνες δημιουργοί, διεκδικούν για πρώτη φορά δυναμικά την ψήφιση εκσυγχρονισμένου νόμου για τον εγχώριο κινηματογράφο, την άμεση εφαρμογή του αλλά και την παροχή κινήτρων εκ μέρους της Πολιτείας για τους νέους δημιουργούς που κάνουν τα πρώτα τους βήματα.

Στην επιτροπή που επέλεξε τα βραβεία των κορυφαίων δημιουργών και παραγωγών του ελληνικού κινηματογράφου για το 2009 συμμετείχαν 180 μέλη της Ακαδημίας Κινηματογράφου, όλοι μάχιμοι κινηματογραφιστές, που εξέφρασαν την ευχή και μαζί την ελπίδα αυτή η τελετή να καθιερωθεί ως ένας σημαντικός θεσμός για το ελληνικό σινεμά.

Πικασσο PICASSO


An anonymous telephone bid for a Picasso nude painting has set a new record for a work of art sold at auction.

The 1932 canvas, entitled Nude, Green Leaves and Bust, soared to more than $106.4m (£70.3m) during the sale at Christies in New York.

It breaks the previous record of $104.3m (£68.8m), set in February by Giacometti's Walking Man I at Sotheby's in London.

Nude, Green Leaves and Bust was the highlight of a world-class collection assembled by the late Los Angeles art patrons Frances and Sidney Brody, who acquired the work in the 1950s from Picasso's dealers.

The Spanish master is said to have spent less than a day painting the vibrant large-scale depiction of his mistress and frequent muse, Marie-Therese Walter.

The painting had been initially estimated to sell for slightly more than $80m (£52.8m).

But many art experts predicted in recent weeks it would ride growing confidence in a recovering art market.

More than half a dozen people made bids for its ownership, before a Christie's executive announced the telephone caller's unrivalled bid.

The final price of $106,482,500 (£70,331,707) included the auction house's commission.
YAHOO.COM