Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ....


ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΜΠΙΚΗΡΟΠΟΥΛΟΥ


Σαν το μυρμήγκι

Σαν το μυρμήγκι- μικροσκοπική παρουσία- μοχθώντας,
ολημερίς,
αγωνίζεσαι κοπιάζοντας
 κάτω από τα πελώρια –φαντάζουν-λουλούδια,
 τα αγριόχορτα
όλα τα δημιουργήματα γύρω σου,
 κάτω από τους γίγαντες υπεράνθρωπους-στα μικρά σου μάτια-.
Πασχίζεις,
 μαζεύοντας  σπόρο –σπόρο,
 ψίχουλο –ψίχουλο,
να «φτιάξεις» το νοικοκυριό σου,
να χτίσεις στο μικρόκοσμό σου,
 το είναι σου
 την ίδια στιγμή που
 τεράστια πέλματα κάθε στιγμή σε απειλούν,
 με συντριβή,
αθέατος,
λες και  δεν υπάρχεις
 καν
 και όμως παλεύεις τη ζωή σου,
 δημιουργείς και την στολίζεις ευτυχία
μυρμηγκάκι,
 χιλιάδες ώρες,
 χτίζεις με σωφροσύνη και εργατικότητα
 στην εν- τέλεια το όνειρό σου.
Δεν πασχίζεις να αποδείξεις
σε κανέναν
την αξία σου,
 ότι είσαι κάτι περισσότερο από το τίποτα
πολλά περισσότερα  από το μηδέν
- για τους άλλους.
Το δρόμο το δύσκολο
 -κοπιαστικό-
επέλεξες συνειδητά και ας μπορούσες-ίσως - τα εύκολα.
Δεν είναι άπληστο το όνειρό σου,
ακόμη κι όταν έρθει η ώρα να πετάξεις με τα φτερά σου,
σε άλλες διαστάσεις,
 και γνωρίζεις πως έρχεται το τέλος.
Συνεχίζεις , ω θαυμαστό, αθέατο μικροσκοπικό μυρμήγκι
με τη μεγάλη σου θέληση
για το δικό σου μεγάλο σκοπό.



                                                 Σιτάρι

Μέσα από το υγρό της γης χώμα,
τα χορτάρια και τα αγριολούλουδα,
ο σπόρος άνοιξε
 και βγήκε ο καρπός,
το στάρι.
Χλωρό, ευαίσθητο και αδύναμο,
ορθώνεται,
προς τον ουρανό ψηλά,
να δει τον κόσμο
να χαμογελάσει στον ήλιο
να χορέψει με τους ανέμους
να μουσκέψει από τη βροχή και να μυρίσει ιώδιο
να μεγαλώσει μέρα με τη μέρα
να απλώσει τα φύλα του
να δέσει καρπό…
Μέσα στο χώμα της γης βαθιά οι ρίζες
στην ίδια πατρίδα
την εύφορη και ποτισμένη
με ιστορία
στα βάθη των αιώνων.
Στάρι
για το ψωμί του εργάτη
του πλούσιου
του ντόπιου και του μετανάστη.
Τροφή επιούσια,
Θεϊκή.
Άρτος ο επιούσιος
κάθε μέρα
για τις χαρές
τις λύπες
τους γάμους,
 τα πανηγύρια και τις κηδείες.
Κάθε στιγμή.
Άρτος μες το γλυκό κόκκινο κρασί της ζωής νόστιμος,
όπως η ζωή μας!













Σκαλί –σκαλί

Ανέβα τη σκάλα.
Σκαλί- σκαλί, λίγο πιο ψηλά, μόνος πάντα
Κοίτα ψηλά.
Μπορείς πιο ψηλά.
Αυτό σου ταιριάζει.
Την κλίμακα ανεβαίνεις, αργά, σταθερά και σίγουρα
Πάτα στα πόδια σου.
Κοίτα ψηλά.
Μέχρι την κορυφή
Αυτό σου αξίζει για τους κόπους και τις θυσίες σου.
Λίγο ακόμη
Θα φτάσεις στην κορυφή πατώντας στα εμπόδια
 ζηλόφθονων
με ψυχή Κουασιμόδου.
Προχώρα,
θα σκύψει και ο θεός σου.
Θα απλώσει το χέρι.
 Να το σφίξεις.
Να κρατηθείς.
Στο μόνο που μπορείς να στηριχτείς
 όταν κατακτήσεις,
όσα μόχθησες,
μαζί του να θερίσεις. 





















«Λα μόγιο»

Νάτος πάλι!
Ο αρωματισμένος χοντρός με τον χαρτοφύλακα
Και την πουά γραβάτα.
Γεμάτη κοιλιά .
Άδειο μυαλό.
Γεμάτες τσέπες.
Άδειες σκέψεις.
Νάτος πάλι, στον κύριο Υπουργό.
Προχθές, χθες και σήμερα.
Στον δήμαρχο, τον βουλευτή, τον εφοπλιστή. Παντού. Πουλάει εκδούλευση και κολακείες και τον προσκυνούν…
Ο ξυρισμένος χοντρός με το πονηρό χαμόγελο.
Την πουά γραβάτα και τον χαρτοφύλακα.
Ξέρει μόνο να κερδίζει.
 Πάντα κερδίζει.
 Εύκολα.
 Έχει τον τρόπο του.
Έξυπνος ή πονηρός,  και αριβίστας πετυχαίνει τους στόχους του.
 Επικίνδυνος στο παρασκήνιο: γλύφει «θάβοντας» όσους τον απειλούν.
 Όσους δε θέλει να βρει στο δρόμο του.
Νάτος πάλι, στον διάδρομο καμαρωτός- ανθρωπάκια!!
Στην πάντα
να περάσει ο χονδρός…
Το λαμόγιο!







Δώρον άδωρο

Δεκαεφτά ώρες στους διαδρόμους,
μες το γραφείο
πάνω από τα πλήκτρα του υπολογιστή
τα τρία τηλέφωνα
τα έγγραφα μπροστά στην οθόνη
πίσω από τη ζωή.
Θηριοδαμαστής ιδεών
προτάσεων
και νόμων.
Ο χρόνος προσφορά στους άγνωστους ανθρώπους της διπλανής πόρτας.
Γεμάτο κεφάλι
Γεμάτα βλέμματα.
Ονόματα
Προβλήματα
Λύσεις
Αιτήσεις
Δελτία και εφημερίδες
Μυστικά αλήθειες και ψέματα.
Άκου.
Όμορφα και άσχημα
Κοίτα.
Ξέρεις τόσα να πεις έχεις τόσα να πεις μα δε μιλάς.
Σώπα.
Άκου, βλέπε , σώπα.
Στη μοναξιά της επιτυχίας ο δρόμος ή επιτυχία της μοναξιάς;
Βαδίζεις μόνος.
Πέτρωσε η ψυχή. Σκλάβος να δίνεις όσα ποτέ δεν είναι αρκετά.
Τη ζωή σου δίνεις χωρίς να προσμένεις τίποτα (και την τσαλακώνουν).
Κοίτα.
Σαρκοβόρα λουλούδια οι …φίλοι.
Άκου .
Προσπαθείς
και η  χαρά σου  είναι να δίνεις.
Χωρίς καμιά προσμονή.
Σώπα.
Ότι και να πεις, έχεις δίκιο, μα που να το βρεις μες το λαβύρινθο του εγώ του καθενός κρυμμένο..












Απολογισμός μετά την εργασία 


Στο πρόσωπό σου,
 ηλιαχτίδες τρυπώνουν
στις ρυτίδες
 και στις γραμμές των χειλιών,
 ανάμεσα στα βλέφαρα
και το μαύρο μαλλί σου.
 Ζεσταίνουν το μελαγχολικό πρόσωπό σου
το παγωμένο
απ’ τις κουραστικές σκέψεις.
 Κλείσε τα μάτια,
 νοιώσε τη θαλπωρή,
το χάδι.
Χαμογέλα.
Όλα
 θα γίνουν όπως τα σχεδίασες,
 γιατί ξέρεις.
Μπορείς.
Σε πείσμα.
του πεπρωμένου η θέλησή σου.
Το ξέρεις και το πιστεύεις.
Ηρέμησε μέχρι αύριο.
Και αύριο μέρα είναι.
Μέχρι αύριο δικαίωμα τα όνειρα να ζήσεις.















Ρυτίδες

Άσπρισαν τα μαλλιά,
 άλλαξε η όψη σου,
 δυο ρυτίδες χαραγμένες
 σαν υπογραφή
 στο καθαρό  μέτωπό σου,
 ρυτίδες
από τους αγώνες,
 τη σκληρή δουλειά και τις θυσίες.
Κοιτάς,
τη ζωή που πέρασε,
 όσα δημιούργησες,
 όσα έχτισες,
 όσα έζησες.
Χαμογελάς, γιατί είσαι παρόν στον κόσμο και σκέφτεσαι.
Χαμογελάς, κοιτώντας από πού ξεκίνησες,
 που έφτασες
και πόσα έζησες.
Χαμογελάς,  γιατί κατέκτησες όσα κατέκτησες,
 ίσως λιγότερα από όσο πάλεψες,
 ίσως περισσότερα από όσα αξίζεις.
Χαμογελάς, γιατί μπορείς και  συνεχίζεις.
Κι αν κάτι πάει στραβά,
 ξέρεις ότι τη ζωή δεν την σπατάλησες.
Χαμογελάς
για όσα ακόμη ελπίζεις ότι θα ζήσεις.





Πόσες νύχτες;

Πόσες νύχτες, θα ξενυχτίσεις με ένα φίλο απ΄ τα παλιά
και τα καινούρια,
να πιεις δυο μπέρμπον χωρίς πάγο ή νερό,
ακουμπώντας
πάνω στη μπάρα τους αγκώνες και τα βάρη που σέρνεις ολημερίς;
Aνάμεσα στα θηλυκά αρωματισμένα κορμιά,
 βλέμματα ενδιαφέροντα ή αδιάφορα,
με αλκοολικές συζητήσεις επί παντός του… επιστητού
 για θέατρο,
 πολιτική,
 μουσική,
μπίζνες,
ποδόσφαιρο,
 ιππόδρομο
και γυναίκες,
 κοιτώντας τα μάτια, κατάματα την ξανθιά
και τα οπίσθια μιας μακρομαλλούσσας μελαχρινής ;
Πόσες νύχτες να απομένουν, να εξαγνίσεις τις δύσκολες ώρες της ημέρας,  αναδεύοντας εύκολα το μπέρμπον  μες στο ποτήρι
και τις σκέψεις σου να παρατηρείς μες στο διάφανο ποτό;
Πόσες νύχτες άραγε απομένουν,
με φίλους αγαπημένους και παρέες
 –που δεν γράφουν πλέον ιστορία-
να ταξιδέψεις στις μικρές αποδράσεις;
Πόσες νύχτες, πόσες μέρες;
Όσες κι αν μετρήσεις
το πρωί θα τις ξεχάσεις
ξεκινώντας
τη μέρα με αισιοδοξία και χαρά, με κέφι για δημιουργία,
μέχρι να σου τη «διαλύσουν»
τα τηλεφωνήματα,
οι διευθυντάδες,
οι ηλίθιοι
που σε προσερπούν με έναν περίεργο τρόπο ανεξήγητο,
σαν τους φελλούς που στον αφρό επιπλέουν,
νικητές ανίκανοι και ανίκητοι,
προκαλώντας θαυμασμό…
Με τόσους ηλίθιους τριγύρω
 πως να ναι ο κόσμος λογικός!
Ακόμα ένα ποτό, ακόμη μια ματιά, της λησμονιάς την ώρα
καλύτερα στις κίτρινες και τις ροζ λέξεις
να ξοδεύεις.
Σαν ξημερώσει με ένα σαρδόνιο χαμόγελο αντιμετώπισε την πικρή αλήθεια.








                                            Κύκλοι παρακμής
Άκουσε,
ότι για τέσσερα χρόνια
θα έχει:
            Ευημερία
            Δικαιοσύνη
            Ασφάλεια
            Πρόοδο
            Ανάπτυξη.
Συλλογίστηκε.
Σκέφτηκε.
Αποφάσισε.
Ψήφισε.
Σε  τέσσερα χρόνια
Είδε:
          Τη δυστυχία
          Την αδικία
          Την ανασφάλεια
          Τη στασιμότητα
          Την παρακμή, τη βία, την τρομοκρατία, τη φτώχεια.
Διαπίστωσε ότι η ιστορία επαναλαμβάνετε
με ‘έφεση’ στο λάθος.
Μόνο μια παρηγοριά:
             Συμπάσχει μεταξύ συμπασχόντων
              Εκατομμυρίων πασχόντων, μη εχόντων…

1-3-2011





Κατερίνη, ετών 100

Βάλτος. Λάσπες και κουνούπια.
Υγρασία και σκουριά. Μουλάρια και αδέσποτα σκυλιά,
 λύκοι και αρκούδες.
Φέσι και μπαρούτι. 500 χρόνια ζυγός. Σκοτάδι γεμάτο σπίθες ελπιδας. Φωτιά.
Ιδρώτας και αίμα.
Αγώνας μέχρι θανάτου. Θάνατος στον αγώνα.
16 Οκτωβρίου.
 Σαραντάπορο,
 Ελασσόνα,
 Πέτρα,
 Ζιάζιακος.
Κουλουκούρι.
Πεδίο μάχης λαμπρό.
 Στη σκιά των θεών.
 Του Ολύμπου.
Βόλια βροχή. Αίμα ποτάμι.
Κατερίνη 1912. Ελεύθερη πόλη.
Ανάσταση.
Λαβωμένο  περιστέρι,
  στον ελεύθερο αέρα  με  ανοιχτά φτερά.
Μεροδούλι, μεροφάι,
 Φτυάρι, τσάπα και μυστρί,
 Χιόνια, ήλιος,
αέρας και βροχή.
Μπότες, σβάστικα  και πόνος.
 Ξανά.
Αντίσταση.
Ήρωες κι εφιάλτες. Πληγές, ψυχής βαθιά.
 Εμφύλιος και αναφιλητά.
Ανηφόρα και πόνος,  πείνα. Μίσος και διχασμός.
Σιωπή. Μετάνοια. Λήθη και συχώρεση.
Άνοιξη.
Αναγέννηση και λουλούδια.
 Άνθη και μυρωδιές.
Χαμόγελα και ενθουσιασμός.
Καπνός, ακτινίδια. Πιπεριές.
 Ελιές και καλαμπόκια. Στάρι.
Ακτές, βουνά και  αρχαίοι τόποι γεμάτοι Ευρωπαίους, Ασιάτες και Αμερικανούς. Φωτογραφίες και αναμνήσεις.
Γέφυρες, δρόμοι, άσφαλτος και διόδια.
Τρένα, καρβουνιάρηδες και ταχείες.
 Σκάφη και πεντάστερα, χρήμα  στο  κύμα.
Υψηλή ραπτική και χλιδή.
Άλογα τετράτροχα.
 χιλιόμετρα παράλογα.
Πεζόδρομοι, πλατείες, λακκούβες, αδέσποτα, σκουπίδια
και πράσινη ανάπτυξη.
«Γκρέκοι», Μικρασιάτες, Πόντιοι, Βλάχοι, Θράκες, Σαρακατσάνοι, Κρήτες, Καταφυγιώτες, Λιβαδειώτες, Ρωσοπόντιοι και Αλβανοί, Βούλγαροι και Γερμανίδες,
πρόσφυγες στη γη των θεών.
ΠΑΟΚ, Άρης, Ηρακλής, ΑΕΚ, Βάζελοι, Γαύροι  και ΠΙΕΡΙΚΟΣ, Μαρτίου και Βατανιακός.
Ανάπτυξη, ευημερία και πρόοδος.
 Για ένα καλύτερο αύριο, σήμερα.
Κατερίνη. Όμορφη πόλη. Κάθε εποχή.
Διαλεγμένη από τους Ολύμπιους.
Για μας και τα παιδιά μας.
Καταφύγιο σε ανύποπτη ζωή.
Ασημικό κρυμμένο στο μπαούλο, της γιαγιάς πατρίδας.
Κατερίνη 2012. Απροσάρμοστη μα φιλόξενη αγαπημένη πόλη, πατρίδα της ζωής μας .



Γεώργιος Σουρής (1853-1919)

Γεώργιος Σουρής (1853-1919)

Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ' όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;
Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά 'χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;
Νά 'χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;
Όλα σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.
Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που 'χει
στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.
Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.
Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγ
άς.

Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα



Το τέλος της θεωρίας του Αϊνστάιν;


ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΣΟΚ ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΤΡΙΝΟ

Το τέλος της θεωρίας του Αϊνστάιν;

Ιταλοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι ανακάλυψαν σωματίδια που ταξιδεύουν πιο γρήγορα από το φως