Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΑΡΓΥΡΗ ΟΛΟΚΤΣΙΔΗ στο ΕΔΩ ΚΑΤΕΡΙΝΗ

Ο ΑΡΓΥΡΗΣ ΟΛΟΚΤΣΙΔΗΣ ΕΙΝΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ, ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΠΙΕΡΙΑΣ.

1.     Πως ξεκίνησε το συγγραφικό σου ταξίδι;


Όταν μπήκα, σε ηλικία επτά ετών, στο ορφανοτροφείο, ένιωσα να με καταπίνει ένα βαθύ σκοτάδι. Ήταν το σκοτάδι της θλίψης,
στο οποίο έπρεπε να παραμείνω για πολλούς μήνες, ώστε να αποκτήσω
την αναγκαία απόσταση από την παιδική ουτοπία της επανόδου στο πατρικό μου. Πώς να καταλάβει ένα παιδί, για ποιο λόγο  η αγαπημένη μητέρα του δέχεται να το απομακρύνει από κοντά της;  Εκεί, στο σκοτάδι,  σκλήρυνα, έμαθα να μην κλαίω και να μην ελπίζω. Όμως, με τον καιρό, καθώς η παιδική ψυχή συνέρχονταν από τη λιγοθυμιά του χωρισμού, άρχισαν κάποιες αδύναμες αχτίδες φωτός να ποτίζουν παρηγορητικά  τις τραυματισμένες ρίζες της ζωής. Τότε, νομίζω, γεννήθηκε η επιθυμία να εκφράσω, να βγάλω με λόγια το εσωτερικό τραύμα προς τα έξω και εκδηλώθηκε με πρώτες, γεμάτες συστολή, παιδικές, ποιητικές απόπειρες. Όμως στα επόμενα, πολλά χρόνια ποτέ δεν τόλμησα να δημοσιεύσω κάτι. Αυτό συνέβη αργά στη ζωή μου, σε ηλικία πενήντα τριών ετών.

2.     Τι σε εμπνέει;
Με εμπνέουν πολλά, αλλά δεν με παρακινούν να γράψω όλα. Για παράδειγμα, η ομορφιά, παρόλο που με συναρπάζει, δεν νιώθω την ανάγκη να γράψω γι’ αυτή. Προτιμώ να την απολαμβάνω. Εκείνα τα στοιχεία της ζωής που με ωθούν να γράψω, είναι τα βάσανα της ψυχής, οι ανθρώπινες συμπεριφορές που σχετίζονται με ακραίες εκδηλώσεις των ανθρώπινων ενστίκτων, που περιέχουν πόνο, αδικία, βία, αδιέξοδο, τραγικότητα, δράμα, θάνατο.  Μ’ αρέσει να αναζητώ το ιδανικό, ως ορίζοντα προσανατολισμού και νοήματος ζωής, αλλά μ’ αρέσει, επίσης, να κοιτάω κατάματα την ωμή αλήθεια, να είμαι κυνικός και να (αυτο)σαρκάζομαι. Με διεγείρει η προοδευτικά ανατρεπτική  παραβατικότητα και η ελεγχόμενη εκτροπή προς την «αμαρτωλή» εμπειρία. Ακόμη και ο έρωτας με συναρπάζει περισσότερο από τη δραματική του, παρά από την ωραία του πλευρά . Παρόλα αυτά είμαι αισιόδοξος άνθρωπος, διαποτισμένος από μια βαθιά, υπαρξιακή αισιοδοξία, που υπερβαίνει τη γήινη αντίληψη περί  ζωής.


33.   Γιατί αυτό θέλεις να το μοιραστείς με τον κόσμο;
Νομίζω για δυο κυρίως, αντίρροπους μεταξύ τους λόγους: Ο πρώτος είναι ότι είμαι εξαρτημένος από μια βαθιά, μάλλον αγιάτρευτη, ανάγκη κοινωνικής αποδοχής, με απώτερο, υποσυνείδητο στόχο, να φτάσω στην αυτο -αποδοχή μου. Διαλαλώ λογοτεχνικά την παρουσία μου και επιζητώ την προσοχή,  τη συμπάθεια και - αν είναι δυνατόν  - την αγάπη εκείνων των συνανθρώπων μου, που - σύμφωνα με μια δική μου διαισθητική αντίληψη - διαθέτουν αυτό που ονομάζουμε «ανθρώπινη ποιότητα». Ψυχαναλυτικά ιδωμένο, γυρεύω τους καλούς, χαμένους μου γονείς, στην ιδανική τους εκδοχή.
Ο δεύτερος λόγος μοιάζει να αντιστρατεύεται τον πρώτο, αλλά κατά βάθος δεν είναι τίποτα άλλο, παρά η φυσική προέκτασή του, στη βάση του νόμου δράση – αντίδραση. Είναι η ανάγκη υπέρβασης της προηγούμενης εξάρτησης, μέσα από την εδραίωση μιας ακλόνητης, υπαρξιακής  αυτο - αποδοχής, οπότε δεν θα χρειάζομαι την έτερο - αποδοχή, πράγμα βέβαια, που δεν πρόκειται να μου συμβεί, μάλλον, ποτέ. Θα πεθάνω με το   παράπονο της εγκατάλειψης και της εξορίας από αυτόν τον κόσμο.   Ένας ακόμη λόγος, που είναι περισσότερο απόρροια των προηγούμενων, παρά σκοπός, είναι η επιθυμία να ωφεληθούν κάποιοι συνάνθρωποι διαβάζοντας τους προβληματισμούς και τα πάθη μου.


      4. Πως «ονειρεύεσαι» το συγγραφικό σου μέλλον; Τι θα ήθελες να σου συμβεί;
Αυτό, που περιέγραψα στην απάντηση  της προηγούμενης ερώτησης. Ονειρεύομαι να βρω την υπαρξιακή μου  γαλήνη. Αν αυτό γίνει με συγγραφική επιτυχία και καταξίωση ή όχι, αυτό δεν έχει πολλή σημασία. Αρκεί να τη βρω.

5.     Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου Έλληνες και ποιοι ξένοι συγγραφείς και ποια βιβλία τους ;
Στη ζωή μου, δεν διάβασα πολλή λογοτεχνία.  Από τους Έλληνες διάβασα λίγο Καζαντζάκη, Λουντέμη, Καραγάτση, Παλαμά, Καβάφη και δυο – τρεις ακόμη. Από τους ξένους διάβασα Ντοστογιέφσκι, Ουγκώ και ορισμένα από τα κλασσικά, φιλοσοφικά και ψυχολογικά συγγράμματα των:  Νίτσε, Μάρξ, Φρόϊντ, Άντλερ και Φρομ.

6.      Με ποια κριτήρια επιλέγεις ένα βιβλίο;
Δεν είμαι από τους αναγνώστες, που διαβάζουν για να ξεχαστούν, για να ξεφύγουν από τα δικά τους. Αντίθετα, αναζητώ βιβλία, που θα με φέρουν κοντύτερα στον εαυτό μου, με σκοπό να με βοηθήσουν να επιτύχω την ψυχο – πνευματικη – νοητική μου πρόοδο.


7.     Μίλησέ μας για το τελευταίο σου βιβλίο.
Το τελευταίο, λογοτεχνικό μου βιβλίο, έχει τίτλο «εδώ δεν κοίταξες» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «μάτι». Πρόκειται για μια συλλογή ποιημάτων, διηγημάτων και δοκιμίων, που αναφέρονται στις αδυναμίες της ανθρώπινης ψυχής, στις σχέσεις ανθρώπου – θρησκείας, σε πολιτισμικές αντιλήψεις και προλήψεις, σε υπαρξιακούς προβληματισμούς για τη ζωή και το θάνατο. Ξόφαλτσα περνάει και το ερωτικό στοιχείο.

8.     Νοιώθεις το έργο σου να «υποστηρίζεται» ως δημιουργία, από την πολιτεία ή πολιτισμός είναι προνόμιο των λίγων;
Ούτε το νιώθω, ούτω το επεδίωξα ποτέ, ούτε και το περιμένω για το μέλλον. Γνωρίζοντας την κυρίαρχη στην Ελλάδα αντίληψη, περί αναξιοκρατικών «δοσοληψιών» και εξυπηρέτησης «ημετέρων», έμεινα και μένω μακριά από «υποστηρίξεις», που ζητούν ως αντάλλαγμα την έκπτωση των προσωπικών μου αξιών. Βέβαια, ονειρεύομαι μια πολιτεία, στην οποία θα υπάρχουν σταθεροί και αδιάβλητοι θεσμοί, για την ενίσχυση και προώθηση του έργου όλων των δημιουργών, σε διάφορα επίπεδα. Όσο για το πολιτισμικό «προνόμιο των λίγων», θεωρώ ότι , ευτυχώς, δεν υφίσταται με τέτοιο τρόπο, που να αποκλείει το λαό από τον πολιτισμό. Μπορεί οι «λίγοι» προνομιούχοι των κρατικών και ιδιωτικών χορηγιών να κινούνται σε έναν κόσμο που θεωρείται η «ελίτ», αλλά αυτό είναι δικό τους κατασκεύασμα. Ο λαός παράγει συνεχώς και διαχρονικά τα δικά του δημιουργήματα, που είναι διαποτισμένα με τα χαρακτηριστικά της δικής του, αληθινής ζωής και όχι μιας κατασκευασμένης σε μέγαρα, από τουαλλετοφόρους διανοουμενίζοντες λιμοκοντόρους.

9.      Ποιες είναι οι προσδοκίες σου -ως μέλος- από  την  ΕΝΩΣΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΠΙΕΡΙΑΣ;
Μιας τέτοιας μορφής και περιεχομένου Ένωση, θα έπρεπε να αποτελεί πρωτίστως κοινωνικό πυρήνα παραγωγής και ακτινοβολίας πολιτιστικών, ψυχωφελών δράσεων, επ’ ωφελεία της τοπικής και όχι μόνο κοινωνίας. Με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να εκφυλιστεί η Ένωση σε εύκολο πεδίο προβολής των προσωπικών επιδιώξεων του κάθε διερχόμενου, συγγραφικού αριβίστα, που σκοπεύει να κάνει κάποιες διαφημιστικές «αρπαχτές» του προσωπικού έργου του. Ναι στη στήριξη του συγγραφικού έργου των δημιουργών, αλλά η στήριξη να είναι ανάλογη του μεγέθους της προσφοράς τους  προς την Ένωση. Δεν είναι σωστό να βλέπει κάποιος την Ένωση αποκλειστικά και μόνο ως χώρο δωρεάν έκθεσης των βιβλίων του. Καμιά στήριξη στους εποφθαλμιούντες  διαφημιστικές «αρπαχτές».  

  


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

1.     Από το μυθιστόρημα «Απραγματοποίητο όνειρο ονειρικής πραγματικότητας».






Σήκωσε το στιλέτο και το κάρφωσε με ορμή στο γυαλιστερό ξύλο του γραφείου.  «Βλέπεις, πώς βυθίζεται το μαχαίρι στο ξύλο, κύριε διευθυντά;  Τα μαχαίρια είναι κοφτερά και μπορούν να κόβουν το ξύλο. Φαντάζεσαι, λοιπόν, πώς θα βυθίζονται στη σάρκα; Φαντάζεσαι, κύριε διευθυντά, πώς θα βυθίζονται στη μαλακή σαν βούτυρο ψυχή ενός παιδιού;  Και υπάρχουν πολύ πιο κοφτερά μαχαίρια απ’ αυτό εδώ, κύριε διευθυντά»!
…………………………………………………………………..
«Ήρθα να σε σκοτώσω. Όμως πριν το κάνω, θέλω να πειστείς και μόνος σου, για το σωστό και δίκιο της πρόθεσής μου. Θέλω να μου φωνάξεις: “Σκότωσέ με, το αξίζω”!........................... «Θυμάσαι»; ……………………. «Ήταν μια παγωμένη μέρα του Γενάρη. Είχα λασπώσει τα παπούτσια μου, παίζοντας στη γεμάτη λάσπες αυλή και συ ήρθες να με “διδάξεις”, τι σημαίνει καθαριότητα. Κρατούσες μια μεγάλη, χοντρή βέργα και με πρόσταξες: “Άνοιξ’ το χέρι σου!” Εγώ σε κοίταξα μ’ ένα πονεμένο, ικετευτικό, ερωτηματικό βλέμμα. “Άνοιξ’ το χέρι σου!”, φώναξες. Άνοιξα το μικρό μου, το κατακόκκινο από το κρύο, εφτά χρόνων χεράκι κι ένιωσα αμέσως το οδυνηρό σούβλισμα από το χτύπημα. “Και το άλλο!” Τοδεύτερο σούβλισμα. “Το άλλο!”  Άρχισα να κλαίω. Μη, κύριε διευθυντά, δε θα το ξανακάνω, θα προσέχω… “Άνοιξ’ το χέρι σου!” ούρλιαξες. Έτρεμε το απλωμένο μου χέρι. Φραπ, το τρίτο σούβλισμα, φραπ, το τέταρτο. Τιναζόταν το μικρό μου στήθος από τ’ αναφιλητά. Μη, κύριε διευθυντά μου, σας… σας παρακαλώ…δε θα το ξανακάνω… “Γύρνα το χέρι σου απ’ την ανάποδη!”, η προσταγή σου. Φραπ, έπεσε η βέργα στο κόκκαλο. “Και το άλλο!”  Φτάνει άλλο, κυ… κύριε διευθυντά, μη άλλο, σας… σας παρακαλώ, πο… πονάω πολύ… “Άπλωσε το χέρι σου, διαβολάκι, για να πονάς σε χτυπάω κι εγώ!” Κι έπεφτε η βέργα αλύπητα στα παγωμένα μου χέρια. Και σε κάθε χτύπημα, δεν πονούσε μόνο η σάρκα μου. Πονούσε προπάντων η ψυχή μου. Πονούσε η ελπίδα μου για τη ζωή, που έσβηνε. Πονούσε η πίστη μου στην αγάπη, που πέθαινε. Πονούσε η ύπαρξή μου όλη, νιώθοντας την κραυγαλέα αδικία να κυβερνά τον κόσμο. Καμιά φωνή δεν ακούστηκε από πουθενά, κανείς δεν της εναντιώθηκε, τίποτα δε σάλεψε, για να την αποτρέψει. Μόνο τα γεμάτα φόβο, συμπόνια και αδυναμία μάτια, των άλλων ορφανών παιδιών, κοιτούσαν τα διαδραματιζόμενα και κατέγραφαν στις ψυχές τους την αντίληψη μιας τέτοιας πραγματικότητας, που θέλει τη βία του δυνατού να ασκείται αλύπητα πάνω στον αδύναμο. Πάνω σε ένα ανυπεράσπιστο παιδί»…….

2.     Από το μυθιστόρημα «Ο παράδεισος δεν ξεχνιέται»
               
 “Κύριε καθηγητά, με… παρακάλεσε η γυναίκα μου να σας επισκεφτώ, γιατί… έχουμε ένα πρόβλημα. Συγγνώμη… αλλά ξέρετε… δεν ξέρω πώς ν’ αρχίσω”.
Με κοίταξε με συγκατάβαση και προσπάθησε, σίγουρος για την άποψη που είχε ήδη διαμορφώσει για μένα, να με ενθαρρύνει, βάζοντας όση περισσότερη συμπάθεια μπορούσε στη φωνή του.
“Καταλαβαίνω... κύριε Σιδερένιε. Μήπως έχουμε κάποιες δυσκολίες στη  στύση;”
 “Όχι, κύριε καθηγητά. Ίσα-ίσα, το αντίθετο. Έχω υπερβολική ευκολία στύσης και… αυτό είναι το πρόβλημά μου”.
Το σίγουρο, για τη διαγνωστική του ικανότητα, ύφος του γιατρού μετατράπηκε μονομιάς σε μια αστεία σύνθεση έκπληξης και περιέργειας.
     “Τι εννοείτε δηλαδή, κύριε Σιδερένιε, όταν λέτε υπερβολική ευκολία στύσης;”
 Μου άρεσε πολύ που τον έβλεπα να καίγεται από περιέργεια. Είχε μπροστά του μια, όχι και τόσο συνηθισμένη, περίπτωση σεξουαλικής εκτροπής από το “νορμάλ” και αυτό έκανε το βλέμμα του να χρωματίζεται από μια σχεδόν πρόστυχη, επιστημονική λαγνεία. Εγώ, επειδή έβλεπα και βλέπω τι γίνεται γύρω μου με τους άλλους άντρες, πάντα είχα για τον εαυτό μου τη γνώμη ότι είμαι ένας από τους λίγους τυχερούς που κατάφεραν να ξεφύγουν από τις ερωτοκτόνες βολές του μοντέρνου τρόπου ζωής,. Αυτές που αποξενώνουν τον άντρα από τη φύση του και τον ευνουχίζουν. Είχα όμως και μια μικρή επιφύλαξη, που μου την είχε εμφυτεύσει η γυναίκα μου, αναφορικά με τις σεξουαλικές ορέξεις μου. Η Ξανθίππη ισχυρίζεται ότι πάσχω από ένα είδος σεξουαλικής υπερτροφίας, από ένα είδος σεξομανίας, που με εξαναγκάζει σε μια “αρρωστημένη” συμπεριφορά. Συχνά μου λέει ότι ο εγκέφαλός μου επικοινωνεί πρωτευόντως με το αντρικό μου μόριο και δευτερευόντως με τα υπόλοιπα όργανά μου. Τότε εγώ, με έναν αφοπλιστικό, λογοπλαστικό ελιγμό, της απαντώ χαριτολογώντας ότι ο εγκέφαλος είναι, έτσι κι αλλιώς, κατά το ήμισυ φαλλός. Εγκέ-φαλλός!
Ο καθηγητής ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το ποτήρι που είχε δίπλα του.
     “Έχετε μήπως, ιδιαίτερη προτίμηση σε κάποιον τύπο γυναίκας;”
     “Δε θα έλεγα ότι έχω κάποια… ιδιαίτερη προτίμηση και αυτό είναι που με παραξενεύει και μένα, τον ίδιο. Μου αρέσουν όλες οι γυναίκες. Δε μιλάω βέβαια και για πολύ ακραίες αποκλίσεις. Στην κάθε γυναίκα βλέπω κάτι μοναδικό, κάτι που δεν το έχουν οι άλλες. Ταυτόχρονα όμως, βλέπω σε όλες και κάτι κοινό. Ότι είναι γυναίκες!”
     Κρατώντας το ποτήρι του σε ετοιμότητα δράσης, ο καθηγητής με κοίταξε μ’ ένα γεμάτο υπόνοια βλέμμα και με ρώτησε με το σίγουρο ύφος του ανακριτή που πιστεύει ότι η επόμενη ερώτηση που θα απευθύνει στον ανακρινόμενο θα του τσακίσει κάθε αντίσταση. 
     “Με τη γυναίκα σας πώς τα πάτε; Σας ερεθίζει κι αυτή το ίδιο, όπως και οι άλλες;”
     Εγώ βέβαια, ακούγοντας την ερώτηση αυτή, δεν ένιωσα καμιά έκπληξη. Διότι τι θα ρωτούσε ο καθηγητής της σεξολογίας έναν, επί πολλά χρόνια, παντρεμένο; Τι άλλο, σου λέει, μπορεί να κάνει ένας κουρασμένος και παροπλισμένος “μαχητής” του έρωτα για να ενεργοποιήσει τους ενδοκρινείς του αδένες παραγωγής τεστοστερόνης από το να ξεροχαλβαδιάζει τις περιδιαβαίνουσες, κουνιστές και λυγιστές “Αφροδίτες”; Όπως, για παράδειγμα, ο φίλος μου ο Έκτορας, ο οποίος μου είχε κάποτε εξομολογηθεί:
     “Πίστεψέ με, ρε Σωκράτη, είτε τον κώλο μου πιάνω είτε τον κώλο της γυναίκας μου, ένα και το αυτό είναι. Μερικές φορές μάλιστα έχω την αίσθηση ότι ο δικός μου ο κώλος είναι πιο διεγερτικός!”
“Τι να σας πω, κύριε καθηγητά, ξέρετε… εδώ είναι… το παράξενο”, έκανα τάχα πως δυσκολεύομαι να απαντήσω.     
     “Με τη γυναίκα μου είναι… που έχω… πώς να σας το πω, τις… περισσότερες ορμές. Αυτή με ανάβει περισσότερο απ’ όλες τις άλλες γυναίκες!”
     Ο καθηγητής, που δεν περίμενε φαίνεται με τίποτα μια τέτοια απάντηση, ξεκόλλησε την πλάτη του από την πολυθρόνα, στην οποία είχε ξαπλώσει αυτοκρατορικά, και έσκυψε, όσο μπορούσε περισσότερο, προς το μέρος μου με φανερή την πρόθεση να μη του ξεφύγει ούτε το παραμικρό απ’ αυτά που θα του έλεγα παρακάτω. Με την απορία και την αγωνία να λεηλατούν το βλέμμα του, ψέλλισε.
     “Δηλαδή;”
………………………
“Και πόσο συχνά κάνετε έρωτα με τη γυναίκα σας;”
     “Εξαρτάται, κύριε καθηγητά. Εγώ θα ήθελα και τρεις και τέσσερις, καμιά φορά και πέντε φορές την ημέρα. Εκείνη όμως δε με αφήνει, την κουράζω, λέει. Έτσι αρκούμαι σε ό,τι μου επιτρέψει, δηλαδή δυο με τρεις φορές ημερησίως. Συχνά, την ώρα που κάνουμε έρωτα, τη βλέπω να χασμουριέται. Εμένα όμως δε με πειράζει καθόλου. Χαλαρώνει, σκέφτομαι, άρα καλό της κάνει”.
      Δε μπορούσε φαίνεται να κρατηθεί άλλο και άφησε να του ξεφύγει ένα τρανταχτό γέλιο,  ανάμεσα από τις συμπληγάδες της σοβαροφάνειας και της έκπληξης, που τόση ώρα τον είχαν κάνει σάντουιτς.  
     “Χα χα χα! Καλά βρε θηρίο, και δεν έχεις βαρεθεί να κάνεις, τόσα χρόνια, έρωτα με την ίδια γυναίκα; Πώς τα καταφέρνεις να τη βρίσκεις… ακόμη ελκυστική…; Οι πιο πολλοί λένε… ότι ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα… Κι εσύ, τόσα χρόνια παντρεμένος… μπράβο, μπράβο!”
Δεν άντεχε άλλο να μου μιλάει στον πληθυντικό. Πώς να άντεχε άλλωστε, όταν η απρόσμενα προωθημένη εξέλιξη της κουβέντας μας και το θεματικό της περιεχόμενο δε σήκωναν τέτοιου είδους συμβατικότητες; Εμένα μου άρεσε πολύ που χαλάρωσε, γιατί έτσι μου φαινόταν πιο οικείος και μπορούσα να του μιλάω, ακόμα πιο ελεύθερα. Του απάντησα λοιπόν κι εγώ στον ενικό.
     “Γιατρέ μου τι να σου πω; Δεν θα το πιστέψεις αλλά, κάθε μέρα, μου φαίνεται η γυναίκα μου αλλιώτικη. Κάθε μέρα βλέπω πάνω της κάτι νέο, κάτι που δεν το είχα, ποτέ άλλοτε, προσέξει ή που το είχα ίσως αντιληφθεί, αλλά τώρα μου παρουσιάζεται με άλλο πρόσωπο. Πώς να το πω… δεν ξέρω, αν με καταλαβαίνεις τι εννοώ. Το σκέφτηκα κι εγώ, πολλές φορές, το ζήτημα και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι αυτό δεν οφείλεται μόνο στα χαρίσματα της γυναίκας μου, αλλά και στη δική μου αχαλίνωτη φαντασία, που τη μεταμορφώνει καθημερινά σε ό,τι εγώ θέλω. Κάθε φορά τη μεταμορφώνω στην ωραιότερη γυναίκα του κόσμου. Όσο για κείνους που λένε ότι ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα… ξέρεις, γιατρέ μου, την παροιμία που λέει: ‘της κοντής της ψωλής, τα μαλλιά τής φταίνε’; Αυτοί, μόνοι τους σκοτώνουν τον έρωτα, τι τους φταίει ο γάμος, αν οι ίδιοι είναι εσωτερικά πεθαμένοι;”
     “Χα χα χα…! Σίγουρα έτσι θα είναι… Πω, πω! Θα πρέπει να έχεις φοβερή φαντασία κύριε… πώς είπαμε το μικρό σου;”
     “Σωκράτη”.
     “Κύριε Σωκράτη μου, με καταπλήσσεις! Δε μου έχει ξανατύχει άλλη τέτοια περίπτωση, σαν τη δική σου! Εργάστηκα δεκαπέντε χρόνια στην Αμερική και εργάζομαι άλλα δώδεκα στην Ελλάδα. Συνεργάστηκα με ονομαστά Πανεπιστήμια και κλινικές και συνάντησα πολλές σεξουαλικές ιδιαιτερότητες. Σαν τη δική σου όμως, δεν έχω ξανασυναντήσει! Μπράβο βρε παιδί μου! Και να φανταστείς, όταν στην αρχή μου είπες ότι έχεις πρόβλημα, υπέθεσα ότι θα ανήκες σ’ εκείνη τη συνηθισμένη κατηγορία των αντρών της ηλικίας σου, που δυσκολεύονται να φτάσουν σε στύση.  Αν και εσύ δείχνεις… πολύ νεότερος απ’ ό,τι λένε τα χρόνια σου.
………………………………………
     “Αγαπητέ, κύριε Σωκράτη. Όπως σου είπα, σπούδασα και εργάστηκα πολλά χρόνια στην Αμερική. Σήμερα εξακολουθώ να είμαι στέλεχος του ερευνητικού τμήματος μιας μεγάλης πανεπιστημιακής κλινικής και επιστημονικός σύμβουλος της μεγαλύτερης αμερικανικής φαρμακευτικής βιομηχανίας στον τομέα της επίδρασης ψυχοδραστικών ουσιών στη σεξουαλική συμπεριφορά. Συνέλαβα ένα μεγαλόπνοο, ένα… συγκλονιστικό σχέδιο! Τι θα έλεγες, να εξετάζαμε την περίπτωσή σου σε βάθος; Για φαντάσου…! Ίσως γίνεις αφορμή για νέες ανακαλύψεις, νέες προόδους στον τομέα της αντρικής σεξουαλικότητας!”


3.     Από τη συλλογή στιχουργημάτων «Δρόμοι της μοναξιάς, της ελπίδας, της αγάπης».
    
  
Μετουσίωση
Τ’ αχνάρια σου σκεπάστηκαν με χώμα
Εσβήστηκε των λόγων σου η ηχώ
Μικρό το πέρασμά σου και ρηχό
Φθινοπωριάτικο, ήσυχο γιόμα

Έφεξες με το φως το αμυδρό σου
Μέσα στη μοναξιά και στη σιγή
Χόρτασε με τον κόπο σου η γη
Ξεδίψασε ο Θεός απ’ τον ιδρώ σου

Τώρα γυρνάς στου χρόνου τον ιμάντα
Έγινες χιόνι αέρας και βροχή
Κοντά μου είσαι κάθε εποχή
Αγαπημένε μου κι ας έφυγες για πάντα


Τα γνήσια παραμύθια

Λένε πως δε γυρίζουν τα παλιά
Πως άδικα τα ψάχνει, όποιος τα ψάχνει
Φεύγουν για πάντα, αγύριστα πουλιά
Λιώνουνε όπως της αυγής η πάχνη

Μα εγώ θα ταξιδέψω στα παλιά
Με του μυαλού το διάφανο το πλοίο
Θάλασσα η καρδιά και αγκαλιά
Όπου θα σμίξουμε εμείς οι δύο.
Σήμερα θέλω να σ’ ονειρευτώ
Τα σύνορα του χρόνου να περάσω
Όπως το θέλω εγώ να σε σκεφτώ
Κι όπως εγώ το θέλω να σε πλάσω

Τι να την κάνω την αλήθεια που πονά;
Που λέει: « ό,τι πέρασε πεθαίνει».
Η αλήθεια δε χωράει στην καρδιά
Αυτή τα «πεθαμένα» τ’ ανασταίνει

Σήμερα θα γυρίσω στα παλιά
Δεν την αντέχω τούτη την αλήθεια
Στου νου θα ξανοιχτώ τη σιγαλιά
Και στης καρδιάς τα γνήσια παραμύθια.
Απόψε σ’ έχω ανάγκη και θα μπω
Στο ψέμα σου το χέρι να σου πιάσω
Τότε δεν ήξερα, πώς να σε αγαπώ
Τώρα δεν ξέρω, πώς να σε ξεχάσω


Είναι η ψυχή μου

Είναι η ψυχή μου
Γεμάτη ήλιους που δεν ανέτειλαν
Γεμάτη άστρα που φως δεν έστειλαν
Γεμάτη χαμόγελα που δε χαρίστηκαν

Είναι η ψυχή μου
Γεμάτη κήπους που δε γύρισα
Γεμάτη κρίνα που δε μύρισα
Γεμάτη όρκους που δεν ψιθύρισα

Είναι η ψυχή μου
Γεμάτη δώρα που δε δόθηκαν
Γεμάτη σημαίες που δεν υψώθηκαν
Γεμάτη «σ’ αγαπώ» που δεν ειπώθηκαν


Είναι η ψυχή μου
Γεμάτη γύμνια που δεν έντυσα
Γεμάτη «γιατί» που δεν απάντησα
Γεμάτη από Σένα που δε συνάντησα





4.     Από τη συλλογή στιχουργημάτων «Της καρδιάς οι συμπληγάδες».
   



                         Κοφτερό κενό
                         Κλαίει το φως
Στων ματιών τις κόρες
Ανάγλυφος
Ο πόνος. Και οι ώρες
Πέφτουν νεκρές.
Προσμονές πικρές
Σε χαμένες χώρες

Δεν το μπορώ
Να σου ξεφύγω λίγο
Όπου βρεθώ
Σε σένα καταλήγω
Χάδι ορφανό.
Κοφτερό κενό
Στην καρδιά μου μπήγω

                                      Ραγισμένη λήθη
                               Άλλα φαντάστηκα και άλλα βρήκα
Σε πόθους μπλέχτηκα, σε τρόπους μπήκα
Μια ζωή, με της καρδιάς τις υποδείξεις
Μια ζωή, με του μυαλού τις αποδείξεις

Άλλα περίμενα και άλλα βρήκα
Γι’ αλλού ξεκίνησα και σ’ άλλα βγήκα
Μια ζωή, μες του τρελού την απορία
Μια ζωή, στων «γνωστικών» τη σκευωρία

Μα την πρόστυχη, ετούτη, τη ζωή μου
Την αγάπησα πολύ
Γιατί μέσα στα ερείπια της ψυχής μου
Έχει μείνει ένα παιδί
Που θαμμένο σε μια ραγισμένη λήθη
Ανασαίνει το παλιό της παραμύθι


                      Παιδείας παρήχηση
                        Η αιδώς της αιδούς
Στης Παιδείας τας οδούς
Περιφέρονται παιδία
Με ακάλυπτα «αιδοία»

«Ώ, τι επαίσχυντος Παιδεία»
Είπαν κάποιοι μ’ αηδία
«Να γυρίζουν τα παιδία
Με τοσαύτη αναιδεία!»

Και πολιτική αδεία
Συνετέθη κουστωδία
Να καλύψει τα «αιδοία»
Με της «γνώσης» την ποδία

Αχ! ρε έρημος Παιδεία
Μου σπαράζεις την καρδία
Που με αντίληψη βραδεία
Προσεγγίζεις τα παιδία

Οι σοφοί σου –παρωδία
Μεσημβρίας νυχτωδία
                               Συμπορδίας  συγχορδία
Κωλοβόλος ευωδία
                          
                            Που ’σαι, δάσκαλε Φειδία
Να λαξεύσεις δυο αιδοία
                            Πριν με πνίξει η δυσωδία
Και σαλτάρω, μα το Δία!





5.     Από το βιβλίο «Εδώ δεν κοίταξες»
                                    Σκατά
Τώρα, ήρθε η ώρα να μιλήσω για τα ταπεινά και περιφρονημένα απόβλητα του παχέος εντέρου των θηλαστικών, τα λεγόμενα σκατά. Αυτά, τα παρεξηγημένα υλικά, που, χωρίς να φταίνε σε τίποτα, έχουν συγκεντρώσει πάνω τους όλη την αηδία και την αποστροφή του κόσμου.
Αν θέσει κανείς το ερώτημα, «γιατί τα σκατά είναι σιχαμερά;», θα προκαλέσει απορία για την αφέλεια της ερώτησης. Είναι τόσο ταυτισμένη η έννοια του «βρώμικου» μαζί τους που είναι σα να ρωτά κανείς «γιατί τα λουλούδια είναι ωραία»! Όταν μια ιδιότητα ενός πράγματος έχει κατοχυρωθεί τόσο έντονα στη συνείδηση των ανθρώπων ώστε να θεωρείται προφανής, δεν επιδέχεται πλέον ερωτήσεις για την αιτία προέλευσης του προφανούς της. Κάθε τέτοια ερώτηση αντιμετωπίζεται με χαμόγελα αμηχανίας που προδίδουν τη δυσκολία του ερωτώμενου να ξεχωρίσει το πράγμα από μια ιδιότητα, που είναι τόσο ταυτισμένη μαζί του ώστε να φαίνεται ότι ανήκει στη φύση του.
Το πρώτο που σκέφτεται κανείς, προσπαθώντας να απαντήσει σε μια τέτοια ερώτηση, είναι ότι τα σκατά βρωμάνε. Καμιά άλλη αίσθηση δεν ενοχλείται από την παρουσία τους εκτός από την όσφρηση. Η φαινομενική ενόχληση της όρασης και της αφής οφείλεται στην προκατάληψη του ορώντος και του απτόμενου ότι τα σκατά είναι άσχημα και αντιαιασθητικά. Κι όμως υπάρχουν πολλά πράγματα όμοια σε χρώμα και αφή με τα σκατά (μουστάρδα, κρέμες ζαχαροπλαστικής, χαλβάδες, σάλτσες), που όχι μόνο δεν προκαλούν αποστροφή, αλλά απεναντίας προκαλούν σιελορροή. Οι περισσότεροι από εμάς, για παράδειγμα, δεν ενοχλούμαστε από το σοκολατοσκατί χρώμα του παγωτού, που έσταξε στο χέρι μας, και δεν διστάζουμε, μάλιστα, να το γλείψουμε με ευχαρίστηση.
Η γεύση των σκατών μάλλον δεν ευθύνεται για την κακή φήμη τους, μια και είναι πολύ δύσκολο να συναντήσει κανείς κάποιους που να τα έχουν βάλει στο στόμα, ώστε να είναι σε θέση να αποφανθούν για την ποιότητα της γεύσης τους. Εκτός βέβαια από τα μωρά. Αυτά, είναι γνωστό ότι ηδονίζονται όχι μόνο με το να πιάνουν τα σκατά τους και να πασαλείβονται με αυτά, αλλά ακόμη και να τα βάζουν στο στόμα. Χωρίς να ενοχλούνται καθόλου από την οσμή και τη γεύση τους. Όσοι γίνανε γονείς το έχουν ζήσει και το ξέρουν, όσοι δεν γίνανε ας φανταστούν τα συναισθήματα δέους, φρίκης και αμήχανης συμπάθειας που αισθάνεται όποιος αντικρίζει ένα χαριτωμένο μωρό να γουργουρίζει ευχαριστημένο, τη στιγμή που αλείφει τα μαλακά και ευκολοπασάλειφτα σκατά πάνω στο σώμα του και στα γύρω αντικείμενα! Τις περισσότερες φορές οι γονείς μπήγουν κραυγές απελπισίας και σπεύδουν να πλύνουν και να απολυμάνουν το μωρό τους, που αδυνατεί να καταλάβει για ποιο λόγο το απέσπασαν τόσο βίαια από ένα τόσο ευχάριστο παιχνίδι και διαμαρτύρεται έντονα τσιρίζοντας και κλωτσώντας στον αέρα. 
Μεγαλώνοντας το μωρό, αρχίζει σιγά - σιγά να αποδέχεται την αντίληψη του περιβάλλοντός του, «ότι τα σκατά είναι βρώμικα και δεν πρέπει να τα αγγίζει». Ίσως να αναρωτιέται γιατί τα ονομάζουν «κακά» και να ταυτίζει από εκεί και ύστερα, άθελά του, οποιοδήποτε κακό με τα «κακά» του. Τι ιστορία κι αυτή! Τα σκατά είναι το μόνο πράγμα στον κόσμο που το όνομά του ταυτίζεται με την ιδιότητα του «κακού». Ενώ, αντίθετα, δεν υπάρχει κανένα πράγμα στον κόσμο, που να έχει ταυτιστεί το όνομά του με την ιδιότητα του «καλού» ή του «ωραίου» και να το αποκαλούν το «καλό» ή το «ωραίο». Δεν είναι, λοιπόν, να παραξενεύεται κανείς, που οτιδήποτε σχετίζεται με τα σκατά προσλαμβάνει αμέσως την ιδιότητα του κακού και του άσχημου! Μπορείς να φανταστείς μια σταρ του Χόλυγουντ να χέζει, χωρίς να χάσει αμέσως τη λάμψη και τη γοητεία της; Το ίδιο ισχύει για οποιονδήποτε άνθρωπο κύρους και εξουσίας: Τον πρωθυπουργό, τον τάδε ξακουστό επιστήμονα, τον δείνα διάσημο καλλιτέχνη. Μπορείς να φανταστείς τον Χριστό και την Παναγία να χέζουν! Γιατί δεν θεωρείται κακό το να τρώει κάποιος, ενώ θεωρείται κακό και απαξιωτικό το να χέζει; Δεν είναι καί τα δυο απαραίτητες για τη ζωή λειτουργίες;
………………………………………………………………
Φράσεις όπως «να σε χέσω», «σκατά τα ’κανες», «δε μας χέζεις ρε…», «σκατένιος», κλπ. φανερώνουν την απαξιωτική επίδραση του σκατού στα πάντα. Ό,τι αγγίζει το λερώνει και το υποβαθμίζει. Ακόμη και ο κώλος την πληρώνει, γιατί τυχαίνει να βρίσκεται γύρω από την οπή εξόδου των σκατών. Έτσι, όταν θέλουμε να απαξιώσουμε μια ανθρώπινη συμπεριφορά λέμε: «Αυτά είναι του κώλου». Επιπλέον, η λέξη κώλος, όπως και η λέξη σκατό, ως πρώτο συνθετικό ή πρόθεμα, απαξιώνουν το ουσιαστικό του οποίου προτίθεται, και το επιβαρύνει με αρνητικές ή επιβλαβείς ιδιότητες. «Κωλόπαιδο», «σκατοκοινωνία», «κωλοκράτος», «σκατοφάϊ», κοπρόσκυλο κλπ. Υποβαθμισμένος ηθικά είναι και ο χώρος της τουαλέτας, αφού σ’ αυτόν πραγματοποιείται η λειτουργία της αφόδευσης καθώς και το δίκτυο που υποδέχεται τα απόβλητά της και ονομάζεται αποχετευτικό. Λέμε, «κλείσε τον οχετό σου», «κλείσε το βόθρο σου», «πάψε, ρε καθίκι», ταυτίζοντας το στόμα του ομιλούντος ή και όλη του την οντότητα με τους χώρους και τα μέσα αποκομιδής και υποδοχής των σκατών.
…………………………………………
Θα μπορούσε επίσης να αναπτυχθεί μια ολόκληρη χεσοκουλτούρα, ανάλογη της διατροφικής. Θα μπορούσαν να υπάρχουν ειδικά διαμορφωμένα καταστήματα, αντίστοιχα των εστιατορίων, όπου θα πήγαινε κανείς μόνο για  χέσιμο. Θα υπήρχε το κατάλληλα διαρρυθμισμένο και  διακοσμημένο περιβάλλον για όλα τα γούστα. Θα μπορούσε το χέσιμο -παρόμοια με το φαγητό- να χωρίζεται σε προχέσιμο, κυρίως χέσιμο και επιχέσιμο. Θα υπήρχαν ατομικές, οικογενειακές και ομαδικές τουαλέτες. Επίσης ειδικές τουαλέτες για ερωτευμένους, για γρήγορους και αργούς χέζοντες, καθώς και για βιτσιόζους κάθε είδους - όλες εξοπλισμένες με τα κατάλληλα βοηθητικά μέσα. Θα υπήρχε μέριμνα για τους νηστεύοντες, οι οποίοι θα απολάμβαναν το λεγόμενο «νηστίσιμο χέσιμο» σε λιτές τουαλέτες ακούγοντας κατανυκτικούς, σαρακοστιανούς ύμνους, καθώς και για τους καλοφαγάδες - αυτοί θα εξυπηρετούνταν σε τουαλέτες με ιδιαίτερα φαρδιές και βαθιές λεκάνες καταλήγουσες σε μεγάλου διαμετρήματος αποχετευτικούς σωλήνες. Για όσους προτιμούν το ελεύθερο, απολίτιστο, ζωώδες χέσιμο, θα υπήρχαν ειδικοί χώροι με άγρια βλάστηση, όπου θα έχεζαν ανάμεσα σε ψηλά χόρτα, απολαμβάνοντας το γαργαλητό και το γρατσούνισμα της απαιτητικής επιδερμίδας τού φυσιολάτρη κώλου τους. Θα μπορούσαν να διεξάγονται «συγχέσια» -κατά το συμπόσια-, όπου οι συμμετέχοντες θα κουβέντιαζαν καθισμένοι σε λεκάνες χεσίματος.
……………………………………………………….
Απ’ όλα τα παραπάνω, διαπιστώνουμε πόσο δρόμο έχουμε να κάνουμε ακόμη, ως πολιτισμένη ανθρωπότητα, για να δώσουμε στο χέσιμο την τιμητική θέση που του αρμόζει μεταξύ των ζωτικών αναγκών και βιολογικών λειτουργιών μας. Κι αν έχεις αντίρρηση, θεωρώντας το χέσιμο λειτουργία υποδεέστερη των άλλων βιολογικών λειτουργιών, θα σου θυμίσω ότι το σκατό είναι το μόνο βιολογικό προϊόν που μπορεί να υποκαταστήσει τα πάντα, αφού ό,τι δεν μας αρέσει λέμε ότι είναι «σκατά».
Στο σημείο αυτό, και δεδομένου ότι τα περισσότερα πράγματα στη ζωή δεν είναι όπως θα θέλαμε, τίθεται επιτακτικά το δραματικό ερώτημα: «Είναι, λοιπόν, όλα σκατά;» Ποια απάντηση θα ταίριαζε εδώ;
Ακου τώρα ποια απάντηση έδωσε στο παραπάνω ερώτημα ένας φίλος, που θεωρείται -από το περιβάλλον του και από τους Ψυχιάτρους- ψυχασθενής. «Όλα; Όχι βέβαια. Υπάρχει και το κάτουρο»!