Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Ζυράννα Ζατέλη, Περσινή αρραβωνιαστικιά

Τρείς μέρες έγραφα το γράμμα. Και σ΄ αυτές τις τρεις μέρες άλλο δεν έκανα από το να γράφω αυτό το γράμμα. Ούτε έτρωγα, ούτε έπινα, ούτε τίποτα. Και έλαμπα. Σα να΄χα αναληφθεί από τη γη. Μόνο λίγες ώρες τη

νύχτα κοιμόμουνα, με μια γλυκειά εξάντληση, πανευτυχής σα να μου συνέβαινε κανένα θαύμα που την άλλη μέρα πάλι με περίμενε το γράμμα. Ήταν σα να ζούσα έναν πρωτόγνωρο έρωτα. Σαν όλα να υπήρχαν, μα όλα, και δεν είχα παρά ν΄ ανοίξω τα μάτια μου να τα δω. Την ίδια περίπου κατάσταση περνώ πάντα, όταν γράφω. «… Και για να μη νομίζεις πως παλάβωσα απ΄ τη θλίψη που έφυγες και δεν ξέρω τι λέω, θυμήσου τι μου ΄λεγες όταν πηγαίναμε τα καλοκαίρια, απ΄ τ΄ άγρια ξημερώματα, νύχτα ακόμα, να μαζέψουμε καπνά, καβάλα στ΄ άλογο ή με τα πόδια, και πάντα που ξεκόβαμε απ΄ τους άλλους, να μη μας ακούν. Φαντάσου πως πάμε στην Αφρική, μου έλεγες, πέέέρα, στην Αφρική. Βρισκόμασταν στην Αφρική -άρχιζες τις αφρικάνικες ιστορίες, με υπνώτιζες- και μετά αλλάζαμε ταξίδι. Τώρα πατάμε στο Μεξικό, μου έλεγες. Μιλούν ισπανικά εδώ, πρόσεχε. Τεμπέληδες, φασίστες κι επαναστάτες ολκής παράγει ο τόπος. Κι άρχιζες καινούργιες ιστορίες… Τι ήταν της φαντασίας σου, τι πραγματικό, ούτε που μ΄ ένοιαζε – «εδώ να γίνει ο τάφος μου»! θυμάσαι; Μ΄ έφτανε που με μάγευες. Και δεν ζητούσα εξηγήσεις. Ούτε και τώρα σου ζητώ εξηγήσεις. Καλά έκανες και έφυγες. Στην Αφρική, στο Μεξικό, στην Αίγυπτο με τις πυραμίδες… που πήγες; Στείλε μου ένα γράμμα και μάγεψέ με πάλι. Όπως τότε… Θυμάσαι; Βλέπαμε στα χώματα πατημασιές από κατσίκες κι αγελάδες, και μου ΄λεγες: Πω-πω, από δω πέρασαν μόλις πριν λίγο τίγρεις, ελέφαντες, λιοντάρια… Το κοιτάς αυτό; Είναι πόδι από καγκουρώ, τέτοιο σημάδι αφήνει η καγκουρώ όταν περνάει – εδώ να γίνει ο τάφος μου αν σου λέω ψέμματα. Κι αυτό εδώ είναι γορίλλας. Κι αυτό τάρανδος. Κι αυτό λύκος. Λύκους είχαμε και στα δικά μας βουνά, δεν ήταν κάτι τόσο παράξενο. Ούτε το να πεις αλεπού ή αρκούδα – αρκούδες όσες θες όταν έρχονται οι γύφτοι. Εσύ γύρευες το απίστευτο. Ό,τι πιο απίστευτο να μου πεις, και γω να σε πιστεύω, γιατί και γω αυτό γυρεύω. Κι όταν λοιπόν τέλειωνε η παρέλαση των πιο παράξενων ζώων και δεν έβρισκες τι άλλο να μου πεις, έβρισκα εγώ. Όλο και κάτι έβρισκα που σου είχε διαφύγει. Κι όταν πια δεν έβρισκα άλλο, έφτιαχνα. Θυμήσου πόσα ανύπαρχτα ζώα τότε… είχαν περάσει μόλις πριν από λίγο – αμέσως μετά απ΄ τα πιο παράξενα, απ΄ τα απίστευτα…». Όταν το τελείωσα ήταν σα να μην είχα αίμα, σα νά΄χαν κοπεί τα γόνατά μου, πως θα σωριαστώ νόμιζα, πως δεν είχα τίποτ΄ άλλο να κάνω, άδειασα, κι ίσως να πέθαινα τώρα, έτσι ένοιωθα. Ήταν βέβαια και που δεν είχα φάει τίποτα τρεις μέρες. Όσο έγραφα το γράμμα, όλα ήταν στο χέρι μου σχεδόν. Τώρα που τελείωσα, είδα πως ο Στέφανος έλειπε… έλειπε κι αυτός, όπως έλειπαν κι άλλα πράγματα, κι αυτό μ” έκανε να υποφέρω πάλι. Ήταν κάτι βασανιστικές ημέρες. Βασανιστικές και διαυγείς. Έκλεισα τα δώδεκα φύλλα –μαζί κι ένα φύλλο μηλιάς- σε κίτρινο φάκελλο και περίμενα, ο Στέφανος να μας γράψει από κάπου, για να του το στείλω. Απόσπασμα από το βιβλίο της Ζυράννας Ζατέλη, Περσινή αρραβωνιαστικιά

 www.ithaque.gr