Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Απόσπασμα από τη «Μαρία Νεφέλη» του Οδυσσέα Ελύτη.

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ 
Μαρία Νεφέλη : Περπατώ μες στ” αγκάθια μες στα σκοτεινά σ” αυτά που  “ναι να γίνουν και στ” αλλοτινά κι έχω για μόνο μου όπλο μόνη μου άμυνα τα νύχια μου τα μωβ σαν τα κυκλάμινα. 
Αντιφωνητής: Παντού την είδα. Να κρατάει ένα ποτήρι και να κοιτάζει στο κενό.
Ν” ακούει δίσκους ξαπλωμένη χάμου. Να περπατάει στο δρόμο με φαρδιά παντελόνια και μια παλιά γκαμπαρντίνα. Μπρος από τις βιτρίνες των παιδιών. Πιο θλιμμένη τότε. Και στις δισκοθήκες, πιο νευρική, να τρώει τα νύχια της. Καπνίζει αμέτρητα τσιγάρα. Είναι χλωμή κι ωραία.
 Μ” αν της μιλάς ούτε που ακούει καθόλου. Σαν να γίνεται κάτι αλλού — που μόνο αυτή τ” ακούει, και τρομάζει. Κρατάει το χέρι σου σφι- χτά, δακρύζει, αλλά δεν είναι εκεί. Δεν την έπιασα ποτέ και δεν της πήρα τίποτα. Μ.Ν. Τίποτα δεν κατάλαβε. «Ολη την ώρα μου “λεγε «θυμάσαι;» Τί να θυμηθώ. Μονάχα τα όνειρα θυμάμαι γιατί τα βλέπω νύχτα. Όμως τη μέρα αισθάνομαι άσχημα — πώς να το πω: απροετοίμαστη. Βρέθηκα μέσα στη ζωή τόσο άξαφνα — κει πού δεν το περίμενα καθόλου. «Έλεγα «μπα θα συνηθίσω». Κι ολα γύρω μου έτρεχαν. Πράγματα κι άνθρωποι έτρεχαν, έτρεχαν —ώσπου βάλθηκα κι εγώ να τρέχω σαν τρελή. Αλλά, φαίνεται,το παράκανα. Επειδή —δεν ξέρω— κάτι παράξενο έγινε στο τέλος. Πρώτα έβλεπα τον νεκρό κι υστέρα γινόταν ο φόνος. Πρώτα ερχόταν το αίμα κι υστέρα ο χτύπος κι η κραυγή. Και τώρα όταν ακούω να βρέχει δεν ξέρω τι με περιμένει… Α. «Γιατί δε θάβουν τους ανθρώπους όρθιους σαν μητροπολιτάδες;» —έτσι μου “λεγε. Και μια φορά, θυμάμαι, καλοκαίρι στο νησί, που γυρίζαμε όλοι από ξενύχτι, ξημερώματα, πηδήσαμε απ’τα κάγκελα στον κήπο του Μουσείου. Χόρευε πάνω στις πέτρες και δεν έβλεπε τίποτα. Μ.Ν. «Έβλεπα τα μάτια του. «“Εβλεπα κάτι παλιούς ελαιώνες. Α. «“Εβλεπα μιαν επιτύμβια στήλη. Μια κόρη ανάγλυφη πάνω στην πέτρα. «Έμοιαζε λυπημένη και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί. Μ.Ν. Εμένα κοίταζε, το ξέρω, εμένα κοίταζε. Κοιτάζαμε κι οι δυο την ίδια πέτρα. Κοιταζόμασταν μεσ” απ’την πέτρα. Α. Ήταν ήρεμη και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί. Μ.Ν. Ήτανε καθιστή. Κι ήτανε πεθαμένη. Α. «Ήτανε καθιστή και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί. Δε θα κρατήσεις ποτέ σου ένα πουλί εσύ — δεν είσαι άξια! Μ.Ν. «Ω, αν μ” αφήνανε, αν μ’αφήνανε. Α. Ποιος να σ’αφήσει; Μ.Ν. Αυτός που δεν αφήνει τίποτα. Α. Αυτός, αυτός που δεν αφήνει τίποτα κόβεται άπ’τη σκιά του κι αλλού περπατά. Μ.Ν. Είναι τα λόγια τον άσπρα κι είναι ανείπωτα κι είναι τα μάτια του βαθιά κι ανύπνωτα… Α. Μα” χε πάρει ολο το πάνω μέρος απ’την πέτρα. Και μαζί μ” αυτήν και τ” όνομα της. Μ.Ν. ΑΡΙΜΝΑ… σαν να τα βλέπω ακόμη χαραγμένα τα γράμματα μέσα στο φως… αριμνα εφηελ… Α.«Έλειπε.» Όλο το πάνω μέρος έλειπε. Γράμματα δεν υπήρχανε καθόλου. Μ.Ν. αριμνα ΕΦΗΕΛ… εκεί, πάνω σ’αυτό το ΕΛ, η πέτρα είχε κοπεί και σπάσει. Το θυμάμαι καλά. Α. Στ” όνειρο της φαίνεται θα το “χε δει κι αυτό για να το θυμάται. Μ.Ν. Στ” όνειρο μου, ναι. Σ” έναν ύπνο μεγάλο που θα “ρθει κάποτε όλο φως και ζέστη και μικρά πέτρινα σκαλιά, θα περνάνε στο δρόμο αγκαλιασμένα τα παιδιά όπως σε κάτι παλιές ταινίες ιταλιάνικες. Από παντού θ” ακούς τραγούδια και θα βλέπεις πελώριες γυναίκες σε μικρά μπαλκόνια να ποτίζουν τα λουλούδια τους. Α. «Ενα μεγάλο θαλασσί μπαλόνι θα μας πάρει τότε ψηλά, μια δω, μια κει, θα μας χτυπά ο αέρας. Πρώτα θα ξεχωρίσουν οι ασημένιοι τρούλοι, κατόπιν τα καμπαναριά. Θα φανούν οι δρόμοι πιο στενοί, πιο ίσιοι απ” ο,τι φανταζόμασταν. Οι ταράτσες με τις κάτασπρες αντένες για την τηλεόραση. Και οι λόφοι ένα γύρο κι οί χαρταετοί — ξυστά θα περνάμε από δίπλα τους.»Ώσπου κάποια στιγμή θα δούμε όλη τη θάλασσα. Οι ψυχές επάνω της θ” αφήνουν μικρούς λευκούς ατμούς. Μ.Ν. «Εχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα βουνά τα μαύρα και τα δαιμονικά του κόσμου τούτον. «Εχω πει στην αγάπη «γιατί» και την έχω κυλήσει στο πάτωμα. «Έγιναν οι πόλεμοι και ξανάγιναν και δεν έμεινε ούτ’ένα κουρέλι να το κρύψουμε βαθιά στα πράγματα μας και να το λησμονήσουμε. Ποιος ακούει; Ποιος άκουσε; Δικαστές, παπάδες, χωροφύλακες, ποια είναι η χώρα σας;»Ένα κορμί μου μένει και το δίνω. Σ’αυτό καλλιεργούνε, όσοι ξέρουν, τα Ιερά, όπως οι κηπουροί στην Όλλανδία τις τουλίπες. Και σ” αυτό πνίγονται όσοι δεν έμαθαν ποτέ από θάλασσακι από κολύμπι…Ροές της θάλασσας κι εσείς των άστρων μακρινές επιρροές —παρασταθείτε μου! Α. «Εχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα δαιμονικά του κόσμου τ’ανεξόρκιστα κι από το μέρος το άρρωστο γυρίστηκα στον ήλιο και στο φως αυτοεξορίστηκα! Μ.Ν.  Κι απ” τίς φουρτούνες τις πολλές γυρίστηκα μες στους ανθρώπους αυτοεξορίστηκα! Απόσπασμα από τη «Μαρία Νεφέλη» του Οδυσσέα Ελύτη.
 www.ithaque.gr