Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Ο κύκλος των χαμένων εραστών

Ο κύκλος των χαμένων εραστών, από την Μαρία ΚουγιουμτζόγλουΨυχές μοναχικές, ταξιδιάρες, τσιγγάνες.
 Απ’ αυτές που δηλώνουν με στόμφο ότι δεν ανήκουν πουθενά κι όμως… τις νύχτες, σαν μένουν μόνες,
δακρύζουν στα κρυφά και ονειρεύονται να βρουν λιμάνι για ν’ αράξουν.
Ένα λιμάνι άπιαστο, που όσο κι αν ψάχνουν να το βρουν, τόσο δε βλέπουν φάρο ν’ αναβοσβήνει στον ορίζοντα. Ένα λιμάνι ουτοπικό, υπαρκτό μόνο στη σφαίρα της φαντασίας και του ονείρου τους. Σαν μια Ιθάκη που πάντα νοσταλγούν και που ποτέ δε φτάνουν.
Έρμαια στο πέλαγος ενός μπερδεμένου μυαλού που ζωγραφίζει άδειους κύκλους.
Ψυχές που πετούν, όπου φυσάει ο άνεμος κι όπου τις βγάλει το ρεύμα. Που καταλήγουν εκεί που τις ξεβράζει το κύμα, σα ναυαγοί.
Ψυχές που περνούν μέσα από θάλασσες και συμπληγάδες, ψάχνοντας πάντα αυτό το κάτι. Το κάτι ιδιαίτερο, το κάτι μοναδικό. Το κάτι που θα μιλήσει μέσα τους, που θα αγγίξει το είναι τους, που θα τις σώσει και  θα τις αναστήσει, που θα τις βγάλει σε στεριά.
Αυτό το κάτι που ίσως φαντάζει ιδιαίτερο και μοναδικό στα μάτια τους, μόνο όσο είναι άπιαστο και μακρινό. Όσο δε τις αγγίζει, όσο δεν κοιτάζει βαθιά μέσα τους, όσο δε φοβούνται μήπως τις πονέσει.
Ψυχές μοναχικές, ταξιδιάρες, τσιγγάνες, που δηλώνουν με στόμφο ότι δεν ανήκουν πουθενά κι όμως… δακρύζουν και πονούν, που είναι μόνες.
Ψυχές που απλά περιπλανιούνται και διαγράφουν παρόμοιους, άδειους κύκλους.
Ψυχές που ποτέ δε βρίσκουν το κουράγιο και τη δύναμη να μπουν μέσα στους κύκλους της ζωής και να τους ζωγραφίσουν. Που δεν τολμούν να βάλουν μέσα τους ουσία, εικόνες, αναμνήσεις και όμορφες στιγμές, γεμάτες χρώματα και μουσικές, παρά τους κλείνουν, από φόβο μήπως και προδοθούν, αφήνοντάς τους άδειους και μισούς.
Λες κι αν τους κλείσουν και πάνε στον επόμενο, θ’ αλλάξει το σχήμα. Λες και θα πάψει να είναι ο ίδιος άχρωμος κύκλος.
Ψυχές που δεν τολμούν, γιατί δειλιάζουν.  Ίσως γιατί σε κάποια άτυχη στιγμή της ζωής τους, έχουν βαθιά πληγωθεί.
Γιατί έχει ρίσκο να μπεις μέσα στον κύκλο και να τον γεμίσεις. Θέλει κόπο, θέλει χρόνο, θέλει επένδυση, αλλά και πάλι… κανείς δεν εγγυάται ότι θα πετύχει κι ότι δε θα σ’ αφήσει μετέωρο στο κενό.
Πρέπει να βρεις τα κατάλληλα υλικά και να διαλέξεις τα σωστά χρώματα.
Θέλει να νιώσεις, ν’ αφεθείς, να ρισκάρεις, να αισθανθείς, να επιμείνεις και να υπομείνεις.
Πρέπει ν’ αντέξεις, να μαλώσεις, να μονιάσεις, να πονέσεις και να σμιλευτείς.
Θέλει σαν πικραθείς και γονατίσεις, να βρεις τη δύναμη να σηκωθείς, ν’ αλλάξεις και να συμβιβαστείς.
Πρέπει να γίνεις μάστορας και καλλιτέχνης. Να βρεις τα κατάλληλα σχήματα και να τα βάλεις στη σωστή σειρά, έτσι ώστε να χωρέσουν και να ταιριάξουν στο χώρο, γιατί αλλιώς θα έχει κενά και θα μπάζει. Και τότε θα χαλάσει.
Είναι πιο εύκολο να κλείσεις τον κύκλο όταν είναι άδειος. Πιο εύκολα τα παρατάς και πας λίγο πιο κάτω, για να φτιάξεις τον επόμενο.
Τι γίνεται όμως, όταν γυρίζεις να κοιτάξεις πίσω, για να δεις τι έκανες, για να δεις τι έζησες;
Τι γίνεται όταν το μόνο που βλέπεις είναι παρόμοιοι, άδειοι κύκλοι, σε διάφορα μεγέθη, αλλά πάντα το ίδιο κενό και άχρωμο σχήμα;
Εσύ λοιπόν ψυχή μοναχική, ταξιδιάρα και τσιγγάνα, από εκείνες που φωνάζουν με στόμφο ότι δεν ανήκουν πουθενά, αλλά που κλαίνε όταν μένουν μόνες τους τα βράδια στα κρυφά …
Εσύ που ταξιδεύεις μοναχή και απλά διαγράφεις παρόμοιους άδειους κύκλους… Δοκίμασε κάτι διαφορετικό…
Ομόρφυνέ τους! Ζωγράφισέ τους! Εδώ είναι τα χρώματα, εδώ και τα πινέλα, μέσα στην ίδια τη ζωή!
Βάλε στους κύκλους σου όνειρα και πολύτιμα πετράδια. Διάλεξέ τα με φροντίδα και αγάπη. Φώτισέ τους, με ήλιους και με θάλασσες, με αστέρια και φεγγάρια. Δώσε τους ζωή με ποιήματα και αναμνήσεις, με ιστορίες σπάνιες και μελωδίες νοσταλγικές. Ζέστανέ τους με βόλτες στις ακρογιαλιές, με βότσαλα και καλοκαίρια. Κάνε τους σπάνιους, ξεχωριστούς. Φτιάξε τους πολύχρωμους και συμπαγείς, αντί για άδειους και όμοιους.
Και που ξέρεις…
Ίσως σε κάποιον απ’ αυτούς σκαλώσεις και βρεις εκεί μέσα το λιμάνι που ψάχνεις.  Ίσως να βρεις αυτό το κάτι μοναδικό, που τόσο λαχταράς μυστικά, όταν κανείς δε σε κοιτά.
Ίσως μέσα σε κάποιον απ’ αυτούς, θελήσεις να μείνεις και να τον ομορφύνεις κι άλλο, αντί απλά να τον κλείσεις και να πας παρακάτω για να φτιάξεις τον επόμενο.
Ίσως εκεί σταθείς και πάψεις να δηλώνεις με στόμφο ότι είσαι ψυχή μοναχική, ταξιδιάρα, τσιγγάνα, που δεν ανήκει πουθενά.
Και ίσως έτσι σταματήσεις να κλαις τα βράδια, όταν είσαι μόνη στα κρυφά, διαγράφοντας ξανά και ξανά, παρόμοιους, άχρωμους και άδειους κύκλους.

Γράφει η Μαρία Κουγιουμτζόγλου

Thessaloniki Arts and Culture  http://www.thessalonikiartsandculture.gr