Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Οι διαφορές των δύο φύλων στον έρωτα και στις σχέσεις

Οι διαφορές των δύο φύλων στον έρωτα και στις σχέσειςΟ έρωτας είναι μια ασυνείδητη επιλογή του συντρόφου εκείνου που ταιριάζει στο καταπιεσμένο τμήμα του εαυτού.
Μόλις ο σύντροφος
βρει τρόπο έκφρασης ή θεωρήσει ότι βρήκε τρόπο έκφρασης του καταπιεσμένου τμήματος του εαυτού, δεν υπάρχει λόγος να παραδεχτεί την ύπαρξή του.
Μια γυναίκα που δεν αισθάνεται αγαπητή, διότι έτσι ένιωθε όταν ήταν παιδί, είναι πολύ πιθανό να επιλέξει έναν άντρα που δεν εκφράζει την αγάπη. Με αυτό τον τρόπο μπορεί εκείνη να κατηγορεί εκείνον για την άσχημη αίσθηση που έχει η ίδια για τον εαυτό της.

Ένα άντρας που αισθάνεται κατώτερος, διότι έτσι αισθανόταν όταν ήταν παιδί, είναι πολύ πιθανό να επιλέξει μια αυστηρή και επικριτική γυναίκα. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να κατηγορεί εκείνη για το συναίσθημα κατωτερότητας που νιώθει. Ενώ η γυναίκα θα συνεχίσει να παραπονιέται ότι ο σύντροφός της δεν της δείχνει αγάπη και ο άντρας θα συνεχίσει να παραπονιέται για την αυστηρή κριτική της συντρόφου του, το πιθανότερο είναι να παραμείνουν και οι δύο με τους συντρόφους τους. Ο λόγος; Μας είναι πολύ πιο εύκολο να είμαστε με ένα/μια σύντροφο ο/η οποίος/α παρέχει μια εξωτερική δικαίωση των κακών συναισθημάτων που τρέφουμε για τον εαυτό μας, παρά να έρθουμε αντιμέτωποι με αυτά τα συναισθήματα μέσα μας, στον εαυτό μας.
Επίσης, όταν οι σύντροφοι είναι αδιαφοροποίητοι, αποτέλεσμα κάποιων τραυματικών εμπειριών απόρριψης, εγκατάλειψης ή κατατρεγμού που βίωσαν στην παιδική τους ηλικία, τα συναισθήματά τους σε σχέση με αυτά τα καταπιεσμένα και απορριπτέα μέρη του εαυτού τους είναι ιδιαίτερα αρνητικά ή αλληλοσυγκρουόμενα / αμφίθυμα. Εφόσον η ανάγκη άρνησης της ύπαρξης αυτών των καταπιεσμένων τμημάτων είναι ιδιαίτερα ισχυρή, με τον ίδιο τρόπο η ανάγκη εύρεσης ενός/μιας συντρόφου ο/η οποίος/α τα εκφράζει είναι το ίδιο ισχυρή.
Όταν ανακαλύψουν αυτό το κομμάτι σε έναν πιθανό σύντροφο, τον ερωτεύονται «τρελά». Μπορεί η αγάπη τους να είναι, στα μάτια των άλλων, υπερβολική, καταστροφική ή ακόμα και παρανοϊκή, αλλά είναι απόλυτα λογική για εκείνους, εάν λάβουμε υπόψη τις υποσυνείδητες ανάγκες τους. Αφού έχουν ερωτευθεί, ενθαρρύνουν ασυνείδητα το/τη σύντροφό τους να εκφράσει αυτά τα καταπιεσμένα και απορριπτέα σημεία. Έτσι, καθίσταται δυνατή για εκείνους/ες η κριτική και η προσπάθεια ελέγχου αυτών των απογοητευμένων τμημάτων στο/στη σύντροφό τους, όχι στον εαυτό τους. Όταν οι δύο σύντροφοι είναι διαφοροποιημένοι και λογικά ολοκληρωμένοι ως άτομα, οι διαφορές στις προσωπικότητές τους θεωρούνται συμπληρωματικές, αξιόλογες και ευχάριστες.
Σε ένα τέτοιο ζευγάρι, ο ελαφρώς καταπιεστικός σύζυγος είναι πιθανό να απολαμβάνει τον αυθορμητισμό και παρορμητισμό της συζύγου του και η σύζυγος να εκτιμά την προσήλωση του συζύγου της στη λεπτομέρεια και στον προσεκτικό προγραμματισμό. Αντίθετα με τη γνωστή ρήση πως, για να μπορέσουμε να αγαπήσουμε τους άλλους, θα πρέπει πρώτα να αγαπήσουμε τον εαυτό μας, ο ψυχαναλυτής Theodor Reik παρατήρησε ότι όσο πιο αρνητική είναι η εκτίμηση που έχουμε για τον εαυτό μας τόσο πιο πιθανό είναι να ερωτευτούμε. Οι άνθρωποι αισθάνονται την έλλειψη κάποιων στοιχείων στον εαυτό τους και ψάχνουν να τα βρουν στο/στη σύντροφο. Όταν ερωτεύονται, προβάλλουν στον/στην αγαπημένο/η τις ανεκπλήρωτες φαντασιώσεις τους.
Η προβολή των αποσχισμένων τμημάτων του εαυτού, αποσχισμένη προβολή, συμβαίνει και στους δύο συντρόφους, με τον καθένα να προσπαθεί να εκφράσει τα σημεία που έχει απαρνηθεί ή καταπιέσει μέσω του συντρόφου. Για παράδειγμα, μια γυναίκα η οποία έχει εσωτερικεύσει τραυματικές εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, κάποιας βίαιης αντιπαράθεσης μεταξύ θύματος και θύτη, τοποθετεί τον εαυτό της στη θέση του θύματος. Έχει διαχωρίσει τα δύο μέρη της σύγκρουσης, έχει καταπνίξει το βίαιο μέρος, του θύτη, και το έχει προβάλει στο σύντροφό της.
Η εσωτερικευμένη σύγκρουση, σε αυτή την περίπτωση, μεταξύ της κακομεταχείρησης και του κατατρεγμού, γίνεται μια ασταμάτητη σύγκρουση μεταξύ των συντρόφων. Ο διαιρεμένος εαυτός γίνεται διαιρεμένο ζευγάρι. Η γυναίκα έχει ανάγκη από έναν αγενή και προσβλητικό άντρα, έτσι ώστε να προβάλλει σε αυτόν την ασυνείδητη, απολίτιστη, βίαιη, καταπιεσμένη αποσχισμένη πλευρά του εαυτού της. Η εσωτερικευμένη σύγκρουση την ωθεί στην εύρεση ενός συντρόφου που θα μπορέσει να καλύψει αυτή την ανάγκη, προς μεγάλη έκπληξη και ανησυχία της οικογένειάς της και των φίλων της, οι οποίοι δεν μπορούν να καταλάβουν τι βρίσκει μια γλυκιά και ευγενική γυναίκα σε έναν βίαιο και αγενή τύπο. Η απάντηση είναι απλή. Σε εκείνον βρίσκει το αποσχισμένο / αποθυμένο τμήμα του εαυτού της.
Ο εραστής της έχει επίσης εσωτερικεύσει μια βίαιη σύγκρουση μεταξύ θύτη και θύματος από την παιδική του ηλικία. Όμως, στην περίπτωσή του, το τμήμα που αποσχίστηκε και καταπιέστηκε είναι το τμήμα του θύματος. Στη σχέση του με αυτή τη γυναίκα μπορεί να έχει την εμπειρία αυτού του τμήματός του και να το αντιμετωπίσει. Με αυτό τον τρόπο οι μη διαφοροποιημένοι σύντροφοι φέρνουν προβληματικές αντικειμενότροπες σχέσεις των πρώτων εμπειριών της ζωής τους στις ερωτικές τους σχέσεις. Εφόσον η προβολή αντιπροσωπεύει μια ασυνείδητη, πρωτόγονη ανάγκη, πολύ συχνά το άτομο που την προβάλλει «δε βλέπει» τις συμπεριφορές που είναι ασύμφωνες με αυτή την προβολή. Επομένως, η γυναίκα είναι πιθανό να θεωρήσει αγενή και επιθετική τη συμπεριφορά του άντρα, ακόμα κι όταν δεν είναι. Παρομοίως, ο άντρας είναι πολύ πιθανό να δει τη γυναίκα ως θύμα ακόμα κι όταν εκείνη δεν είναι.
Όπως φαίνεται από το παράδειγμα, οι σύντροφοι τείνουν να έχουν τις ίδιες εσωτερικευμένες συγκρούσεις και, σε μια αμοιβαία διαδικασία, προβάλουν ο ένας στον άλλο τα συμπληρωματικά, ασυνείδητα και καταπιεσμένα, αποσχισμένα μέρη του εαυτού τους. Ακόμη, κάθε σύντροφος ταυτίζεται με τα μέρη που ο/η άλλος σύντροφος προβάλει σε αυτόν/αυτήν. Το αποτέλεσμα ονομάζεται προβλητική ταυτοποίηση. Η προβλητική ταυτοποίηση είναι ίσως η πιο σημαντική συνεισφορά της αντικειμενότροπης θεωρίας στην κατανόηση της διαδικασίας του έρωτα και της δυναμικής του ζευγαριού.
Ο άντρας του οποίου η σύζυγος προβάλλει σε αυτόν την επιθετική, δυναμική, γονική, κυριαρχική, αποσχισμένη πλευρά της εσωτερικεύει αυτή την προβολή, ταυτοποιείται με αυτή και θεωρεί τον εαυτό του έτσι όπως θεωρείται από τη σύζυγό του. Παρομοίως, η γυναίκα ταυτοποιείται με την προβολή του συζύγου της και θεωρεί τον εαυτό της έτσι όπως θεωρείται από εκείνον, το υποταγμένο, παθητικό ή ανώριμο, αδύναμο και αποσχισμένο τμήμα του. Με αυτό τον τρόπο εσωτερικά, ασυνείδητες συγκρούσεις του/της συντρόφου εξωτερικεύονται στο ζευγάρι ως τύποι σύγκρουσης. Χρησιμοποιώντας διαφορετική φρασεολογία, οι συγκρούσεις ενός ζευγαριού είναι μια επανέκδοση των εσωτερικών συγκρούσεων που υπάρχουν στον κάθε σύντροφο. Όσο λιγότερο ολοκληρωμένα είναι τα ζευγάρια τόσο πιο παιδιάστικες είναι οι ανάγκες τους και τόσο πιο έντονες είναι οι συγκρούσεις τους.
Όταν δύο άνθρωποι ερωτεύονται, προβάλλουν ο ένας στον άλλο τις αποσχισμένες και καταπιεσμένες πλευρές τους. Μια γυναίκα που έχει μάθει να καταπιέζει την ανάγκη αυτονομίας και ανεξαρτησίας προβάλλει αυτή την απουσία (αποτέλεσμα της καταπίεσης) στο σύζυγό της. Έτσι, εκείνος εμφανίζεται πιο ανεξάρτητος απ’ότι είναι στην πραγματικότητα.
Ο άντρας που έχει μάθει να καταπιέζει την εξάρτησή του και την ανάγκη του για τρυφερότητα προβάλλει αυτές τις πλευρές στη γυναίκα του, με αποτέλεσμα εκείνη να φαίνεται πιο εξαρτημένη και αδύναμη απ’ότι είναι στην πραγματικότητα. Η προβλητική ταυτοποίηση ωθεί και τους δύο να συνταυτιστούν με τις αντίστοιχες προβολές. Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό που βλέπουμε είναι ένας παραδοσιακός τύπος ζευγαριού, όπου ο άντρας και η γυναίκα παίζουν πολύ άνετα τους λεγόμενους φυσιολογικούς ρόλους των φύλων.
Σε αρκετές περιπτώσεις, όμως, μπορεί αυτοί οι στερεότυποι ρόλοι των φύλων να έχουν μεγάλο αντίτιμο για τον έναν ή και τους δύο συντρόφους. Ένα παράδειγμα είναι η γυναίκα που, ως αποτέλεσμα μιας τέτοιας προβλητικής ταυτοποίησης, χάνει την ικανότητά της να κρίνει τι συμβαίνει γύρω της, ιδίως τη συμπεριφορά του συζύγου της. Οι άνθρωποι τείνουν να ερωτεύονται άτομα που βρίσκονται σε παρόμοια επίπεδα διαφοροποίησης αλλά αντίθετα επίπεδα άμυνας ή χαρακτήρα ή ύφους. Το αμυντικό ύφος είναι είδος συμπεριφοράς που προστατεύει τον εαυτό από τη συνειδητοποίηση του άγχους: τα ζευγάρια τείνουν να επικροτούν ο ένας τον άλλον για το ύφος που έχουν.

Κείμενο: Παντελής Παπαδόπουλος, Ψυχίατρος , ψυχοθεραπευτής – αναλυτής

Thessaloniki Arts and Culture http://www.thessalonikiartsandculture.gr