Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Χρόνης Μίσσιος ΠΟΙΑ ΖΩΗ, ΡΕ ΚΑΡΝΤΑΣΙΑ;: Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΜΑΣ ΔΙΝΕΤΑΙ, ΑΠΑΞ, ΠΟΥ ΛΕΝΕ

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ: Η ΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑΙΑ, ΕΝΑΣ ΟΜΟΡΦΟΣ ΖΕΣΤΟΣ ΗΛΙΟΣ, εγώ όμως είμαι απελπισμένος. Θέλω να

φουντάρω κάτω από κανένα αυτοκίνητο να τελειώνω. Η γραμμή να μην αυτοκτονούμε δεν μπορεί να είναι πάντα σωστή και για όλες τις περιπτώσεις. Ποιος ξέρει τι φάτσα θα είχα, ξαφνικά οι μπάτσοι με πιάνουν αγκαζέ, αυτοί σίγουρα συμφωνούν με τη γραμμή του κόμματος. Τέλος, φτάνουμε στο γιατρό, μπαίνουμε μέσα, μας περίμενε. Θα του είχαν τηλεφωνήσει, φαίνεται. ΚΑΘΙΣΕ, ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ, ΜΟΥ ΛΕΕΙ, ΚΑΙ ΓΥΡΝΩΝΤΑΣ στους χωροφύλακες, παρακαλώ, βγάλτε του τις χειροπέδες και περάστε έξω. Αστειεύεστε, γιατρέ; απαντάνε οι μπάτσοι. Δεν αστειεύομαι καθόλου. Μα είναι πολιτικός και επικίνδυνος. Αυτό αφορά εσάς, για μένα είναι απλώς ένας άρρωστος. Καθίστε έξω από την πόρτα και από το παράθυρο, αν θέλετε, εγώ πάντως άρρωστο με χειροπέδες και με την παρουσία σας δεν εξετάζω. Μου βγάλαν τις χειροπέδες και βγήκαν έξω. Είμαι λιώμα από τη συγκίνηση. Επιτέλους, άνθρωπος... ΛΟΙΠΟΝ, ΤΙ ΕΧΟΥΜΕ, ΝΕΑΡΕ; ΚΑΠΝΙΖΕΙΣ; Μου δίνει τσιγάρο, με κοιτάει με καλοσύνη, παραδόθηκα... Λέω, γιατρέ, δεν ξέρω, θα σας πω τι μου έχουν κάνει, τι νιώθω, τι μου συμβαίνει, και σεις θα μου πείτε τι έχω. Βάζω κάτω το κεφάλι κι αρχίζω. Λέω, λέω, όταν τέλειωσα πια, σηκώνω το κεφάλι μου και βλέπω το γιατρό. Τα μάτια του γυαλίζουν από τα κρατημένα δάκρυα... Λοιπόν, γιατρέ; Ντρέπομαι, παιδί μου, ντρέπομαι που λέγομαι γιατρός και άνθρωπος... ΤΕΛΟΣ, ΑΜΑ ΣΥΝΗΡΘΑΜΕ, ΜΟΥ ΛΕΕΙ, ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ, μη φοβάσαι -τι είναι, γιατρέ, τρελάθηκα, τι λέτε; Έχεις βέβαια κάποιες ζημιές, αλλά εσύ δεν πρόκειται να τρελαθείς ποτέ, παιδί μου, μη φοβάσαι, αφού δεν τρελάθηκες ως τώρα. Μη φοβάσαι, δεν πρόκειται να πάθεις τίποτα. Ο μόνος τρόπος για να σε βοηθήσω, είναι να σου δώσω ένα χαρτί που να μην τολμήσει κανένας από δω και πέρα να σε πειράξει, κατάλαβες; Ναι. Πάντως μη φοβάσαι, και καλά κάνεις που ξεφεύγεις και ονειρεύεσαι. Γιατρέ, είναι καλό το χαρτί; Το καλύτερο που μπορεί να γίνει, και θα σου δώσω και φάρμακα. ΕΓΡΑΨΕ ΤΟ ΧΑΡΤΙ, ΤΟ ΕΒΑΛΕ ΣΤΟ ΦΑΚΕΛΟ, ΕΤΟΙΜΑΣΕ και τα φάρμακα, μου έχωσε και δυο πακέτα τσιγάρα στις τσέπες, φώναξε τους μπάτσους, τους παρέδωσε το φάκελο και τα φάρμακα, μου δίνει και μένα μια μεγάλη μπουκάλα μ' ένα πράσινο υγρό που πρέπει να πίνω τρεις κουταλιές την ημέρα... Φεύγουμε με τα πόδια πάλι για τη φυλακή. Τώρα είναι αλλιώς, δεν είμαι απελπισμένος,, βλέπω τον κόσμο αλλιώς. Χαίρομαι το ζεστό ήλιο, την κίνηση γύρω μου, παρατηρώ τις γυναίκες. Δεν ξέρω αν είμαι πολύ ή λίγο χαρούμενος, αλλά θέλω να ζήσω και είμαι έτοιμος να παλέψω πάλι. Δεν είμαι τρελός, δεν τα 'χασα όλα, αντίθετα, όλα κάποτε θα περάσουν. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΖΗΣΩ, ΚΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΩ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΛΕΨΩ, πρέπει ν' αντισταθώ, μου το 'πε κι ο γιατρός: να μάχεσαι, να μην παραδίνεσαι, ν' αντιδράς, αυτό σε έσωσε. Γιατί όταν αντιστέκεσαι, όταν παλεύεις, γεννάς δυνάμεις μέσα σου, αυτές δε σ' άφησαν να χαθείς, γιατί όταν παλεύεις, οργανώνεσαι, έχεις σκοπό, έχεις στόχο... Τέλος, πολλά καλά μου είπε, εγώ εκείνο που κράτησα ήταν ότι πρέπει να ζήσω, και για να ζήσω πρέπει να παλέψω, και ότι το να παλεύω, να μην παραδίνομαι, μου κάνει καλό. ΠΟΙΑ ΖΩΗ, ΡΕ ΚΑΡΝΤΑΣΙΑ;: Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΜΑΣ ΔΙΝΕΤΑΙ, ΑΠΑΞ, ΠΟΥ ΛΕΝΕ, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξανα-υπάρξουμε ποτέ. ΚΑΙ ΜΕΙΣ ΤΙ ΤΗΝ ΚΑΝΟΥΜΕ ΡΕ, ΑΝΤΙ ΝΑ ΤΗ ΖΗΣΟΥΜΕ; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την… ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΕΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα... ΕΤΣΙ, Μ' ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΚΩΛΟΕΦΕΥΡΕΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΛΕΝΕ ΡΟΛΟΪ, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή. ΧΩΡΙΣΑΜΕ ΤΗ ΜΕΡΑ ΣΕ ΠΤΩΜΑΤΑ ΣΤΙΓΜΩΝ, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν «αξίες», σαν «ηθική», σαν «πολιτισμό». ΚΑΝΑΜΕ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΑΣ ΕΝΑ ΑΠΕΡΑΝΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας... ΟΛΑ, ΟΛΑ ΤΑ ΑΦΗΝΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟ ΑΥΡΙΟ που δε θα 'ρθει ποτέ... ΑΦΟΥ ΑΝΑΤΕΛΛΕΙ, ΔΥΕΙ Ο ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΑΜΕ πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και εμείς οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε. ΞΕΡΕΙΣ ΓΙΑΤΙ; ΓΙΑΤΙ Η ΜΕΡΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας. ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΤΗΣΑΜΕ ΕΝΑΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ, ΧΩΡΙΣ ΚΑΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ, θάνατο, διότι αυτός είναι ο θάνατος. Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος, είναι μετάβαση, είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ, σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δε δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί θα δώσεις χάρη και ομορφιά, όπως η Μαρία που φούνταρε προχτές από την ταράτσα για να μην πεθάνει. Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέδες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια… [Πηγή: www.doctv.gr]