Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Μην περιμένεις να είμαι νουνεχής Χένρι Μίλλερ

Κάποιους μήνες μετά από την πρώτη τους συνάντηση στο Παρίσι, ο συγγραφέας Χένρι Μίλλερ και η Αναίς Νιν, ξεκίνησαν μια θυελλώδη ερωτική σχέση που θα
κρατούσε για χρόνια. Η Νιν ήταν παντρεμένη με τον Ίαν Χίούγκο και ζούσαν μαζί στο Λουβεσιέν, ένα προάστιο του Παρισιού. Εκεί, εν απουσία του συζύγου της, πέρασε αρκετές ημέρες πάθους με τον εραστή της. Στο διάστημα της σχέσης τους αντάλλαξαν αμέτρητες, γεμάτες πάθος ερωτικές επιστολές. Μία από αυτές είναι η παρακάτω την οποία έγραψε το καλοκαίρι του 1932 ο Άρθουρ Μίλλερ. 14 Αυγούστου, 1932 Αναίς: Μην περιμένεις από μένα πια να είμαι νουνεχής. Ας μην είμαστε πια λογικοί. Ήταν ένας γάμος στο Λουβεσιέν – δεν μπορείς αυτό να το αμφισβητήσεις. Έφυγα έχοντας κολλημένα πάνω μου διάφορα κομμάτια από σένα. Περπατώ εδώ κι εκεί, κολυμπώντας μέσα σε ένα ωκεανό αίματος, του δικού σου ανδαλουσιανού αίματος που είναι διυλισμένο και δηλητηριώδες. Ότι κάνω και λέω και σκέφτομαι, έχει σχέση με εκείνο το γάμο. Σε είδα ως αφέντρα του σπιτιού σου, μια Μαυριτανή με πρόσωπο βαρύ, μια νέγρα με λευκό κορμί, με μάτια σ” όλη σου την επιδερμίδα, γυναίκα, γυναίκα, γυναίκα. Δεν ξέρω τώρα πως μπορώ να συνεχίσω να ζω μακριά από σένα – αυτό το μεσοδιαστήμα είναι θάνατος. Πως σου φάνηκε που επέστρεψε ο Χιούγκο; Ήμουν ακόμα εκεί; Δεν μπορώ να σε φανταστώ να είσαι μαζί του όπως ήσουν με μένα. Με τα πόδια κλειστά. Με ευπάθεια. Με γλυκιά προδοτική υποχωρητικότητα. Με ευπείθεια και υπακοή. Έγινες γυναίκα με μένα. Τρομοκρατήθηκα από αυτό. Δεν είσαι μόνο τριάντα ετών – είσαι αιώνια. Έχω επιστρέψει πίσω αλλά εξακολουθώ να νοιώθω το πάθος να με σιγοκαίει. Όχι πλέον το πάθος για τη σάρκα, αλλά μία ολοκληρωτική πείνα για σένα, μια πείνα για να σε καταβροχθίσω. Διάβασα στην εφημερίδα για αυτοκτονίες και φόνους και τα καταλαβαίνω απόλυτα. Νιώθω αυτοκτονικός, δολοφονικός. Αισθάνομαι κατά κάποιο τρόπο πως είναι ντροπή να μένω άπραγος, να περιμένω απλά για να έχουμε λίγο χρόνο, να το φιλοσοφήσω ή να είμαι λογικός. Που πήγαν εκείνοι οι καιροί όπου οι άνδρες μαχόντουσαν, σκότωναν, πέθαιναν για ένα γάντι ή για μια ματιά; (Το γραμμόφωνο παίζει αυτή την άθλια άρια από τη Μαντάμ Μπατερφλάι, το «Some day he” ll come!»). [soundcloud url=»http://api.soundcloud.com/tracks/33562014″ params=»color=ff6600&auto_play=false&show_artwork=false» width=» 100%» height=»100″ iframe=»true» /] Ακόμα σ” ακούω να τραγουδάς στην κουζίνα – αυτό τον δίχως αρμονία, μονότονο Κουβανέζικο θρήνο. Ξέρω πως είσαι ευτυχισμένη και πως το γεύμα που μαγειρεύεις είναι το καλύτερο γεύμα που έχουμε φάει μαζί. Αισθάνομαι  τη μεγαλύτερη γαλήνη και ευτυχία όταν κάθομαι στην τραπεζαρία και σε ακούω να μιλάς για το φόρεμά σου. www.ithaque.gr Αναίς, νόμιζα πως πριν απλά σ” αγαπούσα, όμως σίγουρα δεν είναι σαν αυτό που νοιώθω αυτή τη στιγμή μέσα μου. Όλο αυτό ήταν τόσο υπέροχο επειδή ήταν σύντομο και κλεμμένο; Προσποιηθήκαμε ο ένας στον άλλο; Ήμουν λιγότερο εγώ, ή περισσότερο εγώ και εσύ ήσουν λιγότερο ή περισσότερο εσύ; Είναι τρέλα που πιστεύω πως αυτό μπορεί να συνεχιστεί; Που και πότε θα αρχίσουν οι στιγμές να γίνονται μονότονες; Σε μελετώ τόσο πολύ για να ανακαλύψω τις πιθανές σου αδυναμίες, τις ατέλειες, τις ζώνες κινδύνου. Δεν μπορώ να βρω ούτε μία. Αυτό σημαίνει πως είμαι ερωτευμένος, τυφλός, τυφλός. Τυφλός για πάντα! (Τώρα τραγουδάνε το «Heaven and ocean» από το La Gioconda.) [soundcloud url=»http://api.soundcloud.com/tracks/16897404″ params=»color=ff6600&auto_play=false&show_artwork=false» width=» 100%» height=»100″ iframe=»true» /] Σε φαντάζομαι να παίζεις τους δίσκους ξανά και ξανά – τους δίσκους του Χιούγκο. «Parlez moi d amour.» Η διπλή ζωή, το διπλό γούστο, η διπλή χαρά και μιζέρια. Πόσο πρέπει να σ” έχουν χαρακώσει. Τα γνωρίζω όλα αυτά, όμως δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να τα αποτρέψω. Μακάρι να ήμουν εγώ αυτός που θα έπρεπε να τα υποστεί.  Ξέρω τώρα πως τα μάτια σου είναι ορθάνοιχτα. Για πράγματα που δεν θα πιστέψεις ξανά, για χειρονομίες που ποτέ δεν θα επαναλάβεις, για ορισμένες λύπες και αμφιβολίες που δεν θα γευθείς. Μια λευκή θανατηφόρα φλόγα στην τρυφερότητα και στη σκληρότητά σου. Δίχως τύψεις, δίχως εκδίκηση, δίχως λύπη, δίχως ενοχή. Μια ζωή, που δεν θα υπάρχει τίποτα να σε σώσει από την άβυσσο, παρά μόνο μια ελπίδα, μια πίστη, μια χαρά που έχεις ήδη γευθεί, ώστε να μπορείς να την επαναλάβεις όταν επιθυμείς. Όλο το πρωινό ανακάτευα τις σημειώσεις μου, αναζητώντας τα αρχεία της ζωής μου και αναρωτιόμουν από που να ξεκινήσω, πως να κάνω μια αρχή,  βλέποντας όχι μόνο ένα άλλο βιβλίο πριν από μένα, αλλά μια ζωή από βιβλία. Αλλά δεν ξεκινώ. Οι τοίχοι είναι εντελώς γυμνοί – κατέβασα τα πάντα πριν σε συναντήσω. Μοιάζουν όλα σαν να τα είχα προετοιμάσει για να φύγω για πάντα. Τα φώτα στους τοίχους προβάλουν εκεί όπου ξεκουράζαμε τα κεφάλια μας. Όσο βροντά και αστράφτει, ξαπλώνω στο κρεβάτι και κάνω ένα τρελό όνειρο. Βρισκόμαστε στη Σεβίλλη και μετά στη Φεζ και μετά στο Κάπρι και ύστερα στην Αβάνα. Ταξιδεύουμε συνεχώς, όμως υπάρχουν πάντα μαζί μας βιβλία και μια γραφομηχανή και το σώμα σου βρίσκεται πάντα κοντά στο δικό μου και το βλέμμα των ματιών σου ποτέ δεν αλλάζει. Οι άνθρωποι λένε πως θα είμαστε δυστυχισμένοι, πως θα μετανιώσουμε. Όμως είμαστε ευτυχισμένοι, πάντα γελάμε και λέμε τραγούδια. Μιλάμε Ισπανικά και Γαλλικά και Αραβικά και Τουρκικά. Μας δέχονται παντού και στρώνουν στο διάβα μας λουλούδια. Λέω πως αυτό είναι ένα άγριο όνειρο – αλλά είναι ένα όνειρο που θέλω να βιώσω. Ζωή και λογοτεχνία να συνδυάζονται κι εσύ με τη χαμαιλεόντια ψυχή σου να μου δίνεις χιλιάδες αγάπες, που θα βρίσκουν καταφύγιο σε οποιαδήποτε καταιγίδα μας τύχει. www.ithaque.gr Τα πρωινά θα συνεχίζουμε από εκεί που σταματήσαμε. Ανάσταση μετά την ανάσταση. Θέλεις μια γεμάτη, πολυποίκιλη ζωή και όσο περισσότερο τη διεκδικείς, τόσο περισσότερο με ποθείς και με χρειάζεσαι. Η φωνή σου βραχνιάζει, γίνεται πιο βαθιά, τα μάτια σου πιο μαύρα, το αίμα πιο πυκνό, το κορμί γεμίζει αισθησιακή δουλικότητα και τυραννική ανάγκη. Πιο βίαιη τώρα απ” ότι πριν, συνειδητά σκληρή. Η ακόρεστη απόλαυση της εμπειρίας. 
 www.ithaque.gr