Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Εσύ, πάντα. Ντύλαν Τόμας

Ο Ντύλαν Τόμας γνώρισε την Κέιτλιν Μακναμάρα σε μια παμπ στο Λονδίνο στις αρχές του 1936 όταν ήταν και οι δυο 21 ετών. «Σ” αγαπώ
για εκατομμύρια εκατομμυρίων πράγματα, ρολόγια και βαμπίρ και βρόμικα νύχια
και μπερδεμένες ζωγραφιές και όμορφα μαλλιά και ωραία μεθύσια και έκπτωτα όνειρα..», της έγραφε. «…μπορείς να με διδάξεις να περπατάω στον αέρα, κι εγώ θα σε διδάξω να βγάζεις χαριτωμένους ήχους απ” το πιάνο δίχως διόλου μουσική· θα έχουμε ένα κρεβάτι σε κάποιο μπαρ, και δεν θα έχουμε πεντάρα τσακιστή και θα ζούμε με δανεικά κι αγύριστα από άλλους…».Tο 1937 ο Ντίλαν Τόμας παντρεύτηκε την Κέιτλιν Μακναμάρα, με την οποία έμελλε να αποκτήσει τρία παιδιά. Το 1953 σε ηλικία μόλις 39 ετών και μετά από μια τρικυμιώδη κοινή πορεία με την Κέιτλιν, πεθαίνει μόνος σε ένα ξενοδοχείο στη Νέα Υόρκη. Το παρακάτω γράμμα στάλθηκε στην Κέιτλιν από το Ισφαχάν του Ιράν το 1951, όπου είχε ταξιδέψει ο Ντίλαν Τόμας προκειμένου να γράψει ένα σενάριο για λογαριασμό μιας Εταιρείας, ως απάντηση στο δικό της γράμμα. «Μη γυρίσεις πίσω…», του έγραφε θυμωμένη. Ιανουάριος 1951 Τώρα, εξ αιτίας αυτών των ημερών, κινούμαι μ” ένα είδος άναυδης, τυφλής απόγνωσης, και η κάθε μέρα τελειώνει αργά. Τις νύχτες φοβάμαι ακόμα πιο πολύ, όταν η απελπισία καταρρέει, δεν είναι πια άναυδη και τυφλή, κι εγώ είμαι μονάχα ο εαυτός μου μέσα στο σκοτάδι. Είμαι μονάχα ολομόναχος μέσα σ” ένα δωμάτιο άγνωστο, σε μια πόλη ξένη, σε μια χώρα νυχτωμένη, δίχως προσχήματα, και κλαίω σαν τρελός. Χθες τη νύχτα σε είδα να χαμογελάς, χαρούμενη, σ” εμένα, όπως έκανες χίλια χρόνια πριν και ούρλιαξα σαν τα τσακάλια απέξω. Μετά, το πρωί, τα ίδια και πάλι: να βαδίζω, σε απόγνωση, παγωμένος, σε μιαν έρημο. Ήταν μάλιστα αληθινή έρημος, οι καμήλες απόμακρες, οι ύαινες να γελάνε. Το γράφω τούτο εδώ, ίσως το τελευταίο γράμμα, μόλις προτού πέσω στο κρεβάτι σ” ένα ξενοδοχείο γεμάτο κτήνη. Μακάρι να μην έπρεπε να πέσω στο κρεβάτι. Κανένας εδώ, σ” αυτή την κάμαρα όπου γράφω, με το ραδιόφωνο να ουρλιάζει στα περσικά, δεν μπορεί κάτι στραβό σ” εμένα να δει. Δεν είμαι μονάχα παρά ένας χοντρός ξένος που γράφει ένα γράμμα ένα όλο αγάπη, ένα όλο ευτυχία, γράμμα στη γυναίκα του «που περιμένει στο σπίτι». Χριστέ μου, και πού να ήξεραν. Πού να ήξεραν ότι η γυναίκα στην οποία γράφω δεν μ” έχει ανάγκη πια, έχει σφαλίσει την καρδιά και το κορμί της ενάντιά μου, αν και είναι η ζωή μου. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα -εσύ, πάντα- και δεν έχω καμία πρόθεση να κάνω κάτι τέτοιο… 
Dylan Thomas

 www.ithaque.gr