Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Ο κόσμος δεν ζητάει, όπως ισχυρίζεται, την αλήθεια, ζητάει να πραγματοποιηθούν οι επιθυμίες του

Ο κόσμος δεν ζητάει, όπως ισχυρίζεται, την αλήθεια, ζητάει να πραγματοποιηθούν οι επιθυμίες τουΜήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα; Τέλεια φθαρτός, δυνάμει αιώνιος...

Πριν από λίγα χρόνια, στους δρόμους των Εξαρχείων, είδα γραμμένο με σπρέι ένα γκράφιτι: Αν υπάρχει Θεός, τη βάψαμε... Δεν έλεγε ακριβώς τη βάψαμε, ήταν μια άλλη, πιο ωμή λέξη, όμως με το ίδιο νόημα.
Νομίζω πως έτσι λίγο-πολύ σκεφτόμαστε οι περισσότεροι. Πιστεύουμε σε Θεό και αγίους για την περίπτωση που υπάρχουν, όχι με τη βεβαιότητα πως υπάρχουν. Πιστεύουμε, άλλωστε επιλεκτικά. Από τις διδασκαλίες και τις πράξεις του Χριστού, επιλέγουμε εκείνα που κρίνουμε ως πιο «λογικά», ως πιθανότερα, και αυτά δεχόμαστε. Αν το συλλογιστούμε έντιμα, θα διαπιστώσουμε πως ακόμη και οι πιο κοντινοί στην Εκκλησία σκαλώνουμε κάπως στην έκβαση της Αναστάσεως. Ταυτιζόμαστε και συγκινούμαστε μέχρι δακρύων με τα περισσότερα του βίου Του και κυρίως με τη Σταύρωση Του —η Μεγάλη Πέμπτη και η Μεγάλη Παρασκευή είναι οι πιο δημοφιλείς μέρες—, όμως την Ανάσταση την παρακάμπτουμε ψυχολογικά με περίεργους ελιγμούς. Έχουμε μετατρέψει την εκτυφλωτική μαρτυρία της σε εθιμοτυπικό πανηγύρι, ευκαιρία γλεντιού και ευωχίας. Λες και η προηγούμενη νηστεία σκοπό είχε να ερεθίσει κι άλλο την υλική απόλαυση• το μεγάλο φαγοπότι του Πάσχα. Και όχι μόνο για λόγους ηδονιστικούς, σωματικούς και απερίσκεπτους, αυτό θα ήταν μια εύκολη υποψία, αλλά και από μιας άλλης κατηγορίας εκλογή.
Κάτι μέσα μας δε χωράει το μέγιστο γεγονός ότι οι νεκροί ξυπνούν, λύνουν τα λαζάρια τους και βαδίζουν έξω από τον τάφο. Ότι δεν είμαστε κτίσματα με ημερομηνία λήξεως αλλά εν δυνάμει αιώνιοι. Ότι ο θάνατος δεν είναι εκείνο που προσαρμοστήκαμε να νομίζουμε αλλά νικιέται. Ότι είναι κάτι άλλο, σαν πέρασμα, σαν αρχή, σαν άθλος, σαν ζωή. Πως ακόμη κι απ' αυτή τη ζωή μπορεί να αρχίσει ο πραγματικός θάνατος ή η πραγματική ζωή. Πως είναι τρόπος. Τρομάζουμε να αλλάξουμε συνήθειες σκέψης και πράξεων, τρομάζουμε να μάθουμε αλλιώς την ψυχή και το σώμα μας, σαν άλλης δυνατότητας ουσίες.
Κι έτσι, το ίδιο το βράδυ της Ανάστασης, αμέσως μετά το Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας [Τι φοβερή αναγγελία, αν τη δούμε ως πραγματική!] απωθούμε την πιθανότητα να είναι αυτό, εκτός από παλιός μύθος, αλήθεια που μας αφορά, και καθόμαστε στο εν αφθονία τραπέζι μας, σηκώνοντας τα ποτήρια, κι ανταλλάσσοντας την πιο μίζερη αμπελοφιλοσοφία των νοικοκυραίων: Φάγωμεν και πίωμεν αύριον γαρ αποθνήσκομεν! Γελώντας και καμαρώνοντας για το θάρρος μας να αντιμετωπίζουμε το θάνατο έτσι άνετα, έτσι λεβέντικα και κεφάτα...
Είναι αφάνταστο το τι μπορεί να περικόπτει ο άνθρωπος από μια πραγματικότητα, προκειμένου να προσαρμόσει την πραγματικότητα στη δική του περίπτωση. Στα σημεία όπου συνταιριάζονται αυτά τα δύο, «πραγματικότητα» και «εγώ», όλα βαίνουν καλούτσικα. Στα σημεία όπου δε συνταιριάζονται, θα επιλεγεί η ψευδαίσθηση του εγώ και θα κοπεί με τροχισμένο ψαλίδι η πραγματικότητα που ενοχλητικά περισσεύει. Ακόμη και η πραγματική Ανάσταση• ακόμη και η αληθινή βιογραφία των αγίων. Θα θεωρηθούν όλα τούτα καλύτερα ως μαγείες και όχι ως θαυμαστά, ως χαριτωμένα παραμύθια, και όχι ως τραχιά αποκάλυψη• το πολύ πολύ ως συμβολισμοί. Όπως λέμε, για παράδειγμα, πως η ανθισμένη αμυγδαλιά συμβολίζει την ανυπόμονη νιότη. Τη νίκη του χειμώνα, και άλλα ποιητικά δήθεν και διάφορα. Ναι, αλλά υπάρχει και η αμυγδαλιά, μπροστά σου.
Ο άνθρωπος δεν αντέχει να χάνει τις συνήθειες του. Τόσο δεν αντέχει μια τέτοια αλλαγή, που προτιμά να συντηρεί μια συνήθεια εις βάρος του, παρά να αλλάξει [αυτό είναι το νόημα της λέξης μετάνοια] και να δεχθεί μια νέα αληθινή πρόταση ζωής, υπέρ του, η οποία όμως θα τον ξεβολέψει. Σαν τους τσιγγάνους της Ρουμανίας που, μετά το μεγάλο σεισμό, το κράτος τούς παραχώρη¬σε διαμερίσματα κι εκείνοι, για να κοιμηθούν, έστηναν τη σκηνή τους μέσα στο σαλόνι.
Ακούγεται τρελό, αλλά πάρα πολλοί πιστοί του χριστιανισμού διατηρούν δυσπιστία για την Ανάσταση, στο βάθος δεν την αφομοιώνουν. Το δραματικό, συγκινητικότατο έργο των Παθών τελειώνει στο νου τους με το σπαραχτικό ξεψύχισμα του Ιησού στο Σταυρό του Γολγοθά: «Τετέλεσται!» Όντως τετέλεσται. Δακρύζουν κιόλας, πραγματικά συμπάσχουν. Ως εκεί, μάλιστα, το καταλαβαίνουν... Όλα τ' άλλα δε χωρούν στην αντίληψη τους και στις εμπειρίες τους.
Άσε που, αν αποδεχθούμε ασυζητητί και με γνήσια πίστη πως ένας νεκρός δεν τελειώνει οριστικά με το θάνατο, θα πρέπει να αναθεωρήσουμε παντελώς τη στάση ζωή μας, τον τρόπο σκέψης μας, τις συμπεριφορές μας. Θα πρέπει να έρθει ο κόσμος τα πάνω κάτω. Δείχνει πολύ κοπιαστικό και ανατρεπτικό κάτι τέτοιο, καλύτερα να παραμείνουμε στην κλάψα μας πως «Όλα τελειώνουν εδώ», «Τι είναι ο άνθρωπος, ένα τίποτα είναι», «Τι τα θες, εκεί, στο χώμα θα καταλήξουμε όλοι», «Ψέματα, ψέματα, όλα ψέματα, τίποτα δε μένει δυστυχώς», και όλα όσα κλισέ εκφράζουμε πονεμένα ο ένας στον άλλο στις κηδείες, αφού μάλιστα έχουμε ακούσει μες στο ναό την «εξήγηση» της εκπληκτικής νεκρώσιμης ακολουθίας.
Είναι αφάνταστα ισχυρό πάθος η πνευματική αδράνεια. Όσοι ασχολούνται με ψυχοθεραπείες, παρατηρούν άφωνοι — στην αρχή τουλάχιστον της σταδιοδρομίας τους — το πόσο βαριέται ή και φοβάται ένας θεραπευόμενος να αλλάξει το παραμικρό στις συμπεριφορές του, ακόμη και όταν πείθεται πως τούτη η αλλαγή θα ωφελήσει και θα εξελίξει το πρόβλημα για το οποίο ήρθε να τους βρει. Κάτι μέσα του, που η επιστήμη το αποκαλεί «αντίσταση» και η Εκκλησία «δαιμόνιο», παλεύει σθεναρά με νύχια και με δόντια εναντίον της εξέλιξης. Είναι το πιο κουραστικό, ασφυκτικά κουραστικό εμπόδιο μιας ψυχοθεραπείας. Εκεί παίζονται οι δυσκολότερες μάχες ανάμεσα στον αναλυόμενο και τον αναλυτή, τότε είναι που αρκετοί εγκαταλείπουν απ' την αρχή την ψυχοθεραπεία τους.
Απογοητευμένοι και αγανακτισμένοι ίσως, διότι ήρθαν να συναντήσουν τον αναλυτή ως λυσάρι, ως μάγο, ως καφετζού, όχι ως οδηγό, ως υποστηρικτή, συχνά σιωπηλό, στις ανασκαφές τους για αλήθειες και καθαρότητα. Αυτά που τους προτείνει ο ψυχολόγος αργούν, είναι κουραστικά, σχολαστικά, έχουν δουλειά, το χειρότερο: τους αναθέτουν ευθύνες. Το ακόμη χειρότερο: τους βάζουν να αμφισβητήσουν το ίδιο τους το πρόσωπο για το οποίο αυτοί είναι τόσο σίγουροι. Μα για να γλιτώσουν από τις ευθύνες ήρθαν και ξάπλωσαν στο ντιβάνι του. Του λένε κατά κάποιο τρόπο και με άλλα λόγια: «Ανάλαβε με, σκέψου για μένα, γίνε γονιός μου γιατί θέλω να συνεχίσω να είμαι παιδί. Αν κι εσύ ζητάς να μεγαλώσω, σε αποχαιρετώ... Να μου λείπει!»
Ο κόσμος δεν ζητάει, όπως ισχυρίζεται, την αλήθεια, ζητάει να πραγματοποιηθούν οι επιθυμίες του.
Μάρω Βαμβουνάκη, Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης, εκδόσεις Ψυχογιός, σελ. 270-275

Thessaloniki Arts and Culture http://www.thessalonikiartsandculture.gr