Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Λογοτέχνες της Κατερίνης: μια κοινότητα συγγραφέων με αναγνωρίσιμους μύθους ...του Αντώνη Κάλφα

Ο θεατρικός χώρος, γράφει ο οξυδερκής θεατρολόγος Νικηφόρος Παπανδρέου, «είναι ο τόπος της παράστασης αλλά και, ευρύτερα, τόπος για μια συγκέντρωση:
συγκέντρωση των ηθοποιών και των άλλων παραγόντων του θεάματος, συνάθροιση των θεατών, συνάντηση των μεν και των δε σε μια παροδική κοινότητα. Είναι επομένως κατεξοχήν τόπος επικοινωνίας και ανταλλαγής» (Περί θεάτρου, University Studio Press, 1989, σ. 30). Μόνο που εδώ, στη σημερινή εκδήλωση για τους 9 συγγραφείς, δεν έχουμε ένα έργο, ένα κείμενο το οποίο να αποτελεί τη σπονδυλική στήλη της παράστασης αλλά 9 διαφορετικά είδη κειμένων. Αυτό ενδέχεται να αποβεί και σε καλό: γιατί παρά τη διαφορά τους στα αφηγηματικά πρόσωπα, τους ήρωες, τους χώρους δράσης και τη γλώσσα υπάρχει νομίζω ένα βασικό κοινό χαρακτηριστικό σε όλα τα κείμενα που θα ακουστούν και τα οποία ο ευαίσθητος και καλλιεργημένος αναγνώστης θα αναγνωρίσει με ευκολία. Κι αυτό είναι η λογοτεχνική προβληματική και οι μύθοι που απασχολούν τον σημερινό άνθρωπο, κι ίσως ακόμη η προσπάθεια για την υπέρβασή τους.

Η κοινότητα αυτή των συγγραφέων, καίτοι παροδική, αφήνει ωστόσο κάτι που αξίζει διότι με όχημα τη γραφή παρακολουθούμε: την αναζήτηση του έρωτα, την κριτική στον καταναλωτισμό και την επιδειξιμανία (Ειρήνη Γκόλτσιου), την ριζοσπαστική υπεράσπιση του εαυτού μας από τις στενόκαρδες κοινωνικές συμβάσεις (Δέσποινα Καλαϊτζίδου), την ευδία και τη χαρά του ανθρωπίνως φέρεσθαι (Ξανθούλα Καραβίδα), το μήνυμα της απλής γεμάτης νόημα χριστιανικής ζωής (Φάνυ Κουντουριανού), τη διεκδίκηση της ομορφιάς του  φεγγαριού και της ουσίας των απλών πραγμάτων (Θάνος Κόσσυβας), την μελαγχολική αγάπη για τον τόπο και τις ποτάμιες διαδρομές του (Χάρης Μπικηρόπουλος), την αγάπη για τον πλούτο της γλωσσικής ποικιλίας της καθ’  ημάς Ανατολής (Ιάκωβος Παπαδόπουλος) αλλά και τον πολιτικό προβληματισμό και τα αδιέξοδα της σύγχρονης βιοπολιτικής (Γιάννης Τεκίδης).
Η μεταφορά όλων αυτών των κειμένων στον τρισδιάστατο χώρο της σκηνής, η ανάγνωσή τους, η θερμότητα των ηθοποιών όπως και η ζεστή παρουσία των θεατών μπορεί να είναι εφήμερη αλλά είναι ταυτόχρονα και ανεπανάληπτη (η λέξη με τη διπλή της σημασία: δεν επαναλαμβάνεται αλλά είναι και μοναδική ως αισθητική απόλαυση).

Η Ειρήνη Γκόλτσιου δεν έχει εκδώσει ακόμα ποιητική συλλογή αλλά μάς εξέπληξε ευχάριστα όταν πριν από δέκα περίπου χρόνια δημοσίευσε τέσσερα ποιήματά της στο καλό περιοδικό Εντευκτήριο (τ. 77, Απρίλιος-Ιούνιος 2007). Ο έρωτας (συνήθως ανεκπλήρωτος), μια πρώιμη απαισιοδοξία, ένας στοχασμός για την σύγχρονη πόλη είναι τα θέματά της. Στα τελευταία ποιήματά της (2013) εντοπίζεται επιπλέον και μια κριτική, κοινωνική διάθεση όπως στο ωραίο ποίημα «Πούρα Αβάνας», σήμα κατατεθέν όχι της φτωχής πλήν υπερήφανης Κούβας, αλλά του άλλου σημασιολογικού της ισοδύναμου, εκείνο της επίδειξης πλούτου από τις πουρολάγνες ελίτ: «Εξάλλου τούτη η αυλή είναι δικιά τους/ και τούτα τα παλούκια / επιμελώς τοποθετημένα στο κέντρο για παν / ενδεχόμενο. / «O νόμος της ζούγκλας!» / φωνάζουν καθώς περιφέρονται / με κάλπικα φωτοστέφανα  / και ογκώδη πούρα Αβάνας /  στις αλέες τους. / « Ο υπέροχος αιώνιος Νόμος της Ζούγκλας!». Στο ποίημα, κριτικής επίσης κοινωνικής συνείδησης, «Τα ζαρζαβατικά», ο επιμελής οικογενειάρχης—του οποίου η σύζυγος δεν ξέρει πώς να διαθέσει τις «πολύτιμες δυσκίνητές της ώρες»--  καταναλώνει απλώς τη βία της πραγματικότητας με μια ροπή προς το κακό: «Μυρίστηκε αίμα / και έτρεξε να παρακολουθήσει τη μάχη / -αν ήταν τυχερός και μαίνονταν ακόμη-.». Τέλος, στο ποίημα της σύγχρονης πόλης «Σύμβολο υπογείως του μετρό» η πόλη παρουσιάζεται αφιλόξενη, νευρωτική, σε κατάσταση εκτροπής: «Αυτοκίνητα / προχωρούν, σταματούν / ένα νευρωτικό τικ  / που κουβαλούν / από μια έκρυθμη εφηβεία».
Στον θεατρικό  μονόλογο «Ελένη ή Σούλα» της Δέσποινας Καλαϊτζίδου το αφηγηματικό εγώ, η Ελένη, ζει σε ένα ασφυκτικό οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον το οποίο και καταγγέλλει (καθημερινή συμπεριφορά, ηθικοί κώδικες, πολιτισμικά πρότυπα, πατριαρχική ηθική). Με λόγο σκληρό, αιχμηρό και ασθμαίνοντα, μιλά για όσα της συμβαίνουν σε έναν τόπο όπου δεν ξέρει ποιος είναι παρότι εμείς αναγνωρίζουμε τα τοπονύμια (Λάρισα, Κοκκινοπλός, Αθήνα, Θεσσαλονίκη). Έφυγε από το σπίτι της δωδεκάχρονη, παντρεύτηκε κι έμεινε χήρα στα εικοσιπέντε της. Οι άλλοι, η κοινωνία με τις ασφυκτικές της συμβάσεις και την μικροαστική ηθική της, της ζητούν να είναι καλή, σπλαχνική, με κάτασπρα δόντια, της δείχνουν όμως και την απέχθειά τους, τη βία τους, κι αυτή προσπαθεί να μείνει όρθια. Στις ρωγμές της ιστορίας επανέρχονται αρχαιόθεμα μοτίβα και ήρωες (Τροία, Ελένη, Εκάβη, Θερσίτης) τα οποία η ηρωίδα χρησιμοποιεί προκειμένου να μας δώσει τον δικό της δυστοπικό μύθο: «Φτιάξτε/ όσους μύθους θέλετε/ Οι ήρωες είναι πολλοί/ και περιμένουν στην ουρά για αθανασία/ Εγώ σας δίνω τον δικό μου πίσω/Αν ήτανε ποτέ δικός μου/ ή της Σούλας».


Σαράντα ποιήματα καταθέτει η Ξανθούλα Καραβίδα στην πρώτη και ώριμη δουλειά της (Αισθήσεις καθημερινής πεζότητας.2009). Η κυριαρχία του γυναικείου ποιητικού εγώ είναι εμφανέστατη σε όλες σχεδόν τις εκδοχές της: είτε ως μητέρας, συζύγου, νοικοκυράς, θρησκευάμενης κάποτε είτε ως υποκειμένου που χαίρεται τον έρωτα ή αναπολεί τον απόντα δεσμό. Σε κάθε περίπτωση χειρίζεται με άνεση τις τεχνικές της παρήχησης, της μεταφοράς και της προσωποποίησης,  ανατρέποντας εύστοχα καθιερωμένες γλωσσικές και ποιητικές συμβάσεις: βραδυφλεγής ραστώνη, θαλλοφόρος (παιγνιωδώς, αντί φαλλοφόρος), ευφροσύνη της οδύνης (ένας ωραίος οξύμωρος τρόπος να περιγράψεις την ποιότητα του πόνου), στο συριγμό που διασχίζει το σώμα της συγγνώμης (παρήχηση). Επί του περιεχομένου, παραμένει πιστή σε μια ποίηση που υπόσχεται τη χαρά, την ευδία, υπερασπίζεται τον ουμανισμό τού τώρα, σε μια προσπάθεια να στηρίξει τον άνθρωπο: «πάρε το φως για να κεράσεις λύχνο», «Εσύ ακόνιζε μικρές αχτίδες».
Η Φάνυ Κουντουριανού-Μανωλοπούλου, ήδη με το πρώτο της βιβλίο … Ίδε, παρρησία λαλεί… (1999) μας έδωσε σε γλώσσα απλή και σπαρακτική τον μεταπολεμικό γυναικείο κόσμο, τις σχέσεις της μητέρας με τα παιδιά της, τη διαφορετική μεταχείριση των αγοριών, τη σκληρή καθημερινή ζωή και την ανάθεση των γυναικείων εργασιών στα κορίτσια. Παράλληλα, περιέγραψε εκ των έσω και τα βιώματα των ίδιων των κοριτσιών, την εμπειρία για παράδειγμα του αποκλεισμού από την εκπαίδευση, από το σχολείο, από τη γνώση. Στο μικρό διήγημα «Η ευχή» η Φάνυ Κουντουριανού επανέρχεται στα αγαπημένα της θέματα: την πίστη και την αναζήτηση ενός καλύτερου κόσμου και ίσως, γιατί όχι, την κατάκτηση του παραδείσου. Η αφήγηση της ζωής του Χριστού, όπως διαδόθηκε ως κοινωνική αναπαράσταση, είχε άμεση απήχηση, πρωτίστως, στα λαϊκότερα στρώματα της αυτοκρατορίας λόγω της έμφασης στην απλότητα, στην εν δυνάμει δυνατότητα της φτώχιας να αναδείξει την ποιότητα του ανθρώπου, λόγω της περιφρόνηση των υλικών αγαθώνκαι της εγκόσμιας εξουσίας της των υλικών αγαθών και της εγκόσμιας εξουσίας, της ταπεινότητας, του μηνύματος της αγάπης, της αδελφότητας και της ισότητας. Ο ήρωάς της, παιδί μιας οικογένειας φιλόθρησκης και ευγενικής, καταφέρνει, χάρη στην ευχή της μητέρας του την ώρα της βάπτισης, να γίνει όχι μόνο ένας φιλομαθής μαθητής και άριστος γιος, αλλά να προκόψει, να σπουδάσει σε μια ιερατική σχολή και τελικά, να γίνει μητροπολίτης. Με τα λόγια της καταληκτικής παραγράφου: «Όταν χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος σε μια πολύ φορτισμένη συγκινησιακά στιγμή, η μητέρα του, λευκασμένη πια, τον αγκάλιασε δακρυσμένη, του φίλησε το χέρι και του είπε απαλά : «εγώ ήθελα να γίνεις ένας απλός παπάς. Αλλά ο Θεός είχε πιο μεγάλα σχέδια για σένα. Ν’ ανοίγεις δρόμο στους ανθρώπους για τον Παράδεισο».
Ο Θάνος Κόσσυβας, ένας λυρικός ρομαντικός, περιγράφει με λιτούς στίχους τη σύγχρονη δυστοπία, το αρνητικό τοπίο ενός κόσμου στον οποίο δεν υπάρχει φως και η φύση μετατρέπεται σε «μια κραυγή σε σφραγισμένο πηγάδι». Οι άνθρωποι του Κόσσυβα αναζητούν τη χαρά και την ομορφιά της ζωής, την ομορφιά του φεγγαριού και την ουσία των απλών πραγμάτων. Στο ποίημα «Ο κήπος», στο κλίμα του  συμβολισμού των ποιητών του μεσοπολέμου, αυτοσυστήνεται ως εκείνος που δεν ζει στον υπάρχοντα κόσμο αλλά σε έναν κήπο, συστατικά στοιχεία του οποίου είναι τα καθαρά νερά, οι ανεμώνες και τα κρίνα, ο ουρανός και τα ποτάμια.

Ο ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Θεοχάρης Μπικηρόπουλος εμφανίστηκε στα γράμματα στα 1992 με τη συλλογή 72 ποιημάτων Κάτι στιγμές... για να μας δώσει μια δεκαετία αργότερα το βιβλίο του Ο κήπος με τα ρόμπολα (2003). Ακολούθησαν οι "Αλκυονίδες Νύχτες", "Οδυσσέα μη γυρίσεις στην Ιθάκη", "Οι έρωτες της Ενδορφίνης" στην Ιταλία και ετοιμάζεται η συλλογή ΧαΪκού "Ορφέας και Λειβηθρίδες". Επίσης κυκλοφόρησε η τριλογία "Κρίσεις επιΚρίσεων", θεατρικά με επίκεντρο τις κρίσεις στην οικονομική, πολιτική, κοινωνική ζωή αλλά και στις διαπροσωπικές σχέσεις.
Ο Μπικηρόπουλος είναι παιδί της πόλης, δραστήριο μέλος της ζωής της, αγαπά τον τόπο του, τη φύση, την Κατερίνη και τα αδιέξοδά της. Στο ποίημα «Εξομολογητήριον» σχολιάζει με τον τρόπο του σύγχρονες πλευρές της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης εξ αφορμής της επίσκεψής του σε ένα καφενείο συνοικιακό. Θα χρειαστούμε πολύ δρόμο, γράφει για να «βγούμε από τη χαράδρα της υπακοής στο ξέφωτο της αντίστασης». Στο «Λεύκος ποταμός» διατρέχει την Πιερία και την μικροϊστορία της μέσα από τις σημερινές χρήσεις τής ποτάμιας διαδρομής του Πέλεκα: μικροί τσιγγάνοι, παρέες με ποδήλατα, ερωτευμένα ζευγάρια, ρακοσυλλέκτες, αλουμίνια και παλιοσίδερα στριμώχνονται κάτω από ένα αδιάφορο φεγγάρι.

Ο Ιάκωβος Παπαδόπουλος συγκαταλέγεται στον κατάλογο του Υπουργείου Παιδείας του κρατιδίου του Αμβούργου για αναγνώσεις συγγραφέων σε γερμανικά σχολεία, είναι μέλος του Λογοτεχνικού Κέντρου Γερμανών Συγγραφέων του Αμβούργου και του Συνδικάτου Γερμανών Συγγραφέων στην ΟΔΓ ενώ το 1989 βραβεύτηκε σε ποιητικό διαγωνισμό του Περιοδικού DIE BRUECKE που διεξήχθη ανάμεσα σε 250 ποιητές των γερμανόγλωσων χωρών. To 1998 του απονεμήθηκε έπαινος από την Γυναικεία Συντροφιά για το μυθιστόρημα για παιδιά και μεγάλους «Τα χρόνια που δεν μίλησαν» (εκδόσεις Παρατηρητής). Άνθρωπος με λαϊκές ρίζες και αίσθηση του κοινωνικού πόνου συμμετέχει στην εκδήλωση με ένα απόσπασμα από το έμμετρο,  πολύστιχο, παραδοσιακό συνθετικό ποίημα  «Ποντιακή τριλογία» (ο ίδιος το προσδιορίζει ως επικό δράμα) και το οποίο είναι γραμμένο το 1996. Στο έργο αυτό και στο πρόσωπο της τραγικής μητέρας του αγωνιστή καπετάνιου Σοφίας,  θεματοποιείται  το δράμα του ποντιακού ελληνισμού. Ο χρόνος δράσης είναι τα χρόνια της τουργοκρατίας, λίγο μετά την άλωση της Τραπεζούντας (1461) ενώ ο τόπος της δράσης προσδιορίζεται στα ορεινά του χωριού Γαλίαινα, κοντά στην Τραπεζούντα. Τα άλλα πρόσωπα του έργου: Καπετάν Γιάννες (γιος, αρχηγός ομάδας ποντίων ανταρτών) και ο Γέρον (μορφή της ιστορίας).
Με τον λαϊκό άνθρωπο και τον κόσμο του ασχολείται ο διηγηματογράφος Γιάννης Τεκίδης. Τα δύο μέχρι τώρα βιβλία του Γιάννη Τεκίδη με απλά λογοτεχνικά μέσα, με όπλο τη συγκίνηση και τον προφορικό λαϊκό λόγο, την ισορροπημένη οργάνωση των ιστοριών μιλούν για τον κόσμο των απόκληρων. Τον απασχολούν πέρα από τη μετανάστευση και ο κόσμος των ναρκωτικών. Από την άλλη ωστόσο, σε γλώσσα εξαντλητικά καθημερινή και απλή, εξιστορούνται και οι προσπάθειες για την υπέρβαση των ποικίλων αντιξοοτήτων, επισημαίνεται η δύναμη της φιλίας και της ανθρώπινης ζεστασιάς, η λυτρωτική παρουσία της γυναικείας φύσης και ο έρωτας.  Ο Γιάννης Τεκίδης ασχολήθηκε για πολλά χρόνια επαγγελματικά με τον χώρο των απλών ανθρώπων, βιοπαλαιστών και εργαζομένων. Γνωρίζει αυτόν τον κόσμο, τον τρόπο οργάνωσης, τις πολιτικές και συνδικαλιστικές πρακτικές τους, τους κόπους τους για ένα καλύτερο μέλλον. Στο λίαν ενδιαφέρον πολιτικό διήγημα «Η ομολογία» πυρήνας του έργου είναι οι τύψεις ενός ανθρώπου, ο οποίος στα χρόνια της χούντας και θυμωμένος από το καθεστώς των διακρίσεων και του κυνηγητού, αποφασίζει να βάλει μαζί με τον φίλο του, βόμβα στο κτίριο της πόλης τους. Κατά κακή τους τύχη, δύο περαστικοί, ένας ρακοσυλλέκτης και το παιδί του, βρίσκονται κοντά στο σημείο της έκρηξης με αποτέλεσμα να σκοτωθεί η μικρή. Δεκαπέντε χρόνια μετά είναι και οι δύο επιτυχημένοι τόσο ως οικογενειάρχες όσο και ως επαγγελματίες. Ωστόσο, οι ενοχές, οι τύψεις για το συμβάν και το ιδιαίτερα αναπτυγμένο αίσθημα δικαιοσύνης, οδηγούν τον έναν εκ των δύο παιδικών φίλων, τον Αντώνη, στην αυτοχειρία. Δικαιοσύνη.


[Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στην εκδήλωση που οργάνωσε το Θέατρο Πήγασος με τίτλο  «8+1 λογοτέχνες της Κατερίνης διαβάζουν ανέκδοτα κείμενά τους», Τετάρτη 14.12.2016. Τους φίλους θερμούς θεατές, τους φίλους λογοτέχνες και τα μέλη του θιάσου—ιδιαιτέρως τον Γιώργο Μπαλιάκα—ευχαριστώ από καρδιάς και από αυτήν τη θέση]
FOTO:ΣΤΕΛΛΑ ΤΖΙΤΖΙΛΗ-Θεοχάρης Μπικηρόπουλος