Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Τετρακόσια χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη

Δύο δεκαετίες (1939-1958), τετρακόσια χρονογραφήματα. Αυτό είναι το περιεχόμενο του τόμου «Αττικά», που κυκλοφόρησε πρόσφατα με κείμενα

του Κώστα Βάρναλη από τις εκδόσεις Αρχείο σε επιμέλεια του συγγραφέα Νίκου Σαραντάκου. 

Γιατί, όμως, «Αττικά»; Όπως λέει ο επιμελητής στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο Βάρναλης μιλάει στα χρονογραφήματά του για την Αθήνα του 1940, αλλά και για μιαν άλλη Αθήνα, την Αθήνα των παιδικών του χρόνων, όταν φτάνει στην πόλη από τη Βουλγαρία, το 1905: «Κάνει συγκρίσεις ανάμεσα στις δύο Αθήνες, όπως κι εμείς έχουμε την ευκαιρία να συγκρίνουμε τη σημερινή Αθήνα με τις δύο δικές του». 

Δεν πρόκειται, ωστόσο, μόνο για την πρωτεύουσα, αλλά και για τις εξοχές της: «Ο Βάρναλης ήταν μανιώδης εκδρομέας. Ο ίδιος περπατούσε πολύ, όπως όλοι οι παλαιότεροι. Δεν το είχε τίποτε να πεταχτεί μέχρι το Μενίδι ή την Πεντέλη με τα πόδια. Στα χρονογραφήματά του αναφέρεται συχνά σε φίλους του που κατάπιναν χιλιόμετρα. Και γράφει όχι μόνο για τον Σαρωνικό, όπου παραθέριζε, για την Αίγινα, το Αγκίστρι, την Πάχη και τα Μέγαρα (εκεί διετέλεσε σχολάρχης), αλλά και για τον Ωρωπό και τον Κάλαμο».

Θα μπορούσαμε με βάση όλα τα παραπάνω να ονομάσουμε τον Βάρναλη αθηναιογράφο; «Μα, βέβαια, συνομιλεί, άλλωστε, συστηματικά με την παράδοση της αθηναιογραφίας. Τον απασχολεί οτιδήποτε έχει σχέση με την πόλη: η ιστορία της, τα κτίρια και η πολεοδομία της, η καθημερινή ζωή, οι θαλασσινές εξορμήσεις, ο καιρός, οι φοινικιές, που δεν τις χωνεύει, τα καινούργια επαγγέλματα, ακόμα κι οι γάτες και τα σκυλιά, που πλήττονται στη δεκαετία του 1950 από τη λύσσα. Κάνει επίσης πολλές παρατηρήσεις για τα πάρκα και τον Βασιλικό Κήπο. Έμενε στη Δημοχάρους, στο Κολωνάκι, και κατεβαίνοντας στο κέντρο για τις δουλειές του περνούσε από τον Κήπο επί καθημερινής βάσεως». 

Πώς ακριβώς υπηρετεί ο Βάρναλης το χρονογράφημα ως είδος; «Το χρονογράφημα είναι ο ορισμός του εφήμερου», τονίζει ο Ν. Σαραντάκος: «Στη δημοσιογραφία και στις εφημερίδες ο Βάρναλης στράφηκε μετά το 1926, όταν απομακρύνθηκε από την εκπαίδευση λόγω του μεταρρυθμιστικού πνεύματος που σηματοδότησαν τα "Μαρασλειακά". Με την πάροδο του χρόνου, εντούτοις, το πάρεργο έγινε έργο και ο Βάρναλης κατέληξε να συνταξιοδοτηθεί ως δημοσιογράφος. 

Οι εφημερίδες, πάντως, μοιάζει να ανέστειλαν το λογοτεχνικό του έργο. Έτσι διοχέτευσε στο χρονογράφημα τις δημιουργικές του δυνατότητες, κάτι το οποίο δίνει σήμερα σε αυτά τα κείμενα ξεχωριστή σημασία. Κι αν τα βάλουμε κάτω, θα καταλάβουμε αμέσως το γιατί: γερή φιλολογική εξάρτυση, παραθέματα από μνήμης, ενσωμάτωση ποιημάτων δικών του (δεν ήθελε να τα αποκαλύπτει) και άλλων, ευρυμάθεια».

Και η απήχηση; Τι απήχηση είχαν στην εποχή τους τα χρονογραφήματα του Βάρναλη; «Διαβάζονταν από πολύ κόσμο. Ανταποκρίνονταν τόσο οι απλοί αναγνώστες όσο και οι λόγιοι. Προκαλούσαν και πολλές αντιπαραθέσεις (στο αρχείο του θα βρούμε αρκετές εξοργισμένες επιστολές). 

Χαρακτηριστική είναι η σύγκρουση με τον αρχιτέκτονα Κώστα Μπίρη, με τον οποίο Βάρναλης διαφωνούσε για τις φοινικιές (πάλι οι φοινικιές). Οι φοινικιές δεν ταίριαζαν κατά τη γνώμη του με το νεοκλασικό στυλ της Αθήνας». 

Και τι απήχηση μπορεί να έχουν στους σημερινούς αναγνώστες τα χρονογραφήματα του Βάρναλη; «Κάθε αναγνώστης θα αντιδράσει διαφορετικά. 'Αλλος θα βρει τον έξοχο τεχνίτη του λόγου, άλλος θα ανακαλύψει ξεχασμένα ή αγνώριστα αστικά τοπία, ένας τρίτος θα κινητοποιηθεί να γνωρίσει πιο προσωπικά τον ποιητή, μέσα από τις συμπάθειες και τις αντιπάθειές του, άλλος θα νοιαστεί να ψάξει τις λογοτεχνικές του αναφορές. Όλα αυτά είναι, όμως, που κάνουν το χρονογράφημα σπουδαίο είδος - αρκεί να πέσει στα χέρια του κατάλληλου ανθρώπου, ο οποίος θα το μετατρέψει από εφήμερο σε διαχρονικό».

Διασώζουν τα χρονογραφήματα του Βάρναλη το χιούμορ, τη σάτιρα και την παραδοξολογία, όπως τα ξέρουμε από το λογοτεχνικό του έργο; «Τα χρονογραφήματα της Κατοχής έχουν περισσότερο κέφι, στα μεταπολεμικά θα διακρίνουμε έναν Βάρναλη επιθετικό, δηκτικό και εντελώς αρνητικό. Εύλογο, βέβαια. Στην Κατοχή οτιδήποτε κι αν έγραφε κανείς μπορούσε να αποδειχθεί επικίνδυνο - κάτω από αυτές τις συνθήκες εξάλλου αποφάσισε ο ποιητής να επιστρατεύσει το χιούμορ και την παραδοξολογία του».

Εκδοτικά δεν έχουμε τελειώσει με τον χρονογράφο Βάρναλη. Επίκεινται κι άλλοι τόμοι: «Τα χρονογραφήματά του (δημοσιευμένα προπολεμικά στην ''Πρωία'' και μεταπολεμικά στον ''Προοδευτικό Φιλελεύθερο'', την ''Προοδευτική Αλλαγή'' και την ''Αυγή'', φτάνουν τις 3.500 και δύσκολα κάνει καρδιά στις εκδόσεις Αρχείο και σ' εμένα να αφήσουμε κάποια απέξω. Μια πρώτη κατάταξη όσων θα ακολουθούσουν είναι τα χρονογραφήματα της ταβέρνας και του καφενείου, τα χρονογραφήματα του αστυνομικού δελτίου, αλλά και τα γλωσσικά και τα φιλολογικά χρονογραφήματα, με λογοτεχνικά πορτρέτα και μνημόσυνα, με κρίσεις για βιβλία και με πάμπολλες προσωπικές αναμνήσεις». 
 
 Β. Χατζηβασιλείου (ΑΜΠΕ)