Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Pablo Neruda: Estravagario

nerouda1Για
ν’ ανεβείς
στον
ουρανό
χρειάζονται
δυο φτερά.
ένα βιολί

και κάτι πράγματα
που δε μετριούνται, που δεν έχουν όνομα,
πιστοποιητικά ματιού που πάει μακριά και αργά,
επιγραφή στα νύχια της αμυγδαλιάς,
τίτλοι της πρωινής χλόης.

«Η χρονιά του Εστραβαγάριο (= Παραδοξολόγιο, 1958) ήταν χρονιά του ερωτευμένου ζευγαριού Νερούδα – Ματίλντε και χρονιά λογοτεχνικών μαχών κατά του Νερούδα που ευχαρίστως οι πνευματικοί αντίπαλοί του θα ρίχναν στον Καιάδα. Αληθινό δηλαδή γρονθοκόπημα των πολλών φίλων με τους λίγους αλλά φανατικούς εχθρούς του»[1]
ΖΗΤΑΩ ΣΙΩΠΗ
Τώρα να μ’ αφήνατε ήσυχον,
Τώρα συνηθίστε χωρίς εμένα.
Τώρα θα κλείσω τα μάτια.
Και μόνο θέλω πέντε πράγματα,
πέντε ρίζες προτιμάω.
Η μια είναι ο έρωτας δίχως τέλος.
Το δεύτερο είναι να βλέπω το φθινόπωρο.
Δεν μπορώ να είμαι χωρίς τα φύλλα
να πετάνε και να γυρνάνε ξανά στη γη.
Το τρίτο είναι ο βαρύς χειμώνας,
η βροχή που αγάπησα, το χάδι
της φωτιάς μες το άγριο κρύο του δάσους.
Τέταρτο έρχεται το καλοκαίρι
σαν καρπούζι στρογγυλό.
Το πέμπτο πράγμα είναι τα μάτια σου
Ματίλντε μου, πολυαγαπημένη,
δε θέλω να κοιμάμαι χωρίς τα μάτια σου,
δε θέλω να είμαι αν εσύ δε με κοιτάς
εγώ αλλάζω άνοιξη
μόνο γιατί με βλέπεις εσύ.
Φίλοι, αυτά είναι τα όσα θέλω.
Είναι σχεδόν τίποτα και σχεδόν όλα.
Τώρα, αν θέλετε, πηγαίνετε.
Έχω ζήσει τόσο που κάποια μέρα
θα πρέπει αναγκαστικά να με ξεχάσετε
σβήνοντας με από το χάρτη
υπήρξε ατέρμονη η καρδιά μου.
Όμως, επειδή ζητάω σιωπή,
μη νομίσετε πως θα πεθάνω
μου συμβαίνει εντελώς το αντίθετο
συμβαίνει πως πρόκειται να βιωθώ.
Συμβαίνει πως είμαι και ότι συνεχίζω.
Όχι για τίποτα άλλο, αλλά γιατί μέσα μου
θα βλαστήσουν δημητριακά,
πρώτα οι σπόροι που σκίζουνε
το χώμα για να δούνε το φως,
όμως η μάνα γη είναι σκοτεινή
και μέσα μου είμαι σκοτεινός
είμαι σαν πηγάδι που μέσα στα νερά του
αφήνει τ’ αστέρια της η νύχτα
και συνεχίζει στον κάμπο μοναχή.
Είναι γιατί έχω ζήσει τόσο
που θέλω να ζήσω άλλο τόσο.
Ποτέ δεν ένιωσα έτσι ηχηρός
ποτέ δεν είχα τόσα φιλιά.
Τώρα, όπως πάντα, είναι νωρίς.
Πετάει το φως με τις μέλισσές του.
Αφήστε με μόνο μου με την ημέρα.
Ζητάω την άδεια για να γεννηθώ.
Ο Πάμπλο Νερούδα και η Δανάη Στρατηγοπούλου
Ο Πάμπλο Νερούδα και η Δανάη Στρατηγοπούλου
«Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Νερούδα μού ζήτησε να μεταφέρω ελληνικά το Εστραβαγάριό του, αφού κοιτάχτηκε με παράξενη χαρά με τη Ματίλντε, με την οποία ξεφώνισαν σχεδόν μαζί: «Ελ Εστραβαγάριο, νατουραλμέντε!!!» ( Το Εστραβαγάριο, φυσικά).
Ούτε είναι τυχαίο το γεγονός ότι το αφιερώνω στο μεγάλο της ποίησής μας, το Γιάννη Ρίτσο. Το Εστραβαγάριο είναι λεπταίσθητα και βαθύνοα λυρικό – χιουμοριστικό, σα να’ ρχεται από κλίματα σαν το δικό μας και όταν το’ γραψε σα να ένιωθε πολύ Έλληνας όλων των εποχών.
Είναι βιβλίο δύσπεπτο για ανθρώπους λιγώτερο θρεμμένους με αισθητικές και πνευματικότητες πολύ διυλισμένες, για ανθρώπους που δεν έχουν δημιουργήσει το Διάλογο, όπως η Σωκρατική σκέψη, το πιπέρι όπως ο Αριστοφάνης, τα βέλη και τους εξορκισμούς σαν το Λασκαράτο ή το Ροΐδη, τη σύλληψη αποχρώσεων και τη διεισδυτικότητα σαν τον Καβάφη. Είπα «Διάλογο», γιατί ο Νερούδα μιλάει, αλλά μιλώντας μόνος κάνει διάλογο, καλεί και προσκαλεί διάλογο, νιώθεις πως είναι παρέα με όλους και πως λέει και συνάμα πως «τα λένε». Όσο για την αφιέρωση στο Ρίτσο, από το 1966, που γύρισα από τη Χιλή την πρώτη φορά, έγραψα για τα σημεία που συνδέουν τα ονόματα των δύο ποιητών. Και ο ένας και ο άλλος, θαυμάζουν ο ένας τον άλλον. Ο Νερούδα μπορώ να πω πως είναι παθιασμένος με την ποίηση του Ρίτσου. Τότε, μου είχε πει: «Εσείς εκεί πέρα έχετε έναν μεγάλο ποιητή, που τον λένε Γιάννη Ρίτσο». Του απάντησα πως ναι, πως είμαστε φίλοι από πολύ νέοι, σχεδόν έφηβοι, και πως κάναμε πολύωρους περιπάτους στον Εθνικό Κήπο μιλώντας – εκείνος – για ποίηση και θαυμάζοντας –εγώ – τα λόγια του και την απαράμιλλη ωραιότητά του. Ο Νερούδα εντυπωσιάστηκε και συνέχισε: «Μου έχει γράψει και έναν ποιητικό χαιρετισμό!» και μου έδειξε χαρούμενος το βιβλίο – αφιέρωμα στα 60 του χρόνια, όπου υπήρχε το περίφημο τραγούδι του Ρίτσου. Όταν έδωσα, θυμάμαι, το νέο σε συνέντευξη στην «Αυγή», ο Ρίτσος που το έμαθε, με ξύπνησε απ’ τα χαράματα, ίδια χαρούμενος με τον Νερούδα, και με ρώταγε πού είναι το βιβλίο, γιατί είχε στείλει το ποίημα και δεν είχε ιδέα τι είχε απογίνει, ώσπου έμαθε από μένα την ιστορία αυτού του θρυλικού πια τραγουδιού, που πιάνει στο βιβλίο 21 σελίδες και που βρίσκεται τώρα ολόκληρο καλλιγραφημένο από τον ίδιο το Ρίτσο στον τρίτο τόμο του Κάντο Χενεράλ μου (Γενικό Άσμα). Τελικά ο Γιάννης με κατάφερε και του έδωσα το δικό μου βιβλίο–
«Αουρόρα» το λένε – και εγώ με χίλια βάσανα κατάφερα να βρω άλλο. Από τότε, κάθε φορά που σκέφτομαι Εστραβαγάριο, σκέφτομαι Ρίτσο και Νερούδα μαζί.
Ένα δείγμα της αγάπης του Νερούδα για το Ρίτσο είναι η εντολή – σχεδόν διαταγή, θα΄λεγα – του ποιητή στον εκπληκτικό Νεοελληνιστή Μιγέλ Καστίγιο Ντιντιέ, να ετοιμάσει ένα μεγάλο τόμο Ρίτσου και να κάνω εγώ την επιμέλεια της γλώσσας. Το βιβλίο ετοιμάστηκε μεν, πολλά όμως έγιναν στο μεταξύ, και μπορεί ένα από τα παράπονα που πήρε μαζί του ο Βάρδος της Ειρήνης και της Αγάπης, να’ ναι που δε χάρηκε το βιβλίο του Ρίτσου, που τόσο ποθούσε.
Τα σχόλιά μου θα τα συνεχίσω σε επόμενο βιβλίο, γιατί τώρα τελευταία οι συγκινήσεις με κάνουν να μην μπορώ να συνεχίζω.
Δανάη Στρατηγοπούλου
Αθήνα, 1973 -1983»[2]
ΠΑΕΙ Η ΠΟΛΗ
Πώς πηγαίνει το ρολόι χωρίς να βιάζεται
τρώγοντας με τέτοια σιγουριά τα χρόνια;
οι μέρες είναι μικρά περαστικά σταφύλια,
οι μήνες ξεθωριάζουνε ξεκρεμασμένοι
από το χρόνο.
Φεύγει, φεύγει η στιγμή προς τα πίσω,
χτυπημένη
απ’ το πιο αμετακίνητο πυροβολικό
και ξαφνικά μας μένει ένας χρόνος για να του
δίνουμε,
ένας μήνας, μια ημέρα, και φτάνει ο θάνατος
στο καλαντάρι.
Κανείς δεν μπόρεσε να σταματήσει το νερό
που τρέχει,
δε στάθηκε ούτε μ’ αγάπη ούτε με σκέψη,
συνέχισε, συνέχισε να τρέχει ανάμεσα στον ήλιο
και στα όντα
και μας εσκότωσε με το περιστροφικό του
πέρασμα.
Ώσπου στο τέλος πέφτουμε μέσα στο χρόνο
τέζα
και μας παίρνει, και φύγαμε κιόλας, νεκρούς
σωριασμένους, χωρίς ύπαρξη,
μη όντας πια ούτε σκιά,
ούτε σκόνη, ούτε λέξη, και κει σταματάνε όλα
και στην πολιτεία που μέσα της
δε θα ζήσουμε πια
μείναν άδεια τα ρούχα και η αλαζονεία.
ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΤΡΑΠΕΖΟΜΑΝΤΗΛΟ
Όταν φώναξαν για φαΐ
ορμήσαν οι τύραννοι
και οι περαστικές κοκότες τους,
και ήταν ωραίο να τις βλέπεις να περνάνε
σα σφήκες με θρεμμένο μπούστο,
ακολουθούμενες από κείνους τους χλωμούς
και δύστυχους δημόσιους τίγρεις.
Τη μαύρη μερίδα το ψωμί του
έφαγε ο αγρότης στον αγρό,
ήτανε μόνος του κι ήταν αργά,
ήταν τριγυρισμένος από στάρι,
μα δεν είχε άλλο ψωμί.
Το’ φαγε με δόντια σκληρά
κοιτώντας το με μάτια σκληρά.
Τη γαλάζια ώρα για το μεσημεριάτικο φαΐ
την ανυπόμονη ώρα του ψητού,
ο ποιητής παρατάει τη λύρα του,
παίρνει το μαχαίρι, το πηρούνι
και βάζει το ποτήρι του στο τραπέζι.
Οι ψαράδες τρέχουνε
στη μικρή θάλασσα της σουπιέρας.
Οι πατάτες, καφτές, διαμαρτύρονται
ανάμεσα στις γλώσσες του λαδιού.
Έχει χρυσίσει το αρνάκι στη θράκα
και ξεγδύνεται το κρεμύδι.
Είναι θλιβερό να τρως με φράκο
είναι σα να τρως σ’ ένα φέρετρο,
αλλά και να τρως σε μοναστήρια
είναι σα να τρως κιόλας κάτω απ’ τη γη.
Είναι πολύ πικρό να τρως μονάχος,
μα το να μην τρως είναι βαθύ,
είναι κούφιο, είναι πρασινίλα, έχει αγκάθια
σαν αλυσίδα από αγκίστρια
που πέφτει απ’ την καρδιά
και σε γαντζώνει από μέσα.
Να πεινάς είναι σαν τανάλιες,
είναι το πώς δαγκώνουνε οι καβουρομάνες,
καίει, καίει, χωρίς να υπάρχει φωτιά,
η πείνα είναι κρύα πυρκαγιά.
Ας καθήσουμε αμέσως να φάμε
μ’ όλους όσους δεν έχουνε φάει
ας απλώσουμε τα πλατιά τραπεζομάντηλα,
το αλάτι στις λίμνες του κόσμου,
ψωμάδικα του πλανήτη,
τραπέζια με φράουλες στον πάγο,
κι ένα πιάτο σαν το φεγγάρι
όπου όλοι θα φάμε το μεσημεριανό μας.
Για την ώρα δε ζητάω άλλο
απ’ τη δικαιοσύνη του μεσημεριάτικου
φαγιού.
Δανάης Στρατηγοπούλου, Νερούδα, τ. 7, Εκδόσεις Άλμπατρος (χωρίς χρονολογία)

[1] απόσπασμα από τα προλεγόμενα της μεταφράστριας
[2] Γύρω από το Ρίτσο(1966)
http://atexnos.gr/