Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Σοπενχάουερ: οι 3 κατηγορίες ευτυχίας

Σοπενχάουερ: οι 3 κατηγορίες ευτυχίαςΕίναι φρονιμότερο να μεριμνά κανείς για την διατήρηση της υγείας του και την καλλιέργεια των χαρισμάτων του
απ’ ότι για την απόκτηση πλούτου 

Από τούτα, γίνεται σαφές πόσο πολύ εξαρτάται ή ευτυχία μας από το τι είμαστε, από την ατομικότητα μας, ενώ, αντίθετα, αυτό πού συνήθως υπολογίζει κανείς είναι μόνον ή μοίρα μας, το τι έχουμε ή το τι θεωρούμαστε κοινωνικά.
Όμως, ή μοίρα μπορεί να βελτιωθεί· επιπλέον, όταν υπάρχει εσωτερικός πλούτος, τότε, ασφαλώς, δεν απαιτεί κανείς πολλά απ’ αυτήν. Αντίθετα, ένας ηλίθιος είναι πάντοτε ένας ηλίθιος, ένα ξύλο απελέκητο παραμένει ξύλο απελέκητο μέχρι το τέλος της ζωής του, και ας βρίσκεται στον παράδεισο ανάμεσα στα ουρί.
Για τον λόγο αυτό λέγει o Goethe:
Λαός, δούλος και ριζοσπάστης,
όλοι πάντοτ’ ομολογούν, πώς των θνητών υπέρτατη ευτυχία
η προσωπικότητα μόνον είναι
Το ότι ή υποκειμενική πλευρά είναι για την ευτυχία και την τέρψη μας κατά πολύ ουσιαστικότερη από την αντικειμενική επιβεβαιώνεται παντού: από το ότι ή πείνα είναι ό καλύτερος μάγειρας και το ότι ό γέροντας κοιτάζει με αδιαφορία την θεά του έφηβου, μέχρι και τα ύψη του βίου του μεγαλοφυούς ή του άγιου. Ή υγεία, ιδίως, υπερτερεί των λοιπών εξωτερικών αγαθών σε τέτοιο βαθμό ώστε, όντως, ένας υγιής επαίτης να είναι ευτυχέστερος απ’ ότι ένας ασθενής βασιλέας.
Μία ήρεμη κι ευφρόσυνη ιδιοσυγκρασία που γεννάται από την πλήρη υγεία και την επιτυχή διάπλαση, μια διαυγής, ζωηρή, διεισδυτική και με ορθή αντίληψη διάνοια, μία μετρημένη και ήπια βούληση και, συνεπώς, μία ήσυχη ηθική συνείδηση – όλα τούτα είναι προτερήματα που δεν μπορούν ν’ αντικατασταθούν ούτε από πλούτη ούτε από αξιώματα – διότι ότι είναι κανείς, ότι τον συνοδεύει όταν είναι μόνος του και ότι ουδείς μπορεί να του δώσει ή να του πάρει είναι προφανώς γι’ αυτόν ουσιαστικότερο απ’ ότι και αν κατέχει ή αντιπροσωπεύει στα μάτια άλλων.
‘Ένας άνθρωπος προικισμένος με οξύ πνεύμα, ακόμη και σε απόλυτη μοναξιά, ψυχαγωγείται θαυμάσια από την δική του σκέψη και φαντασία, ενώ, αντίθετα, το άτονο πνεύμα δεν το προστατεύουν από την μαρτυρική ανία ούτε ή ψυχαγωγία των κοινωνικών δεξιώσεων, των θεατρικών παραστάσεων, των εκδρομών και των διασκεδάσεων.
Ένας καλός, μετρημένος, ήπιος χαρακτήρας μπορεί να είναι ικανοποιημένος σε πενιχρές συνθήκες, ενώ, αντίθετα, ένας άπληστος, φθονερός και κακόβουλος δεν βρίσκει Ικανοποίηση όσο μεγάλος και αν είναι ό πλούτος του. Μόνο, όμως, για εκείνον που χαίρει διαρκώς μιας έκτακτης, πνευματικά εξέχουσας ατομικότητας είναι πραγματικά περιττές, μάλιστα ενοχλητικές και φορτικές, οι περισσότερες απολαύσεις που αποτελούν αντικείμενο γενικής επιδίωξης. Για τον λόγο αυτό γράφει ό Οράτιος σχετικά με τον εαυτό του:
Πολύτιμοι λίθοι, μάρμαρα, κοσμήματα από ελεφαντόδοντο, αγαλματίδια τυρρηνικά, πίνακες,
ασήμι, ενδύματα βαμμένα με γατουλικές βαφές,
υπάρχουν άνθρωποι που τα στερούνται, υπάρχει δε κι εκείνος που δεν κόπτεται γι’ αυτά.
Οράτιος, «Επιστολές» Β’, 2, 180.
και αναφώνησε ό Σωκράτης, βλέποντας τα εκτιθέμενα προς πώληση είδη πολυτελείας: «μα πόσα πολλά πράγματα υπάρχουν που δεν χρειάζομαι!».
Συνεπώς, για την ευτυχία του βίου μας, το τι είμαστε, η προσωπικότητα, συνιστά σε κάθε περίπτωση το πρώτιστο και πλέον ουσιαστικό, τούτο δε και μόνο λόγιο του ότι είναι στοιχείο μόνιμο κι ενεργό σ’ όλες τις περιστάσεις.
Επιπλέον, και σε αντίθεση με τα αγαθά των δυο λοιπών κατηγοριών, δεν υπόκειται στις βουλές της τύχης και δεν μπορεί κανείς να μάς το αποσπάσει- στο μέτρο αυτό, ή αξία του μπορεί να χαρακτηριστεί ως απόλυτη, κατ’ αντιδιαστολή προς την σχετική και μόνον αξία των δύο άλλων τύπων των αγαθών. Τούτο δε συνεπάγεται πώς ό άνθρωπος καταβάλλεται έξωθεν πολύ δυσκολότερα απ’ ότι κοινώς πιστεύεται.
Μόνον ό πανδαμάτωρ χρόνος επιβάλλει εδώ την νομοθεσία του: σ’ αυτόν υποκύπτουν προοδευτικά τα σωματικά και ψυχικά προτερήματα, και μόνον ό ηθικός χαρακτήρας παραμένει απρόσβλητος ακόμη και απ’ αυτόν. Από την άποψη όμως αυτή, τα αγαθά των δύο λοιπών κατηγοριών έχουν, έτσι, μάλλον ένα πλεονέκτημα έναντι εκείνων της πρώτης.
‘Ένα δε περαιτέρω πλεονέκτημά τους θα μπορούσε ίσως να εντοπίσει κανείς στο ότι αυτά, ως ευρισκόμενα στο πεδίο τού αντικειμενικού, είναι εφικτά και, από την φύση τους, παρέχουν στον καθένα την δυνατότητα να τα αποκτήσει, ενώ, αντίθετα, το υποκειμενικό δεν βρίσκεται επουδενί υπό την εξουσία μας, αλλά εισάγεται iure divino [κατά θείο νόμο] και διατηρείται αμετάβλητο διά παντός του βίου, ώστε εδώ ’ισχύει αδυσώπητα ή ρήση:
Όπως τη μέρα εκείνη πού σε δάνεισε στον κόσμο,
Ό ήλιος έστεκε τούς πλανήτες χαιρετώντας,
Ευθύς εσύ όλο και όλο ανθίζεις,
Όπως καθόρισε ή μοίρα ν’ ανατείλεις,
Έτσι να είσαι πρέπει, απ’ τον εαυτό σου να φύγεις δεν μπορείς,
Έτσι μίλησαν ήδη Σίβυλλες, έτσι προφήτες·
Και χρόνος κανείς, καμιά δύναμη δεν συντρίβει,
Μορφή χαραγμένη, πού ζώντας θ’ αναπτυχθέν.
Goethe [«Θεός και κόσμος, πρωταρχικές λέξεις, ορφικά»]
Το μοναδικό που απ’ αυτήν την άποψη όντως βρίσκεται στην εξουσία μας είναι ή χρήση της προσωπικότητας που μάς έχει δοθεί προς το μέγιστο δυνατό όφελος, επομένως, το ν’ ακλουθούμε τις επιδιώξεις που της αντιστοιχούν και να πασχίζουμε για το είδος της διαμόρφωσης που της αρμόζει, αποφεύγοντας κάθε άλλο είδος· κατά συνέπεια, το να επιλέγουμε την κοινωνική θέση, την απασχόληση και την διαγωγή του βίου που της ταιριάζουν.
Από δε την αποφασιστική υπεροχή της πρώτης κατηγορίας έναντι των άλλων δυο, προκύπτει επίσης ότι είναι φρονιμότερο να μεριμνά κανείς για την διατήρηση της υγείας του και την καλλιέργεια των χαρισμάτων του απ’ ότι για την απόκτηση πλούτου. Τούτο, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι πρέπει κανείς να παραμελεί την απόκτηση όσων είναι αναγκαία κι ενδεδειγμένα.
Όμως, ό πλούτος με την πραγματική έννοια της λέξης, ή πλησμονή δηλ. αγαθών, δεν συνεισφέρει καθόλου στην ευτυχία μας. ΩΣ εκ τούτου, πολλοί πλούσιοι νιώθουν δυστυχείς επειδή δεν έχουν πραγματική πνευματική καλλιέργεια, γνώσεις και, έτσι, ούτε κι ένα αντικειμενικό ενδιαφέρον πού να τούς επιτρέπει μία πνευματική απασχόληση.
Τα όσα μπορεί να προσφέρει ό πλούτος, πέραν της ικανοποιήσεως των πραγματικών και φυσικών αναγκών, μικρή επίδραση έχουν στην ευφορία μας· για τούτη, ό πλούτος, με τις έγνοιες πού προκαλεί ή διατήρησή του, μάλλον εμπόδιο συνιστά.
Παρ’ όλα αυτά, οι άνθρωποι πασχίζουν μύριες φορές περισσότερο ν’ αποκτήσουν πλούτο απ’ ότι πνευματική καλλιέργεια, μολονότι το τί είναι κανείς συμβάλλει πολύ περισσότερο στην ευτυχία μας από το τί έχει. Μάλιστα, βλέπουμε κάποιους ανθρώπους σε ακατάπαυστη δραστηριότητα, φιλόπονους όπως οι μέρμηγκες, να πασχίζουν ολημερίς και ολονυχτίς να πολλαπλασιάσουν τον ήδη υπάρχοντα πλούτο.
Εκτός τού στενού οπτικού ορίζοντα των μέσων πού εξυπηρετούν τον σκοπό αυτό, τέτοιοι οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τίποτε, το πνεύμα τους είναι κενό, μη δεκτικό για οτιδήποτε άλλο. Στις κάλλιστες τέρψεις, δηλ. τις πνευματικές, δεν έχουν καμία πρόσβαση κι έτσι μάταια προσπαθούν να τις υποκαταστήσουν με τις εφήμερες εκείνες απολαύσεις πού επιτρέπουν κάθε τόσο στον εαυτό τους, δηλ. τις αισθησιακές, οι όποιες κοστίζουν λίγο μεν χρόνο, πολύ όμως χρήμα.
Στο δε τέλος της ζωής τους και ως αποτέλεσμα αυτής, έχουν, εάν ή τύχη ήταν ευνοϊκή μαζί τους, έναν πραγματικά πολύ μεγάλο σωρό χρημάτων εμπρός τους, τον όποιον παραχωρούν τώρα στους κληρονόμους τους, προκειμένου αυτοί να τον πολλαπλασιάσουν ή να τον κατασπαταλήσουν. Ένας τέτοιος βίος, όσο και αν διάγετε με ύφος σοβαρό και σπουδαιοφανές, είναι τόσο ανόητος όσο και κάποιοι άλλοι βίοι πού έχουν ρητά ως σύμβολό τους τον κωδωνοφόρο σκούφο τού γελωτοποιού.
Επομένως, το τι κατέχει κανείς καθ’ εαυτόν είναι το πλέον ουσιαστικό για την ευτυχία του.Απλώς επειδή αυτό είναι κατά κανόνα τόσο φτωχό, οι περισσότεροι απ’ όσους έχουν αποδεσμευθεί από την απλή βιοπάλη νιώθουν στην πραγματικότητα τόσο δυστυχείς όπως κι εκείνοι πού είναι ακόμη βουτηγμένοι σ’ αυτήν. Ή κενότητα τού εσωτερικού τους, το άνοστο τού συνειδέναι τους, ή ένδεια του πνεύματός τους, τούς εξωθεί στην αναζήτηση συντροφιάς, ή όποια όμως δεν απαρτίζεται παρά από όμοιους τους, καθότι similis similiga-udet [ό όμοιος τω όμοίω χαίρει].
Από κοινού, λοιπόν, θα οργανώσουν κυνηγετική εκδρομή προς τέρψη και ψυχαγωγία, διότι τούτες τις αναζητούν κατ’ αρχάς σε απολαύσεις αισθησιακές, σε παντοειδείς διασκεδάσεις κι εντέλει σε κραιπάλες. Ή πηγή της φοβερής σπατάλης με την όποια κάποιοι γόνοι πλουσίων οικογενειών καταφέρνουν να διασπαθίσουν την κληρονομική τους μερίδα μέσα σε συχνά βραχύτατο χρονικό διάστημα δεν είναι πραγματικά καμία άλλη από την ανία, ή όποια απορρέει από την μόλις προ ολίγου περιγραφείσα ένδεια και κενότητα τού πνεύματος.
Ένας τέτοιος νεανίας ξαμολήθηκε στην ζωή εξωτερικά μεν πλούσιος, εσωτερικά όμως φτωχός, και μάταια επεδίωκε να υποκαταστήσει τον εσωτερικό με τον εξωτερικό πλούτο πασχίζοντας να λάβει τα πάντα έξωθεν – όπως και οι γέροντες εκείνοι πού προσπαθούν ν’ ανακτήσουν τις δυνάμεις τους με τούς χυμούς νεαρών κορασίδων. Με τον τρόπο αυτό, κατέληξε να προσθέσει στην εσωτερική και την εξωτερική φτώχεια.
Η σημασία πού έχουν οι δύο άλλες κατηγορίες αγαθών τού ανθρώπινου βίου είναι περιττό να τονισθεί, καθώς ή αξία της περιουσίας είναι σήμερα τόσο καθολικά αναγνωρισμένη ώστε δεν χρήζει καμιάς συστάσεως. Μάλιστα, ή τρίτη κατηγορία έχει -κατ’ αντιδιαστολή προς την δεύτερη- ένα ιδιαίτερα αιθέριο ποιόν, καθότι έγκειται απλώς στην γνώμη άλλων.
Ωστόσο, τιμή, καλό δηλ. όνομα, πρέπει να επιζητεί ό καθένας, βαθμούς μόνον όσοι υπηρετούν το κράτος, δόξα μάλιστα μόνον ελάχιστοι. ’Εντούτοις, ή τιμή θεωρείται Ανεκτίμητο Αγαθό, ή δε δόξα το πλέον πολύτιμο πού μπορεί ν’ αποκτήσει ό άνθρωπος, το χρυσόμαλλο δέρας των εκλεκτών.
Τούς βαθμούς, Αντίθετα, μόνον ανόητοι τούς προτιμούν Από την περιουσία. ’Εξάλλου, ή δεύτερη και ή τρίτη κατηγορία Αλληλοσυσχετίζονται, στο μέτρο πού Αληθεύει το habes, ha-beberis τού Πετρωνίου ( «οποίος έχει χρήμα, έχει κύρος» ) και, Αντίστροφα, ή ευνοϊκή γνώμη των άλλων συχνά βοηθά στην Απόκτηση περιουσίας.
Πετρώνιος, Saturae [«Σατιρικά»] 77, 6.
Από το βιβλίο του Σοπενχάουερ «Αφορισμοί» – για την πρακτική σοφία της ζωής

Πηγή: antikleidi.com

Thessaloniki Arts and Culture  http://www.thessalonikiartsandculture.gr