Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Άγχος θανάτου

Άγχος θανάτουΣύμφωνα με τον Επίκουρο «Ουδέν προς ημάς ο θάνατος» δηλαδή ο θάνατος δεν έχει καμία σχέση μαζί μας, οπότε δεν πρέπει να μας τρομάζει.
Μετά τον θάνατο δεν έχουμε
καμία αίσθηση, ούτε νιώθουμε λύπη ή πίκρα γι αυτό και δεν πρέπει να τον φοβόμαστε, εξάλλου όταν είμαστε παρόντες ο θάνατος απουσιάζει και όταν αυτός έρθει εμείς έχουμε φύγει, όπως διαπιστώνει ο Επίκουρος. Όμως παρόλα αυτά η συνείδηση του εαυτού μας και της ζωής συνοδεύονται με την συνείδηση του θανάτου.
Το άγχος θανάτου είναι ο φόβος του θανάτου που εκδηλώνεται έμμεσα σαν γενικευμένη ανησυχία είτε μεταμφιεσμένη σε άλλο ψυχολογικό σύμπτωμα. Ο αδιάλειπτος φόβος για τον θάνατο σύμφωνα με τον Επίκουρο είναι η πηγή της δυστυχίας. Τα λόγια του Επίκουρου δικαιολογούνται αν σκεφτούμε πως βιώνει ο κάθε άνθρωπος τον φόβο του για τον θάνατο, θα παρατηρήσουμε μια ποικιλία αντιδράσεων, άλλοι έχουν ξεκάθαρο άγχος θανάτου, άλλοι είναι τόσο τρομαγμένοι που κάθε ευτυχές γεγονός τους φαίνεται μάταιο, άλλοι ζουν παρακινδυνευμένα, άλλοι αγωνίζονται να αφήσουν το όνομα τους στην ιστορία, άλλοι ψάχνουν σύντροφο και συνοδοιπόρο στη ζωή και στον θάνατο και πολλές άλλες αντιδράσεις που θα αναφέρω εκτενέστερα παρακάτω.
Μικρά γεγονότα όπως η απώλεια μιας δουλειάς, ενός στόχου, ενός ονείρου, ένας χωρισμός, ένα ατύχημα αλλά και μεγαλύτερα όπως η απώλεια ενός κοντινού προσώπου είναι ικανά να ενεργοποιήσουν τις σκέψεις μας γύρω από τον θάνατο. Ο άνθρωπος γνωρίζει ότι ο θάνατος είναι σαν ένα χρέος που οφείλει στη φύση και είναι αναπόφευκτο γεγονός όμως στην πραγματικότητα οι άνθρωποι προσπαθούν με κάθε τρόπο να απομακρύνουν τον θάνατο και αδυνατούν να φανταστούν τον θάνατο του ίδιου τους του εαυτού.
Για τον θάνατο άλλου προσώπου ως ‘πολιτισμένο όν’ ο άνθρωπος αποφεύγει να μιλήσει μπροστά του, μόνο τα παιδιά δεν διστάζουν να τον αναφέρουν. Όταν έρθει ο θάνατος σε κοντινό, συγγενικό πρόσωπο τότε του δίνουμε έναν τυχαίο χαρακτήρα και τον απογυμνώνουμε από το γνώρισμα της αναγκαιότητας. Απέναντι στον νεκρό ο άνθρωπος συμπεριφέρεται ιδιόμορφα, συγχωρεί αδικίες και αναφέρει μόνο αρετές. Στην πραγματικότητα μπροστά στον θάνατο του άλλου όλοι σκεφτόμαστε τον δικό μας θάνατο, πενθούμε για την απώλεια του άλλου και σκεφτόμαστε την δική μας απώλεια, την κατάσταση της ανυπαρξίας.
Το άγχος για τον θάνατο μας απασχολεί κυρίως στην ενήλικη ζωή και ιδιαίτερα μετά την αρχή της τέταρτης δεκαετίας της ζωής μας. Ωστόσο ο θάνατος απασχολεί τον άνθρωπο σε όλη την διάρκεια της ζωής του για διαφορετικό λόγο και με διαφορετική ένταση σε κάθε φάση και στην παιδική ηλικία και στην εφηβεία. Με μια πιο ψυχαναλυτική ματιά ο θάνατος απασχολεί τον άνθρωπο και στην βρεφική ηλικία αφού η πείνα, ο πόνος και το κρύο είναι ανάγκες που ικανοποιούνται από την μητέρα στο νεογνό ενώ η μη ικανοποίησή τους δηλώνει απουσία της μάνας και αυξάνει το άγχος αφανισμού που οδηγεί σε κλάμα.
Σύμφωνα με ευρήματα ερευνών (Candito et al., 1993˙Acolet et al., 1993) τα δύο πρώτα χρόνια της ζωής τους τα παιδιά έχουν υψηλά επίπεδα αδρεναλίνης και νοραδρεναλίνης που μειώνονται στο 3ο έτος και είναι αντίδραση του αυτόνομου νευρικού συστήματος ως αντίδραση ( fight-flight) απέναντι σε απειλή, αυτή η αντίδραση καθοδηγείται από το ένστικτο αυτοσυντήρησης. Όλος αυτός ο μηχανισμός fight-flight σχετίζεται με το άγχος του αφανισμού, τον μεγαλύτερο από όλους τους κινδύνους.
Κάνοντας μια αναδρομή στον πρωτόγονο άνθρωπο θα δούμε ότι η συμπεριφορά του ήταν αντιφατική δηλαδή αφενός αντιμετώπιζε τον θάνατο σοβαρά, αφετέρου τον απέρριπτε και δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία. Ο τρόπος που αντιμετώπιζε τον θάνατο ενός ξένου προσώπου ήταν διαφορετικός από τον τρόπο που αντιμετώπιζε τον δικό του. Ο θάνατος του άλλου του φαινόταν σοβαρό γεγονός και διέβλεπε αυτόν ως μέσο εξόντωσης για τα άτομα που μισούσε ή θεωρούσε εχθρικά, δεν αισθανόταν τύψεις ούτε δισταγμό προκειμένου να προκαλέσει ο ίδιος τον θάνατο. Ήταν πιο άγριος κι από τα ζώα και σκότωνε εκούσια γι αυτό και η ιστορία κατά το μεγαλύτερο μέρος της περιλαμβάνει μια σειρά φόνων και δολοφονιών.άγχος θανάτου
Έτσι το ασαφές αίσθημα ενοχής που νιώθει η ανθρωπότητα για την πρωτόγονη περίοδο φαίνεται σε μερικές θρησκείες στην έννοια του προγονικού αμαρτήματος. Νύξεις υπάρχουν και στο δόγμα του χριστιανισμού εφόσον ο Χριστός αυτοθυσιάστηκε για την εξιλέωση της ανθρωπότητας από το αμάρτημα, σύμφωνα με την αρχή των αντιποίνων και το αμάρτημα θα έχει τότε τις ρίζες του σε κάποια αιματοχυσία. Και εφόσον το προπατορικό αμάρτημα στρεφόταν κατά του Θεού Πατρός, άρα το Πρωταρχικό έγκλημα της ανθρωπότητας ήταν η πατροκτονία του πρωτόγονου πατέρα της προϊστορίας η παράσταση του οποίου διατηρήθηκε και αμετάβλητη σε θεότητα.
Ο πρωτόγονος άνθρωπος φανταζόταν τον προσωπικό του θάνατο το ίδιο δύσκολο και απίθανο γεγονός όπως και ο σύγχρονος. Όταν πεθαίνει ένα συγγενικό πρόσωπο πρέπει να σκεφτεί ότι ο ίδιος δεν αποτελεί εξαίρεση όπως και κανένας. Ο θάνατος ενός αγαπημένου του προσώπου αποτελεί συγχρόνως μέρος του εγώ του αλλά και κάτι ξένο.
Σύμφωνα με την θεωρία των ενστίκτων ο Φρόυντ υποστήριζε ότι ο πρωτόγονος άνθρωπος στεκόταν τροπαιούχος μπροστά στο πτώμα του εχθρού αλλά η θέα του νεκρού αγαπημένου προσώπου του δημιουργούσε συναισθήματα σύγκρουσης. Δέχθηκε λοιπόν ένα συμβιβασμό, ενώ αποδεχόταν πως μπορεί να πεθάνει, αρνιόταν την πιθανότητα του τελικού αφανισμού του. Έτσι στράφηκε σε πεποιθήσεις για την ύπαρξη και άλλων μορφών ζωής μετά τον θάνατο. Οι θρησκείες έπειτα διακήρυξαν την μετέπειτα ζωή πολύτιμη και την παρούσα προπαρασκευαστικό στάδιο. Παράλληλα επέκτειναν τον παρελθόν, υποστηρίζοντας την ύπαρξη μεγάλου αριθμού προηγούμενων ζωών. Έτσι με την μετεμψύχωση ο θάνατος έχασε κάθε αξία, η άρνηση αυτή απέναντι στο θάνατο ανάγεται στην αρχαιότητα.
Ο θάνατος και ο ύπνος στην αρχαία ελληνική μυθολογία ήταν δίδυμα αδέλφια αλλά και η λήθη συνδέεται με τον θάνατο. Το άγχος θανάτου σχετίζεται και με την απώλεια του μέλλοντος και με την απώλεια του παρελθόντος, δηλαδή την λήθη.
Αν σκεφτούμε ότι κάθε στιγμή που ζούμε δεν θα επαναληφθεί ξανά και ότι θα πάψει να υπάρχει , συνειρμικά θα οδηγηθούμε στην σκέψη ότι και η δική μας ανυπαρξία σημαίνει και λήθη της ύπαρξής μας για τον κόσμο που αφήνουμε πίσω μας. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο όλοι απασχολούνται με τον θάνατο είτε έκδηλα αφήνοντας τις ελπίδες σε μία θρησκεία και σε μεταθανάτιες μορφές ζωής αλλά και άδηλα μέσα από όνειρα, φαντασιώσεις, συμπτώματα.
Το άγχος θανάτου συνδέεται και με το πόσο έντονα έχει ζήσει κανείς την ζωή του, γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι χρειαζόμαστε μία έντονη εμπειρία για να απολαμβάνουμε την καθημερινότητα και να πάψουμε να ασχολούμαστε με πράγματα δευτερευούσης σημασίας που μας φθείρουν. Η αίσθηση ότι κάποιος δεν έχει ζήσει την ζωή του, του δημιουργεί ακόμα μεγαλύτερο άγχος θανάτου. Οι φράσεις του Νίτσε «Ανάλωσε τη ζωή σου» και «Πέθανε τη σωστή στιγμή» δηλώνουν την στάση που πρέπει να έχει ο άνθρωπος απέναντι στη ζωή και τον θάνατο.
Πολλές φορές και η σκέψη του αναπόφευκτου του θανάτου εμποδίζει τον άνθρωπο να ευχαριστηθεί την ζωή του ή του δημιουργεί μια αίσθηση ματαιότητας . Η θεωρία της αιώνιας επανάληψης που διατύπωσε ο Νίτσε στο «τάδε έφη Ζαρατούστρα» και η ιδέα να ξαναζήσει κάποιος για μια αιωνιότητα με τον ίδιο τρόπο που έζησε, σίγουρα μπορεί να ταρακουνήσει έναν άνθρωπο και να τον κάνει να αναλογιστεί πώς πραγματικά ζει. Ο στόχος του Νίτσε είναι να μας δείξει ότι δεν πρέπει να στρεφόμαστε σε ασήμαντες ανησυχίες αλλά να ζούμε έντονα, δηλαδή να έχουμε την ευθύνη για το πώς έχουμε διαμορφώσει την ζωή μας και όχι να την τοποθετούμε σε άλλους. Και το δέντρο περνάει δυνατές καταιγίδες και όμως βυθίζει τις ρίζες του στη γη , ψηλώνει και δυναμώνει, άλλη μια άποψη του Νίτσε για το πώς μπορούμε να αντιμετωπίζουμε την ζωή μας και τα όποια προβλήματα συναντάμε.
Ακέστορες Στη Σαμαρκάνδη( ένας ροκ μύθος)
Σ’ένα χωριό περίεργο μα και καλά κρυμμένο
Μύθος αρχαίος γράφτηκε, θυμίζει τραγωδία
Στη Σαμαρκάνδη νόμιζε πως θα σωθεί αν πάει
Που νά’ξερε ο δύστυχος, ο Χάρος τι θα κάνει…
Κάπου θ’ακούσεις να μιλάν, τη μοίρα ν’αναφέρουν
Πως ειν’ γραμμένη εκεί ψηλά παράδειγμα σου φέρνουν
Για ένα νιο που έκανε μια βόλτα στο παζάρι
Και του’λαχε να βρει μπροστά του το Χάρο με δρεπάνι
Αντίκρισε το Χάροντα και τό’βαλε στα πόδια
Και στο καλύβι έτρεξε περνώντας απ’τα αλώνια
Μένει χλωμός, κατάχλωμος και τη γυναίκα πιάνει
Να την προλάνει να της πει τι σκέφτεται να κάνει
Έχω ακουστά για ένα χωριό στα πέρατα του κόσμου
Εκεί θα πάω να κρυφτώ κάτω από φύλλα δυόσμου
Κι ελπίζω μέσα μου βαθιά να μη σκεφτεί να ψάξει
Εκεί τριγύρω στα βουνά, στ’άστρο που θα χαράξει
Μα η κυρά του οργίστηκε δεν ήταν πεπεισμένη
Το Χάρο πήγε για να βρει, φεύγοντας θυμωμένη
Τι έγινε ρε Χάροντα για πες μου τι συμβαίνει
Τί θέλεις απ’τον άντρα μου γιατί αυτός σωπαίνει
Εγώ απλά τον κοίταξα, περίεργα, το λέω
δεν του’πα όμως τίποτα γιατί ήταν φοβισμένος
Εντύπωση μου έκανε που ήταν στο παζάρι
Γιατί αύριο τον περίμενα εκεί… στη Σαμαρκάνδη.
Κείμενο: Έλενα Λεβεντάκη, Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια
Πηγή: psycho-logia.gr

Thessaloniki Arts and Culture http://www.thessalonikiartsandculture.gr