Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Δεν γουστάρουν όλοι να σωθούν

Δεν γουστάρουν όλοι να σωθούνΔεν αρέσει σε όλα τα κορίτσια το ροζ. Δεν ονειρεύονται όλες άμαξες ούτε τους συγκινούν οι φανταχτερές χειρονομίες και τα φουντωτά
φορέματα.
Κάποια κορίτσια δε ζήτησαν στιγμή να σωθούν από ιππότες με άσπρα άλογα, δεν πίνουν σαμπάνια με σηκωμένο το μικρό δαχτυλάκι, δεν το παίζουν γκόμενες στον κάθε άσχετο για να επιβεβαιωθούν.
Κάποια κορίτσια είναι αλλιώτικα απ’ τα άλλα· γι’ αυτά ιδανική Κυριακή είναι μια Κυριακή στο γήπεδο με συνθήματα και κασκόλ, βόλτες με μηχανές κολλημένες πάνω στον άνθρωπό τους, ουζοβυσσινάδες σε υπόγεια μπαράκια κι άραγμα με μπίρες αγναντεύοντας τη θέα απ’ το ψηλότερο σημείο της πόλης, κάνοντας ατέλειωτες συζητήσεις ή απολαμβάνοντας αγκαλιασμένες σιωπές.
Είναι μερικά κορίτσια που δεν απαίτησαν από κανέναν να τα σώσει καθώς έμαθαν από μικρές να τα βάζουν μόνες με τα τέρατα. Δε δείλιασαν μπροστά στους κινδύνους, ούτε μυξοκλάψανε για τις γρατσουνιές και τα σπασίματά τους, μόνο τα επούλωσαν και πηγαίνανε παρακάτω με το κεφάλι ψηλά όσο κι αν αναγκάζονταν να σφίξουν τα δόντια.
Δεν είναι που δε φοβήθηκαν τους δράκους, είναι που τα πλήγωσε ο τρόμος στα μάτια των δήθεν σωτήρων τους. Όλων εκείνων που σώνει και ντε μπούκαραν στις ζωές τους υποσχόμενοι να τις αλλάξουν, που κατεδάφισαν τα φρούριά τους κι αντί να τηρήσουν τις υποσχέσεις τους έφευγαν στην πρώτη δυσκολία αφήνοντάς τες εκτεθειμένες σε μάγισσες και ξόρκια, σε ένα κάστρο που ξαφνικά φάνταζε ρημάδι.
Τέτοιο κορίτσι γεννήθηκε κι η Ελίνα, περίεργο. Κοιτούσε το περιεχόμενο κι όχι το περιτύλιγμα, εντυπωσιαζόταν στα μεθεόρτια κι όχι στα προεόρτια. Κληρονομιά έμαθε να κουβαλάει όχι τα κεντητά της γιαγιάς της μα τα λόγια του παππού της. «Ένα πράγμα να μην είσαι στη ζωή σου, αχάριστη», έτσι της έλεγε και θαρρείς πως με το πες-πες εκείνη το έκανε τατουάζ στην ψυχή της.
Έμαθε λοιπόν να λέει ευχαριστώ για όσα της χάρισε η ζωή έτσι κουβαρνταλίδικα· την υγεία της, τους ανθρώπους της, ένα-δυο καλούς φίλους και χίλια-δυο άλλα που αν τολμούσε να τα απαριθμήσει, ήταν σίγουρη πως θα την έπαιρνε το ξημέρωμα. Κι ας της στέρησε λιγάκι απ’ το μερτικό της στην αγάπη, ε δεν μπορούσε να τα έχει κι όλα. Άλλωστε ποτέ δεν είναι αργά, ή είναι;
Τι λέγαμε; Α, ναι, για την αγάπη. Αγαπήθηκε πολύ, λατρεύτηκε ίσως, και γνώρισε πάρα πολλά άλλα μισά. Μην κοροϊδέψεις, είπαμε είναι περίεργο κορίτσι κι άνθρωποι σαν εκείνη δεν πιστεύουν στις συμβατικά μοναδικές αδερφές ψυχές. Ερωτεύτηκε πολλούς και σε όλους έβρισκε κάτι να τη συμπληρώνει, κάτι να της λείπει όταν τους έχανε.
Τους έχανε, επειδή αγαπούσε τους φευγάτους, έτσι φευγάτη όπως ήταν κι αυτή. Ήθελε τους άπιαστους, εκείνους που την παίδευαν, εκείνους που ήξερε πως είναι αρκετά σκληραγωγημένοι ώστε να τους παιδέψει κι εκείνη και το έκανε σε κάθε πιθανή ευκαιρία.
Κακά παιδιά τους λέει ο κόσμος μα αυτή έβλεπε πέρα από αυτό. Λάθος της; Ούτε η ίδια ήξερε. Ο ένας πλήρωνε τα σφάλματα του προηγούμενου σε ένα ατέλειωτο γαϊτανάκι μάταιης εκδίκησης, ώσπου τους άδειαζε και την άδειαζαν και τραβούσανε χωριστούς δρόμους.
Περίεργοι και οι πρίγκιπές της, σαν εκείνη. Όσο την αγάπησαν, τόσο την πρόδωσαν, ο καθένας με τον τρόπο του. Άλλος με τη δειλία του, άλλος με τις πράξεις του, άλλος με την αδιαφορία του. Όλα τους τα συγχώρησε, εκτός απ’ το γεγονός πως της στέρησαν το δικαίωμα να νιώθει.
Τι κέρδισε; Τίποτα. Μάλλον έχασε. Τον χρόνο της, την υπομονή της, μα ακόμα χειρότερα έχασε την ψυχή της. Λες και τη μοίρασε κομμάτι-κομμάτι σε τόσες μεριές κι έμεινε εδώ να φυλάει ένα κενό κουφάρι που δεν έχει να δώσει, ούτε και προσμένει να πάρει. Είναι φορές που της λείπει εκείνο το κορίτσι που πίστευε σε λόγια, που ονειρευόταν, που δεν το ένοιαζε τι θα ξημερώσει μα τράβηξε πολλά για να μη μάθει απ’ τα παθήματά της.
Πάλεψε πολύ για να αποδείξει αυτό που οι μεγάλοι έλεγαν «έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» μα κάτι δε της έβγαινε τελικά στην πράξη. Δεν πειράζει όμως, μικρή είναι ακόμα, έτσι λέει μέχρι σήμερα για να γλυκάνει τη σκέψη της.
Για εκείνη αγαπάω σημαίνει δικαιολογώ, κι αν δεν αγαπήθηκε όσο έπρεπε απ’ τους άλλους, της φτάνει που το λίγο τους την έκανε να αγαπήσει η ίδια τον εαυτό της, να τον νιώσει και να μάθει να του δίνει άφεση αμαρτιών.
Όπως έμαθε να δικαιολογεί και τους άλλους, κι ας μην πιστεύει πια στην καλή τους πρόθεση· εκείνη δε θέλει να σωθεί, δεν έχει ανάγκη μα ούτε και να σώσει μπορεί κανέναν πέρα απ’ τον εαυτό της.
Έχει όμως εμπιστοσύνη στη ζωή και τραβάει το δρόμο που της χαράζει εκείνη, ακόμα κι αν είναι μοναχικός. Δεν τη νοιάζει κανένας πρίγκιπας να της φέρει το τομάρι του δράκου. Τη νοιάζει απλά να την πείσει κάποιος πως η ασπίδα του αρκεί για να προστατέψει και τους δύο τους απ’ τις φλόγες.
Επιμέλεια Κειμένου Φρόσως Μαγκαφοπούλου: Πωλίνα Πανέρη
Συντάκτης: Φρόσω Μαγκαφοπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη
Πηγή: pillowfights.gr