Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Έλα: μια τόσο μικρή προτροπή, μια τόσο μεγάλη επιθυμία

Έλα: μια τόσο μικρή προτροπή, μια τόσο μεγάλη επιθυμίαΣτη γραμμή επικρατούσε περισσότερη σιωπή παρά θόρυβος. Οι σκέψεις και των δυο βούιζαν, ανίκανες να βγουν
από το καβούκι της ασφάλειας και να ξεγυμνώσουν την αλήθεια τους.
«Μίλα μου», τον προέτρεψε.
«Τι μπορώ να πω; Μόνο πως αν δεν σε συναντήσω, πάντα θα υπάρχει ένα κενό στη ζωή μου».
Έκλεισε τα μάτια και τον αναθεμάτισε σιωπηλά γι’ αυτή του τη δήλωση. Τη λάτρευε. Κι ας ήξερε πως οι πιθανότητες να είναι αληθινή ήταν όσες και οι πιθανότητες να είναι αδυναμία της στιγμής.
«Ωραία ατάκα αυτή, να τη χρησιμοποιείς. Και να το εννοείς», αντέδρασε.
«Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα;», βιάστηκε εκείνος να συνεχίσει. «Το εννοώ».
Αναθεμάτισε ξανά από μέσα της. Αυτή τη φορά τον εαυτό της, επειδή της άρεσε να βασανίζεται.
«Κάθε φορά που ξεχνώ τα λάθη σου, έχεις πάντα την ίδια μορφή, αυτή της επιθυμίας», του είπε, αν και ήξερε πως θα μετανιώσει που σκάλιζε πάλι την ανοιχτή πληγή τους.
Μια μικρή παύση ακολούθησε και ήταν αρκετή για να βρει την ευκαιρία να ψιθυρίσει το όνομα του. Εκείνος, από στην άλλη άκρη της γραμμής, ψιθύρισε το δικό της.
Ήξεραν και οι δυο πως, εκείνη τη στιγμή, ακόμη και οι ανάσες τους έκαναν έρωτα.
«Θέλω να σε δω».
Ήθελε κι εκείνη πολύ να τον δει να κάνει βήματα, να ξεπερνά τους φόβους του, να παραδίνεται στο συναίσθημα, αν και ήξερε πως ήταν δύσκολο για εκείνον ν’ αφεθεί στην προοπτική να μην είναι απόλυτος κυρίαρχος του εαυτού του και να εξαρτάται η διάθεση του από ένα άλλο άτομο.
Δεν αρέσκονται οι άνθρωποι να βουτούν σε πάθη που κοστίζουν, να ρισκάρουν, να χάνουν τον έλεγχο. Επιλέγουν τη σιγουριά του μέτριου αντί της ανασφάλειας του δυνατού.
Δεν αντέχουν να βρεθούν στο φυσικό χώρο του έρωτα, αυτόν της έκπληξης. Γιατί όσο κι αν ο κόσμος αλλάζει, εκείνος παραμένει πάντα το ίδιο απρόβλεπτος. Επηρεάζει ορέξεις και συμπεριφορές. Διεκδικεί. Απαιτεί. Παιδεύει.
Σταμάτησε τις σκέψεις της, που πάλι της φώναζαν να μείνει μακριά από την αναβλητικότητα, και μίλησε αποφασιστικά.
«Εκεί που οι αδύναμοι έρωτες πνίγονται και οι δυνατοί μαθαίνουν να κολυμπούν. Εκεί θα με βρεις. Στις μεγάλες προσδοκίες... Έλα να με βρεις»
«Θέλω», επέμεινε εκείνος. «Σε θέλω».
«Θα σου απαντήσω όπως πάντα. Με μια τόσο μικρή προτροπή, μια τόσο μεγάλη επιθυμία: Έλα»
Οι ημέρες κύλησαν, οι νύχτες ξημέρωσαν και οι πόθοι άργησαν.
Τα βήματα δεν έγιναν, τα χείλη δεν ενώθηκαν, τα σώματα δεν ξεδίψασαν.
Έμεινε μόνο η θλίψη, να χορεύει με όσα δεν έζησαν.
«Πώς να ακολουθήσεις κάτι που δεν ξέρεις με τι μοιάζει, μάτια μου;», προσπάθησε να δικαιολογηθεί μετά από καιρό.
«Ίσως, τελικά, είναι στη μοίρα του μεγάλου έρωτα, πάντα να τον φοβάσαι περισσότερο απ’ όσο τον επιθυμείς», απάντησε εκείνη.
Ήταν οι τελευταίες λέξεις ενός έρωτα που ήξεραν πως πάντα θα επιστρέφει, γιατί χάιδευε την αλήθεια τους, ακόμη κι όταν η όψη της τρόμαζε.
Thessaloniki Arts and Culture http://www.thessalonikiartsandculture.gr