Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

"Εγώ, σα γυναίκα, ρωτούσα διαρκώς...", Μαρώ Σεφέρη για τον Τ.Σ. Έλιοτ

"Εγώ, σα γυναίκα, ρωτούσα διαρκώς...", Μαρώ Σεφέρη για τον Τ.Σ. ΈλιοτΤον Έλιοτ τον συνάντησα για πρώτη φορά...
 Τον Έλιοτ τον συνάντησα για πρώτη φορά το 1951 στο Λονδίνο, στο σπίτι του ποιητή Στέφεν Σπέντερ,
που είχε καλέσει αρκετούς συγγραφείς και ποιητές για γεύμα προς τιμήν του 'Ωντεν.
Τούς καλεσμένους του τους έβαζε να καθίσουν ανά δύο ή τρεις ή το πολύ τέσσερις σε χωριστά τραπεζάκια. Εμένα μ΄έβαλαν να καθίσω με τον Έλιοτ και κάποιον άλλον που δεν θυμούμαι καθόλου ποιος ήταν.
 Εκεί τον πρωτογνώρισα και κουβεντιάσαμε με οικειότητα σ' όλη τη διάρκεια του γεύματος. Η εξωτερική του εμφάνιση είχε πολλή, πάρα πολλή ευγένεια και ομορφιά. Στους τρόπους του ήταν απλός και πολύ φυσικός.
Είχε μια υπερβολική απλότητα στην ομιλία του, ενώ συνήθως οι σπουδαίοι — ή μάλλον οι δήθεν σπουδαίοι — μιλάνε σα να ρητορεύουνε. Άκουγε με πολύ ενδιαφέρον και μεγάλη προσοχή αυτόν που του μιλούσε, πράγμα πολύ σπάνιο για έναν τέτοιο άνθρωπο.
Κάποια στιγμή πάνω στη συζήτηση θέλησε να μάθει πώς είναι σήμερα η Αγιά Σοφιά που δεν είχε μπορέσει ο ίδιος να την επισκεφτεί ποτέ. Όταν του είπα ότι τώρα λειτουργεί σα μουσείο και ότι στο εσωτερικό της έχουν κρεμάσει μεγάλα πανό με τούρκικες επιγραφές που χαλάνε τις γραμμές της, εκείνος ταράχτηκε βαθιά και αναφώνησε:
«Δεν μου αρέσουν καθόλου οι εκκλησίες που είναι μουσεία»• και συμπλήρωσε: «εμένα μου αρέσουν οι εκκλησίες που είναι ζωντανές, που λειτουργούν, που πάει το πλήθος των πιστών».
Διέκρινα στην αντίδρασή του τη στάση ενός χριστιανού, ενός ανθρώπου που ενδιαφέρεται συνειδητά για τη θρησκεία. Όταν μάλιστα του παραπονέθηκα ότι ο άντρας μου είχε βρει το μπελά του μαζί του γιατί στην Ελλάδα πολλοί λένε πως τον αντιγράφει, μου απάντησε:
«Το ξέρω• ένας Έλληνας, ο Θεμ. Άθανασιάδης- Νόβας, σε μια συζήτηση που είχαμε, μου εξέφρασε αυτή την άποψη. Εγώ όμως δεν πιστεύω πως είναι έτσι τα πράγματα. Δεν μοιάζουμε καθόλου με τον Σεφέρη, απλώς ζούμε στην ίδια εποχή, είμαστε ποιητές και οι δύο και είναι φυσικό να επηρεαζόμαστε από το κλίμα αυτής της εποχής.
Εγώ λόγου χάρη, είμαι φανατικός καθολικός ενώ δεν ξέρω αν ο Σεφέρης είναι φανατικός ορθόδοξος. Επίσης, εμένα δεν μου ταιριάζει η αρχαία ελληνική λογοτεχνία, η «Ιλιάδα» και η «Οδύσσεια», έχουν μέσα πολλά φονικά και ωμότητες• προτιμώ τη λατινική λογοτεχνία, τον Βιργίλιο, τον Οβίδιο. Στη σύγχρονη ευρωπαϊκή λογοτεχνία, βέβαια, και κυρίως στην γαλλική, οι προτιμήσεις μας συμπίπτουν, αλλά αυτό δεν σημαίνει ούτε ότι με μύησε εκείνος ούτε τον μύησα εγώ».
Δυστυχώς όλη η συνομιλία μας γινόταν στα γαλλικά γιατί εγώ τότε δεν ήξερα καθόλου αγγλικά κι έτσι ήταν υποχρεωμένος να μιλάει σε μια γλώσσα που να την καταλαβαίνω. Ο Έλιοτ ήξερε πολύ καλά να γράψει και να διαβάζει γαλλικά (είχε γράψει άλλωστε και αρκετά ποιήματα σ' αυτή τη γλώσσα), αντιμετώπιζε όμως πολλές δυσκολίες στην ομιλία. Η προφορά του ήταν φοβερή, δεν καταλάβαινες τι έλεγε.
Με πολλούς Εγγλέζους συμβαίνει αυτό, τους αρέσει να μιλούν γαλλικά, αλλά η προφορά τους είναι κακή. Είχα πολύ τρακ και είχα τεντωθεί ολόκληρη στην προσπάθεια να καταλάβω τα λόγια του γιατί δεν είναι ωραίο να ρωτάς όλη την ώρα τον άλλον «τι είπατε;» και «τι είπατε;».
Όταν τέλειωσε το γεύμα, ο Σεφέρης πλησίασε το τραπεζάκι μας και χαριτολογώντας διαμαρτυρήθηκε στον Έλιοτ:
 «Τι κατάσταση είναι αυτή; Έβαλαν τη γυναίκα μου να καθίσει μαζί σας, ενώ έπρεπε να βάλουν έμενα! »
Ο Έλιοτ απάντησε: «Δεν πειράζει, είχαμε μια πολύ ωραία συνομιλία. Η γυναίκα σας μου μίλησε ανάμεσα στ' άλλα και για τις φήμες που κυκλοφορούν, ότι δήθεν σας έχω επηρεάσει, πράγμα που δεν το νομίζω».
Γελώντας τότε ο Γιώργος του λέει:
«Θα σας εξομολογηθώ κάτι που μου συνέβη. Όταν πριν πολλά χρονιά είδα στην βιτρίνα κάποιου βιβλιοπωλείου το ποίημά σας «Μαρίνα» και το διάβασα, χωρίς να σας γνωρίζω, σκέφτηκα με ενθουσιασμό: Να κάποιος που τον έχω επηρεάσει! Η «Μαρίνα» είναι ένα ποίημα που θα μου πήγαινε να το έχω γράψει».

Μαρώ Σεφέρη, Προσωπικές αναμνήσεις από τον Τ. Σ. Έλιοτ, Η Λέξη, αφιέρωμα, τεύχος 43, μάρτης - απρίλης '85