Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Ένα χαμόγελο κι ένα φιλί στο τέλος της νύχτας

Ένα χαμόγελο κι ένα φιλί στο τέλος της νύχταςΦορούσε ένα από εκείνα τα μακριά φορέματα που χάιδευαν τις καμπύλες του σώματος χωρίς
να τις αγκαλιάζουν σφιχτά.
Δυο λεπτές τιράντες ξεκινούσαν από το πάνω μέρος του στήθους και κατέληγαν λίγο κάτω από τους ώμους της, αφήνοντας όλη την υπόλοιπη πλάτη ακάλυπτη.
Το ύφασμα στο ύψος της μέσης κυμάτιζε σε σχήμα χαμόγελου και το βαθύ σκίσιμο στο δεξί της πόδι άφηνε το δέρμα της γυμνό, κάθε φορά που τα πέλματα της -πάντα επιδέξια πάνω στα ψιλοτάκουνα πέδιλα της- τη μετακινούσαν μέσα στο χώρο.
Ενώ την παρατηρούσε από απόσταση, εκείνη έγειρε ελαφρά προς τα εμπρός προκειμένου ν’ ακούσει καλύτερα τον συνομιλητή της. Ήταν η στιγμή που ήθελε όσο τίποτα άλλο να την πλησιάσει, να ταξιδέψει τα δυο του δάχτυλα στη γυμνή σάρκα της κι όταν εκείνα φτάσουν στο κενό ανάμεσα από το φόρεμα και τη σκαφτή μέσης της να τα αφήσει να γλιστρήσουν μέσα από το μαύρο ύφασμα.
Αυτή η σκέψη ήταν αρκετή για να κάνει το στόμα του να στεγνώσει από προσμονή και το κορμί του να γεμίσει από επιθυμία. Πρέπει να κατάλαβε την επίδραση της εικόνας της πάνω του, γιατί γύρισε με μιας προς το μέρος του και του χάρισε ένα βλέμμα ηδονικής αυταρέσκειας.
Ένιωσε τον χώρο να στενεύει. Η δική τους οικειότητα δεν χωρούσε στις τυπικές δημόσιες σχέσεις ενός εικαστικού γκαλά.
Σκάναρε τη μεγάλη σάλα της γκαλερί με τα μάτια ψάχνοντας μια έξοδο. Είδε την ταμπέλα που οδηγούσε τους επισκέπτες στον κήπο και με βήμα γρήγορο, λες και η επιβίωση του εξαρτιόταν από το πόσο σύντομα θα ανέπνεε φρέσκο αέρα, κατευθύνθηκε προς τα εκεί.
Έσπρωξε τη γυάλινη πόρτα και η πρώτη του επαφή με τον δροσερό αέρα ήταν αναζωογονητική. Χαλάρωσε λίγο την γραβάτα του και έβγαλε την ταμπακιέρα από το εσωτερικό μέρος του σακακιού του. Πήρε ένα τσιγάρο, την έκλεισε και το χτύπησε τρεις φορές πάνω της. Τότε πρόσεξε πως ήταν αυτή που είχαν αγοράσει μαζί την τελευταία φορά που είχαν βρεθεί στη Ρώμη.
Ψαχούλεψε για τον αναπτήρα στις εξωτερικές τσέπες και όταν τον βρήκε, άναψε το τσιγάρο ανυπόμονα. Άφησε τον καπνό της πρώτης τζούρας να θολώσει το τοπίο μπροστά του και σήκωσε τα μάτια στον καθαρό νυχτερινό ουρανό.
Την ώρα που έκλεισε τα μάτια και ρούφηξε γενναία το τσιγάρο για δεύτερη φορά άκουσε τα βήματα δυο τακουνιών. Δεν χρειάστηκε να γυρίσει να δει ποιος ήταν. Ο σίγουρος, σταθερός βηματισμός που πλησίαζε μόνο δικός της μπορούσε να είναι.
Στάθηκε μπροστά του χωρίς να μιλήσει. Σήκωσε το χέρι της αργά και έπιασε τα δάχτυλα που κρατούσαν το τσιγάρο. Τα έφερε μπροστά στο στόμα της και ρούφηξε τον καπνό. Τον άφησε να γαργαλίσει λίγο τον λαιμό της κι ύστερα τον φύσηξε βιαστικά προς τα έξω.
“Είχα την εντύπωση πως δεν κάπνιζες”, της είπε σε μια προσπάθεια να δείξει άνετος.
“Πολλά είχες την εντύπωση πως δεν έκανα”, του απάντησε και συνέχισε να τον κοιτά ήρεμα.
Έβγαλε το σακάκι του και το πέρασε στους ώμους της.
“Φοράς ακόμη το ίδιο άρωμα”, διαπίστωσε εκείνη.
“Δεν έχουν αλλάξει πολλά από την τελευταία φορά που βρεθήκαμε”.
“Έχουμε αλλάξει εμείς, κι αυτό τ’ αλλάζει όλα”, του απάντησε μετά από μια μικρή παύση.
“Ξέρεις πως ο μόνος λόγος που ήρθα απόψε ήταν η πιθανότητα να σε δω”.
“Ναι. Πάντοτε σου αρκούσε το λίγο μας”.
“Κι αν σου έλεγα πως πλέον θέλω το πολύ”;
Δεν απάντησε. Παρατηρούσε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Ήταν πάντα το ίδιο γοητευτικά, το ίδιο γνώριμα.
“Δεν είναι το πολύ αυτό που σε έφερε εδώ, καλέ μου. Είναι που ενώ θα ‘θελες η θύμηση μου να σταματήσει να τραγουδά στα μέσα σου, η μουσική όσον δεν ζήσαμε, ακόμη χορεύει τους πόθους σου”.
“Χόρεψε μαζί μου”, σχεδόν την παρακάλεσε.
Η πόρτα πίσω τους άνοιξε.
“Είσαι έτοιμη να φύγουμε;”, ρώτησε από μακριά ο συνοδός της.
“Ναι”, απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Έβγαλε από πάνω της το σακάκι και του το έδωσε.
“Ό,τι είχαμε να πούμε, το είπαμε”, φώναξε για να την ακούσει.
“Και ό,τι μπορούσαμε να ζήσουμε, δεν το ζήσαμε”, ψιθύρισε σ’ εκείνον.
Όση ώρα την παρακολουθούσε ν’ απομακρύνεται, έφερε στον νου του την προηγούμενη φορά που την είχε αφήσει να φύγει.
“Δεν είμαστε παρά ένα μπάλωμα στο πέπλο της νύχτας, από τα απρόσεχτα παιχνίδια ενός ανώριμου έρωτα”, του είχε πει.
Όταν έφτασε στον συνοδό της, εκείνος χαμογέλασε και πέρασε το χέρι του στην πλάτη της. Της ψιθύρισε κάτι στο αυτί ενώ ταξίδευε τα δάχτυλα του στην πλάτη της. Εκείνη γέλασε δυνατά και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του.
Την ώρα που η πόρτα έκλεινε, νόμιζε πως τον είδε να περνά τα δάχτυλα του μέσα από το φόρεμα της ενώ της έδινε ένα φιλί στο λαιμό.
Ήταν αρκετό για να συνειδητοποιήσει πως πονούσε πολύ. Όχι τόσο γι΄ αυτό που οι δυο τους δεν ήταν, όσο για εκείνο που δεν θα γινόταν ποτέ:
Ένα χαμόγελο κι ένα φιλί στο τέλος της νύχτας. Της κάθε νύχτας.


Thessaloniki Arts and Culture http://www.thessalonikiartsandculture.gr