Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Αγαπητέ θεέ (γράμμα έβδομο)

Αγαπητέ Θεέ, 
Στις οκτώ σήμερα το πρωί είπα στην Πέγκι Μπλου ότι την αγαπώ, ότι μόνο αυτήν αγαπώ κι ότι δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου μακριά της. Έβαλε τα κλάματα
και μου εξομολογήθηκε ότι την είχα στενοχωρήσει πολύ, γιατί κι αυτή μόνο εμένα αγαπάει και δεν πρόκειται ποτέ να βρει άλλον, ιδίως τώρα που έχει γίνει ροζ. Και τότε—τι περίεργο!— βρεθήκαμε κι οι δυο να κλαίμε με αναφιλητά, αλλά το χαιρόμασταν! Έχει πλάκα η έγγαμη ζωή· ειδικά μετά τα πενήντα, όταν το ζευγάρι έχει περάσει δοκιμασίες. Στις δέκα η ώρα κατάλαβα ότι ήταν Χριστούγεννα, ότι δε θα μπορούσα να μείνω με την Πέγκι, γιατί είχε φτάσει στο δωμάτιο της ολόκληρη η οικογένεια της (αδέρφια, θείοι, ανίψια, ξαδέρφια), κι ότι ήμουν υποχρεωμένος να υποστώ τους γονείς μου. Τι δώρο θα μου ’καναν πάλι; Ένα παζλ με δεκαοκτώ χιλιάδες κομμάτια; Βιβλία στα κουρδικά; Ένα κουτί με οδηγίες χρήσεως; Μια φωτογραφία μου απ’ όταν ήμουν καλά; Έχοντας να κάνω με δύο κρετίνους, που είναι τόσο έξυπνοι όσο μια σακούλα σκουπιδιών, έβλεπα μιαν απειλή να διαγράφεται στον ορίζοντα, κι ενώ φοβόμουν τα πάντα, ένα ήταν σίγουρο: ότι θα περνούσα μια τελείως χαζή μέρα. Αποφάσισα στα γρήγορα να την κοπανήσω, κι άρχισα να οργανώνομαι. Λίγο μοίρασμα: τα παιχνίδια μου στον Αϊνστάιν, τον υπνόσακο μου στον Μπέικον, τις καραμέλες μου στον Ποπ Κορν. Λίγη παρακολούθηση: η θεία Ροζ, πριν φύγει, περνούσε πάντα από την γκαρνταρόμπα. Λίγη πρόβλεψη: οι γονείς μου δεν επρόκειτο να εμφανιστούν πριν το μεσημέρι. Όλα πήγαν καλά: στις εντεκάμιση, η θεία Ροζ με φίλησε, μου ευχήθηκε να περάσω όμορφα τα Χριστούγεννα με τους γονείς μου, κι ύστερα τράβηξε για την γκαρνταρόμπα. Σφύριξα. Ο Ποπ Κορν, ο Αϊνστάιν και ο Μπέικον μ’ έντυσαν στα γρήγορα και με πήγαν σηκωτό ως την γκρανκάσα της θείας Ροζ, ένα αυτοκίνητο πιο παλιό απ’ τη λάσπη. Ο Ποπ Κορν, που είναι σαΐνι στο ν’ ανοίγει κλειδαριές, μια και είχε την τύχη να μεγαλώσει σε μια υποβαθμισμένη πόλη, παραβίασε την πίσω πόρτα, και με πέταξαν στο πάτωμα, ανάμεσα στα μπροστινά και τα πίσω καθίσματα. Μετά επέστρεψαν στο κτίριο, ούτε γάτα ούτε ζημιά. Μετά από αρκετή ώρα, η θεία Ροζ μπήκε στο αυτοκίνητο της, γύρισε το κλειδί καμιά δεκαπενταριά φορές ώσπου να το βάλει μπρος, και ξεκίνησε σπινάροντας. Είναι φοβερή η φασαρία που κάνουν αυτά τ’ αμάξια, άσε που έχεις την εντύπωση ότι τρέχουν του σκοτωμού και ταρακουνιέσαι όπως στα αυτοκινητάκια στα πανηγύρια. Το πρόβλημα είναι ότι τη θεία Ροζ θα πρέπει να την έμαθε να οδηγεί κάποιος φίλος της κασκαντέρ! δεν υπολόγιζε ούτε φανάρια ούτε πεζοδρόμια ούτε προτεραιότητες, κόρναρε συνεχώς, χρησιμοποιούσε το πιο διδακτικό λεξιλόγιο για να βρίζει όσους εχθρούς έμπαιναν στον δρόμο της, κι εγώ σκεφτόμουν, γι’ άλλη μια φορά, πόσο καλό σχολείο, μα την αλήθεια, πρέπει να ’ναι το κατς. Σχεδίαζα, με το που θα φτάναμε, να πηδήξω πάνω και να της κάνω! «Κούκου, θεία Ροζ!», αλλά όπως αυτή η κούρσα μετ’ εμποδίων για το σπίτι της κράτησε πολλή ώρα, αποκοιμήθηκα. Με το που ξύπνησα, ήταν σκοτάδι, έκανε κρύο, είχε ησυχία και βρισκόμουν μόνος, ξαπλωμένος πάνω σ’ ένα υγρό χαλί. Και τότε, για πρώτη φορά, σκέφτηκα ότι μπορεί και να ’χα κάνει βλακεία. Μόλις βγήκα απ’ το αυτοκίνητο, έπιασε να χιονίζει. Κι όμως, δεν ήταν τόσο ευχάριστο όσο το «Βαλς των νιφάδων» από τον Καρυοθραύστη. Χτυπούσαν τα δόντια μου. Είδα ένα ψηλό, φωτισμένο σπίτι. Πήγα προς τα εκεί. Με δυσκολία. Έπρεπε να κάνω ένα τέτοιο πήδημα για να φτάσω το κουδούνι, που σωριάστηκα στο χαλάκι της πόρτας. Εκεί με βρήκε η θεία Ροζ. «Μα… μα…» ψέλλισε. Ύστερα έσκυψε πάνω μου και ψιθύρισε! «Χρυσό μου». Τότε σκέφτηκα ότι μπορεί και να μην είχα κάνει βλακεία. Με σήκωσε και με πήγε στο σαλόνι της, όπου ένα στολισμένο έλατο σου ανοιγόκλεινε τα μάτια. Εντυπωσιάστηκα όταν είδα τι ωραίο σπίτι είχε η θεία Ροζ. Με κάθισε κοντά στο τζάκι για να ζεσταθώ, κι ήπιαμε σοκολάτα. Φαντάστηκα ότι θα με μάλωνε αφού πρώτα σιγουρευόταν ότι ήμουνα καλά. Εγώ, πάντως, έκανα ό,τι μπορούσα για ν’ αργήσω να συνέλθω, και δεν είχα καμία δυσκολία στο να τα καταφέρω, γιατί αυτό τον καιρό αισθάνομαι πολύ κουρασμένος. «Όλο το νοσοκομείο σε ψάχνει, Όσκαρ. Έχει αναστατωθεί το σύμπαν. Οι γονείς σου είναι απελπισμένοι. Ειδοποίησαν την αστυνομία.» «Καμία εντύπωση δε μού κάνει. Αν είναι τόσο βλάκες ώστε να πιστεύουν ότι θα τους αγαπήσω όταν θα φορέσω χειροπέδες…» «Τι έχεις εναντίον τους;» «Με φοβούνται. Δεν τολμούν να μου μιλήσουν. Κι όσο δεν τολμούν αυτοί, τόσο εγώ πιστεύω ότι είμαι ένα τέρας. Γιατί τους τρομάζω; Τόσο άσχημος είμαι; Βρομάω; Έχω γίνει ηλίθιος χωρίς να το καταλάβω;» «Δε φοβούνται εσένα, Όσκαρ. Φοβούνται την αρρώστια.» «Η αρρώστια κι εγώ είμαστε ένα. Δεν πρέπει να μου συμπεριφέρονται διαφορετικά επειδή είμαι άρρωστος. Ή μήπως δεν μπορούν ν’ αγαπήσουν παρά μόνο έναν Όσκαρ υγιή;» «Σ’ αγαπάνε, Όσκαρ. Μου το ’χουν πει.» «Έχετε μιλήσει μαζί τους;» «Ναι. Ζηλεύουν που τα πάμε τόσο καλά μεταξύ μας. Ή μάλλον, όχι· δε ζηλεύουν — είναι στενοχωρημένοι… στενοχωρημένοι που δεν μπορούν να είναι κι αυτοί έτσι μαζί σου.» Σήκωσα αδιάφορα τους ώμους, αλλά ήδη ο πολύς θυμός μού είχε περάσει. Η θεία Ροζ μου έφτιαξε άλλη μια ζεστή σοκολάτα. «Ξέρεις κάτι, Όσκαρ; Μια μέρα, θα πεθάνεις. Αλλά και οι γονείς σου θα πεθάνουν.» Είχα εντυπωσιαστεί από τα λεγόμενα της. Αυτό, δεν το ’χα σκεφτεί ποτέ. «Ναι. Κι αυτοί θα πεθάνουν. Ολομόναχοι. Και με τις φοβερές τύψεις ότι δεν μπόρεσαν να συμφιλιωθούν με το μονάκριβο παιδί τους, τον Όσκαρ που λάτρευαν.» «Μη λέτε τέτοια πράγματα, θεία Ροζ — με μελαγχολούν.» «Σκέψου τους, Όσκαρ. Το έχεις καταλάβει ότι θα πεθάνεις, γιατί είσαι ένα πανέξυπνο αγόρι. Αλλά δεν έχεις καταλάβει ότι δεν πεθαίνεις μόνο εσύ. Όλος ο κόσμος πεθαίνει. Μια μέρα, θα πεθάνουν κι οι γονείς σου. Μια μέρα, θα πεθάνω κι εγώ.» «Ναι, αλλά εγώ θα πάω πρώτος.» «Έτσι είναι. Αυτό, όμως, τι σημαίνει; Ότι έχεις όλα τα δικαιώματα; Ακόμα και το δικαίωμα να ξεχνάς τους άλλους;» «Κατάλαβα, θεία Ροζ. Τηλεφωνήστε τους.» Τη συνέχεια, Θεέ, θα σ’ την πω εν συντομία, γιατί πιάστηκε το χέρι μου. Η θεία Ροζ ειδοποίησε το νοσοκομείο, το νοσοκομείο ειδοποίησε τους γονείς μου, οι γονείς μου ήρθαν στης θείας Ροζ, και γιορτάσαμε τα Χριστούγεννα όλοι μαζί. Όταν ήρθαν οι γονείς μου, τους είπα: «Συγγνώμη… είχα ξεχάσει ότι κι εσείς μια μέρα θα πεθάνετε.» Κάτι πάθανε, δεν ξέρω τι ακριβώς, ακούγοντας αυτή τη φράση, αλλά μετά ξανάγιναν όπως παλιά, και περάσαμε ένα σούπερ ρεβεγιόν όλοι μαζί. Την ώρα του γλυκού, η θεία Ροζ θέλησε να δει στην τηλεόραση τη μεταμεσονύκτια Λειτουργία κι έναν αγώνα κατς που είχε γράψει στο βίντεο. Μας είπε ότι εδώ κι αρκετά χρόνια κρατάει έναν αγώνα κατς για να τον δει πριν τη μεταμεσονύκτια Λειτουργία, για να σταθεί στα πόδια της, ότι το ’χε έθιμο και θα την ευχαριστούσε πολύ αν τα βλέπαμε αυτά όλοι μαζί. Σε λίγο, παρακολουθήσαμε όλοι τον αγώνα που είχε γράψει. Ήταν υπέροχα! Η Μεφίστα εναντίον της Ζαν ντ’ Αρκ! Μαγιό, περικνημίδες και φοβερές νταρντανογυναίκες, όπως έλεγε ο μπαμπάς που ήταν κατακόκκινος και φαινόταν ότι του άρεσε το κατς. Είναι απίστευτο το τι ξύλο έπεσε. Εγώ, σ’ έναν τέτοιο αγώνα, θα τα ’χα φτύσει. Είναι θέμα προπόνησης, μου είπε η θεία Ροζ. Όσο πιο πολύ ξύλο τρως, τόσο πιο πολύ αντέχεις να φας. Πάντα πρέπει να ελπίζεις. Τελικά, κέρδισε η Ζαν ντ’ Αρκ, ενώ στην αρχή φαινόταν απίστευτο: θα πρέπει να το χάρηκες. Χρόνια πολλά, Θεέ. Η θεία Ροζ, που μ’ έβαλε να κοιμηθώ στο κρεβάτι του μεγάλου της γιου (ο μεγάλος της γιος είναι κτηνίατρος στο Κονγκό με τους ελέφαντες), έκρινε ότι το καλύτερο δώρο για τα γενέθλια σου ήταν η συμφιλίωση μου με τους γονείς μου. Εγώ, για να είμαι ειλικρινής, το βρίσκω μικρό για δώρο. Αλλά αφού το λέει η θεία Ροζ που είναι και παλιά σου φίλη… Τα λέμε. Φιλάκια, Όσκαρ. 

Υ.Γ. Ξέχασα: η χάρη που σου ζητάω σήμερα, είναι να μείνουν οι γονείς μου όπως ήταν απόψε. Κι εγώ επίσης. Μια χαρά Χριστούγεννα ήταν αυτά, προπαντός ο αγώνας της Μεφίστα εναντίον της Ζαν ντ’ Αρκ. Λυπάμαι που δεν έμεινα ξύπνιος για τη Λειτουργία σου.

www.ithaque.gr