Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Ο Κλέφτης Της Αγάπης

Ο Bilhana υπήρξε ένας νέος, ιστορικός και ποιητής από το Κασμίρ, γεννημένος στον ενδέκατο αιώνα και είναι γνωστός για το ερωτικό  του ποίημα «Ο Κλέφτης Της Αγάπης». Ο μύθος λέει, πως ερωτεύτηκε
την κόρη του βασιλιά Madanabhirama, πριγκίπισσα Yaminipurnatilaka και σύναψε μαζί της κρυφή ερωτική σχέση. Όταν ο βασιλιάς πατέρας της το ανακάλυψε, τον έριξε στη φυλακή. Εκεί ο Bilhana όσο περίμενε την απόφαση για την εξορία του ή την καταδίκη του σε απαγχονισμό, έγραψε ένα ερωτικό ποίημα 50 στροφών γιά την αγαπημένη του. Δεν είναι γνωστό ποια ήταν η μοίρα αυτού του ανθρώπου, αλλά το ποίημά του μεταφέρθηκε από στόμα σε στόμα και ταξίδεψε σε ολάκερη την Ινδία. Ο Κλέφτης Της Αγάπης – Bilhana Και τώρα ακόμα η σκέψη μου βυθίζεται στο μέλι του κοριτσιού μου, στις κορδέλες, στα μπουμπούκια που ξημέρωναν χρυσάφι, στη μεθυσμένη νύχτα των μαλλιών της, στα κουρασμένα, από το μόχθο της αγάπης, βήματά της, στη γαλήνη των βλεφάρων της: κοιμάται ή ρεμβάζει. Αρπάζεται ο νους μου απ’ την αλήθεια της απουσίας της κι αρχίζει να δουλεύει βαθιά μες στη ψυχή μου την αποκάλυψή της. Και τώρα ακόμα βλέπω τα στήθη της μεστά στου κόρφου της τη κιτρολεμονιά. Το πρόσωπό της έναστρος επάνω ο ουρανός. Πάω κοντά. Πυρπολημένο το κορμί της, πληγωμένο απ’ της αγάπης τη πύρινη αιχμή. Την άνθισή της σκέφτομαι και θάβεται η καρδιά μου ζωντανή στο χιόνι. Και τώρα ακόμα να ‘ρχόταν το κορίτσι μου μ’ αυτά τα μάτια σαν τ’ ανθάκια του λωτού απ’ της αγάπης τα μαρτύρια τσακισμένη, αμέσως θα της άνοιγα τη δίψα των χεριών μου να πιει αυτή, να πιω κι εγώ απ’ των χειλιών της το κρασί: εργατικός κουρσάρος της γλύκας, σαν την μέλισσα, που δεν χρονοτριβεί να κλέψει από το νούφαρο το μέλι. Και τώρα ακόμα τη θυμάμαι κουρασμένη απ’ της αγάπης τον μόχθο να βαδίζει αργά, απρόθυμα. Ποτάμι τα μαλλιά στα κάτωχρά της μάγουλα. Κι η ταραχή του φουστανιού της να ψελλίζει πολύχρωμα, δαντελωτά, τι κέρδισε, τι έδωσε. Η αύρα η μυρωμένη των χεριών της σκορπίζει ανεμώνες στον λαιμό μου. Και τώρα ακόμα έχω μπροστά μου κείνη τη στιγμή που η συστολή της -διάφανο σκοτάδι- μου έκρυψε τ’ ωραίο πρόσωπό της, αφήνοντας τα μάτια της να λάμψουν σαν αστέρια. Κι η αγρύπνια του έρωτα φτερούγιζε όλη νύχτα σα ρόδινο πουλί. Και τώρα ακόμα αν έβλεπα τα μάτια τα μεγάλα της τα μήλα τα ολοζώντανα, τα μάγουλα τ’ αχνά, σα κήπος θ’ άνθιζε ο πυρετός του χωρισμού, κι η νύχτα ένας εραστής μελαχρινός θα χόρταινε το φως στα στήθια της ημέρας. Και τώρα ακόμα θυμάμαι το λιγνό ποτάμι των μαλλιών της να σπαρταρά, τα πορφυρά της χείλη να σμίγουν στη φλογέρα, να οδηγούν του έρωτα τον χορό. Ένα τρελό φεγγάρι το πρόσωπό της έγινε πάνω απ’ το χορτασμό. Σαλέψαν ανεπαίσθητα τα μέλη της, σιγά, αρμονικά, τα πόδια της δουλέψαν τον λευκό μόχθο του έρωτα και σώπασε απαλά. Και τώρα ακόμα τη βλέπω στη κρυστάλλινη αχλή των αρωμάτων της να σπέρνει καταιγίδες σεντονιών: ένα κορίτσι με μάτια σα καλό κρασί, δυο μάτια που αγαπιούνται σα πουλιά… Πώς καιροφυλακτεί το νεογέννητο γεράκι των χειλιών της! Και τώρα ακόμα κολυμπά τρυφερά προς την απόκρημνη ακτή του πόθου της: σαν το κρασί κόκκινα, κατακόκκινα τα μεθυσμένα χείλη της, γραμμένα με απέραντο γαλάζιο. Μέλι χρυσό το λυγερό κορμί της, κόσμος ολάκερος το ζωντανό της βλέμμα. Υπέροχη η ανάσα της σαν αύρα φέρνει τ’ αρώματα όλα του Κασμίρ. Και τώρα ακόμα κάνει τα μάγια της μες στη ψυχή μου. Ακούω τη φρικτή λέξη του χωρισμού μέσα στη νύχτα: «Αντίο». Γυρίζω, βλέπω μια χρυσή ανταύγεια χειλιών. Γέρνω να τα φιλήσω. Και χάνομαι μες στα μαλλιά του κοριτσιού που αγάπησα, βαθιά, πολύ βαθιά. Και τώρα ακόμα το διψασμένο βλέμμα μου νηστεύει τη μορφή του κοριτσιού που έχασα. Κρίκοι χρυσοί μου εσείς, που αγγίζατε τη τρυφερή μανόλια του προσώπου της κι άγραφη εσύ περγαμηνή, τραγούδησαν τα χείλη μου ατέλειωτα φιλιά. Τόσα φιλιά! Μα τί να γράψω πια; Και τώρα ακόμα μπροστά στον θάνατο θυμάμαι τα βαμμένα βλέφαρά της τα πεινασμένα μάτια της, το έλεος του κορμιού της δοσμένου στο κατάκοπο κυνήγι της αγάπης. Κόκκινα αγριολούλουδα, δροσίζουνε τη θλίψη μου οι θηλές της κι ο πόνος μου νειρεύεται χείλια υγρά και πορφυρά, χείλια που ήταν κάποτε δικά μου. Και τώρα ακόμα έρχεται η άνοιξη και σπέρνει διάφανη δροσιά μες στα νερά. Τα δέντρα αργοσαλεύουν τα τρυφερά τους δάχτυλα. Το φως, ανθίζει πορφυρό στον κήπο του Θεού. Νυχτώνει ωστόσο κάποτε και βγαίνει το φεγγάρι κι είναι το φως του φεγγαριού σαν τα γλυκά της μάγουλα, κι είναι οι σκέψεις διάφανες σαν τα χαμόγελά της. Ένας κύκνος τριγυρίζει στο σκοτάδι. Δεν αντέχω το μαρτύριο αυτό. Και τώρα ακόμα η ευλογία της ολόγυμνης αγάπης στο μεθυσμένο μεγαλείο της μορφής της με περνά απ’ το μαρτύριο της μνήμης: φλόγα λιγνή, τρεμοσβηστή, το φόρεμά της, μόλις σκεπάζει ένα χέρι ρόδινο, που σπεύδει με συστολή να συμμαζέψει ό,τι ταξίδεψε πλησίστια η βιασύνη. Στο τέλος, πάντα αναχωρεί τόσο γλυκά, τόσο απαλά. Και τώρα ακόμα όταν ραγίζει ξαφνικά η πέτρα της καρδιάς μου της φυλακής μου πέφτουνε οι τοίχοι και βλέπω ένα κορίτσι-φως. Τα ρόδα των δακτύλων της σκορπίζουν στα μαλλιά της μιαν αγωνία τρυφερή. Κοιτάζει κάπου μακριά. Κι όπως ανοίγει τη ρόδινη αγκαλιά της, ξημερώνει. Και τώρα ακόμα όλο στενεύει η φυλακή μου, όλο μικραίνει. Χτίζει άλλους τοίχους το σκοτάδι, κι ένα κορίτσι κουρασμένο στο κρεβάτι μου, γελά. Ταΐζει ένα μικρό πουλί, λιγνή σαν τη μελιά. Νυστάζει, δε κοιμάται, σα ποτάμι. Και τώρα ακόμα τη βλέπω, όπως πάντα, να περνά, να ταπεινώνει το σκοτάδι με λουλούδια και πυρσούς. Γυρίζει, βλέπω καθαρά το πρόσωπό της. Στέκεται, αμύνεται με σθεναρή αυτοσυγκράτηση: «Εγώ πάω για ύπνο. Καληνύχτα!» Και τώρα ακόμα που είμαστε μακριά τόσο καιρό, πουλί δεν φτερουγίζει έξω απ’ τη φυλακή μου, δίχως να δω ολοζώντανο εκείνο το κορίτσι να κελαηδά όταν μιλά, να έρχεται σαν κύκνος, σαν πληγωμένου γερακιού φτερούγα να καθεύδει, η νύχτα των μαλλιών της. Και τώρα ακόμα νιώθω πως είναι ευτυχισμένη η ωραία μου πριγκηπέσσα. Τη βλέπω να χαϊδεύει με τα μπουμπούκια των δακτύλων της τα στήθη της. Κρυφά κοιτάζει∙ με κοιτάζει και γελούν τα μάτια της. Για ένα Θεό ανοίγουν τα μπουμπούκια της. Ένα Θεό αγκαλιάζει, και σπαρταρά∙ βαθιά πολύ, θανατερά: «Φίλα με και θα τρέξω κρυστάλλινο ποτάμι!» Και τώρα ακόμα κουβεντιάζουν στους δρόμους πόσον αδύναμη υπήρξε. Να ‘ξεραν πόση δύναμη χρειάστηκε να φτάσει μέχρις εμένα. Μπορούσαν άραγε όλοι αυτοί, που αγοράζουν κι αγοράζονται μ’ ασήμι και χρυσό να γράψουν την ελάχιστη σκιά κάτω απ’ τα μάτια της; Ποιός βασιλιάς την έφερε στο άχαρο κρεβάτι του; Μοναχικό κορίτσι μου, κρέμεται ακόμα πάνω μου σα φυλαχτό, το σθένος σου. Και τώρα ακόμα που θα δω τον ήλιο μόνο μια φορά να βγαίνει. Τώρα ακόμα, που δε θα ξαναδώ τ’ αστέρια -ούτε και θέλω- εκείνη σκέφτομαι άγρυπνη. Εγώ θα γείρω μια στιγμή κι ύστερα μέσα μου σιωπή. Εκείνη; Γείρε, ύπνε, τα βλέφαρά της κι άσε με μένα ν’ αγρυπνώ τον έσχατο ερχομό σου. Και τώρα ακόμα η αγωνία της μοναξιάς μου είναι μια: πως θα γλιστρήσει το φουστάνι στο κορμί της. Θα δω τα στήθη της, θα νιώσω τη ζωή που σφύζει μέσα τους, μια νύχτα πανικού στα εσώρουχά της θ’ ανατρέψει όλης της γης τη τάξη, θα ‘ναι πια χάδια τα κύματα, φιλιά οι τρικυμίες; Την έχω δει να μπαίνει στο ναό και να ‘ναι τα λουλούδια της, τα χέρια του ίδιου του Θεού. Και τώρα ακόμα όταν ακούω τους σοφούς να σαβανώνουν με λόγια ακατάσχετα τα νεκρωμένα νιάτα τους, μου λείπει η αρμύρα των ψιθύρων της, το χρώμα των στεναγμών που έσπερνε στον ύπνο της, ν’ ανθίσουν στον δικό μου λέξεις μικρές, ωστόσο σοφές, αιφνίδιες σα νερό κρύσταλλο κρύο κι άγριες σαν το μέλι. Και τώρα ακόμα θυμάμαι την αυγή να περιθάλπει τη κατάκοπην αγρύπνια του έρωτά της. Φωλιάζει μες στα χέρια μου, χαμογελά λιγνά όταν τρεκλίζει η γλώσσα μου το κάθιδρο έλεός της. Ξημέρωσε. Όλη νύχτα, τη σιωπή μοχθούσα του θανάτου. Ένα τραγούδι ακόμα! Ένα τραγούδι ακόμα… Και τώρα ακόμα ο ξυλοκόπος κι ο ψαράς γυρίζουν σπίτι όταν απάνω βγαίνει το φεγγάρι, με το τσεκούρι και το δίχτυ του μουσκίδι φως αχνό. Σηκώνεται η πορφυρή φλόγα στο παραγώνι και λέει: «Εμπρός, εμπρός! Έρωτα κι ύπνο αμέσως!» Κάποιος, κάπου τραγουδά. Κάποιο κορίτσι κρύβεται μέσα στις φυλλωσιές. Φέγγει στα στήθη της ολάκερο φεγγάρι. Κι εγώ θα πρέπει αύριο να πεθάνω. Και τώρα ακόμα σα να ‘χω όρεξη για προσευχές. Τουλάχιστον να πιάσω τη κουβέντα με τους Θεούς γι’ αυτό τον κόσμο, για τον άλλο, να ετοιμαστώ, να ετοιμάσω την ψυχή μου… Γονατίζω και λέω: «Πατέρα του φωτός, περίμενε λιγάκι ακόμα. Των σκοταδιών μητέρα, κράτησε λίγο ακόμα. Ένα φιλί… το πόδι της… ένα φιλί μονάχα…» Και τώρα ακόμα βλέπω το πρόσωπο, τα μάτια της να φεύγουν σαν τ’ αγρίμια μέσα σε δάσος σκοτεινό. Κι εγώ χαμένος κυνηγός. Γύρω νερά μοναχικά -δάκρυα σωστά- και πέρα κει στις φυλλωσιές θροΐζουν τα μαλλιά της. Τρέχω και πέφτουν τα σκυλιά επάνω μου. Ξυπνώ: σκόνη και πέτρα. Τι είναι εδώ; Είμαι θαμμένος; Και τώρα ακόμα όταν φιλά επάνω το φεγγάρι, τις θημωνιές στην αγκαλιά του θερισμού και το μεστό ροδάκινο στα χέρια των κλαδιών, γαλήνια τη βλέπω να εξοφλεί τα χρέη της στον έρωτα. Πυκνώνει, πέφτει σα δροσιά το φως των αστεριών. Μα δεν μας βρίσκει αγκαλιά στον κήπο, όπως πάντα. Θα πρέπει να νηστέψει χορτασμό κι αυτό το βράδυ. Και τώρα ακόμα ο έρωτας είναι Θεός κι η νύχτα η Θεά του. Όμως εγώ συνάντησα κάποτε το παιδί τους∙ κι ήταν ωραία, έλαμπε ολόκληρη, Θεέ μου! Δεν ονειρεύτηκα έκτοτε βαθύτερη ομορφιά. Νυχτώνω -ξέρω, ναι- όμως λάμπει επίμονα στο χέρι της το αμύθητο πετράδι του πρώτου μας καλοκαιριού. Και τώρα ακόμα απορώ πού βρίσκει τόσο μένος η αγάπη: αυτή, μια παλάμη, τρυφερή επιδερμίδα, δυο άμαχα χεράκια, να παλεύει σαν τίγρη, στην ηδονική παγίδα των δακρύων, που πέσαμε μαζί! Και τώρα ακόμα θυμάμαι πως θεωρούσα ομορφιά τα κυπαρίσσια και τα ρόδα, τα βουνά, τους λόφους και το κύμα. Ώσπου μια μέρα είδα των χεριών σου τις πεταλούδες να μυρώνουνε τον διάφανο αέρα. Σκέφτομαι κορυδαλλούς να παίζουν μες στις φυλλωσιές, παιδιά να λιάζονται γυμνά στις ακροποταμιές. Και τώρα ακόμα μετά από τόσες νύχτες των λευκών σου σεντονιών που μου στέρησε ο ύπνος, σκέπτομαι πως μπορεί να μην υπήρξε τόσο σκληρός μαζί σου. Το δικαιούσαι: έκλαψες πολύ. Φτωχή μου αγάπη, ο θάνατος στο κήπο τριγυρίζει, δε θ’ αργήσει να εισβάλει στα ερείπια των ελπίδων μου: φθινοπωριάζει. Και τώρα ακόμα θυμάμαι τη παραζάλη της φυγής μας, εκείνη την απελπισμένη έξοδο από το σκοτεινό ψέμμα του ύπνου στη κατάφωτη αλήθεια των ονείρων: τρέχαμε πλάι στο ποτάμι του χειμώνα, κι ο ήλιος ξεψυχούσε στα νερά, δίχως λουλούδια πια και χορτάρια να χαϊδεύονται στο τρυφερό του φως∙ σήκωσε την τελευταία του ακτίνα και μας έδειξε ανήμπορα τον δρόμο για τη Νιρβάνα, για τη θάλασσα… Και τώρα ακόμα σκέπτομαι μάτια σαν το μετάξι πρόθυμα να περιπαίξουν, να χαϊδέψουν, να τυλίξουν απαλά το σώμα μου∙ μάτια με βλέφαρα που ανοίγουν άλλα μάτια, όταν κλείνουν σκιερά. Σκέπτομαι, σκέπτομαι, θυμάμαι, το στόμα που αγάπησα, το μυρωμένο στόμα, τα δροσερά λουλούδια των χειλιών της, τη μεθυσμένη νύχτα των μαλλιών της, τα δάχτυλα, σαν τα λιγνά κλαριά που ανασαλεύουν τον πολύτιμο καρπό τους. Και τώρα ακόμα οι ζωγράφοι όλου του κόσμου, με τους λεπτούς καμβάδες τους, τα χρώματα τα εξαίσια, στις τρυφερές σκιές, αδυνατούν ν’ απεικονίσουν το φως του ήλιου στο λυγερό σώμα του κοριτσιού μου. Ζωγράφος δεν υπάρχει σαν το βλέμμα. Και τώρα ακόμα όταν βρέχει μες στη νύχτα, πλημμυρίζει ασήμι ο κόσμος. Κλείνω τα μάτια κι ονειρεύομαι το σώμα σου. Στέκομαι, λέει, πίσω απ’ το κρεβάτι μας: η νύχτα των μαλλιών σου πέφτει αργά στο έρημο μαξιλάρι. Απλώνεις ένα χέρι, έσχατο φως κι αναζητάς να πιάσεις ουρανό. Μάταιος κόπος. Και τώρα ακόμα σκέπτομαι τα πόδια σου να γυρεύουν να φωλιάσουν στα δικά μου. Τα ονειρεύομαι συχνά και τώρα ακόμα∙ όπως πάντα βιαστικά και σιωπηλά. Όταν ξυπνώ δεν κλαίω∙ κι ας είναι η απουσία σου το πρώτο πράγμα που βλέπω μες στο άθλιο φως της μέρας. Τί νόημα έχει πια; Ήρθε η ώρα να μαζεύω τη ψυχή μου και να φεύγω. Και τώρα ακόμα ξέρω τουλάχιστον πως είδα τους ανθρώπους ν’ αγαπιούνται. Είδα τον πόθο να τραβά δικούς του δρόμους μέσα στα μάτια τους. Το χάρηκα. Αυτός ο κόσμος που αφήνω πίσω μου ήταν φτερούγισμα πουλιού, φωτιές στων λόφων της κορφές. Αυτός ο κόσμος ήταν σα ζωγραφιστός, σαν ψεύτικος. Εκτός απ’ το κορίτσι μου. Αυτή… Και τώρα ακόμα παρηγοριά έχει ο θάνατος. Τουλάχιστον δίνει φτερά, κάπου πετάς, κι η νύχτα πια δεν έρχεται με τοίχους γυμνούς κι άδεια κρεβάτια. Κανένας δε φιλάει τους νεκρούς. Αν υπάρχει κάποια βρύση -έστω της λησμοσύνης- μπορείς τουλάχιστον να ξεδιψάσεις. Και τώρα ακόμα λέω πως δοκίμασα τουλάχιστον τη γεύση της ζωής. Μεγάλη ήταν η γιορτή. Τέλειωσε, πάει. Όμως -για δες- φως δυνατό! Αιώνιο φως! Και μέσα το κορίτσι μου! Ας έρθει το μαχαίρι. Έχω γιορτή!

Διαβάστε περισσότερα στο: www.ithaque.gr