Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Παραλλαγές πάνω σε μια νότα

 Είχαμε ακούσει το κονσέρτο του Μπετόβεν για βιολί και ορχήστρα. Δεν άκουγα, τον κοιτούσα. Δεν κοιτούσε, πάλλονταν. Δε θυμάμαι πια τον εκτελεστή,
κάποιος μεγάλος, ίσως ο Όιστραχ, με είχε συνεπάρει η μεταμόρφωση του άντρα που καθόταν πλαγίως μπροστά μου. Τα δάχτυλά του, ο λαιμός, οι ώμοι, όλα χορδές. Θυμάμαι ακόμα τις νότες από τα δάχτυλά του, τραγουδούσε το σώμα του. Δε χειροκρότησε, μείναν τα χέρια του άδεια ξαφνικά. Έφυγε τελευταίος. Τον περίμενα. Τον πήρα από το χέρι να του δείξω τον τόπο που γεννήθηκα. Τέλεια γεμάτο το φεγγάρι. Φτερουγίσματα γλαυκά οι κολόνες του Παρθενώνα, το παραμύθι της μυστικής Ακρόπολης με το μειδιάμα της κόρης που ζωντανεύει και πλαγιάζει δίπλα στον κούρο ερωτικά. Περπατάμε. Περπατάμε. Καθόμαστε στις πέτρες του Φιλοπάππου. Απέναντι μέσα στον ιστό του φεγγαριού κρέμεται ο Ναός της Απτέρου Νίκης. Άκουσα την ανάσα του βαθιά, σα να την είχε κρατημένη ώρες και τη λευτέρωσε απότομα. Είπε: Είχα οχτώ χρόνια ν’ ακούσω μουσική. Η ζωή είναι ωραία.

 Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ Απόσπασμα απο το βιβλίο «Σπαράγματα»

Διαβάστε περισσότερα στο: www.ithaque.gr