Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

Καίτης Γρίσπου «Μοιράζομαι και Ωριμάζω»

Η προσδοκία του κυνηγού για καλύτερο θήραμα, το μεγαλείο της φύσης και η έμφυτη ικανότητα του σκύλου να ιχνηλατεί και να οσφραίνεται από
απόσταση, οδήγησαν τα βήματα. Το σκυλί σήκωσε το κεφάλι του, «μύρισε» κάτι, άγνωστο τι, και έτρεξε προς ένα μονοπάτι όχι από τα εύκολα. Λίγο μετά ξαναγύρισε, γάβγισε επίμονα και ξανάφυγε. Το ίδιο επαναλήφθηκε δύο-τρείς φορές ακόμη, μέχρι που το αφεντικό του αποφάσισε να το ακολουθήσει ως ένα σημείο. Δύσβατη η συνέχεια, δύσβατη για τον άνθρωπο γιατί το σκυλί συνέχισε να κατεβαίνει και να γαβγίζει, μέχρι που το γάβγισμα έγινε ένα παρατεταμένο ουρλιαχτό. Τα Βαρδούσια, λένε οι εγκυκλοπαίδειες, οι αρχαίοι τα ονόμαζαν «Μέγιστον Όρος» και κατά τη Μυθολογία εκεί κατοικούσαν οι Λάμιες και οι Μούσες. Λάμιες, μυθικές γυναίκες που πλανεύουν τους ανθρώπους με τα θέλγητρά τους. Νεράιδες ή ξωτικά, ο φόβος και ο τρόμος των παιδιών. Δεν ήταν Λάμια αυτό που παρέσυρε το σκυλί προς τον γκρεμό και το ανάγκασε να πέσει στο άνοιγμα του βράχου, που έχασκε ανάμεσα σε σκίνα και βάτα, κάτι άλλο ήταν. Ο μικρός, δύο ετών, γκέκας, άρχισε να κλαίει ζητώντας απελπισμένα βοήθεια από το αφεντικό του. Η βοήθεια δεν άργησε να έρθει, μεγάλη εφεύρεση τα κινητά. Ο «σωτήρας» του σκύλου, όμως, στην προσπάθεια για τη διάσωσή του, βρέθηκε πολύ κοντά σ’ ένα σώμα σε προχωρημένη αποσύνθεση και μισοφαγωμένο από αρπακτικά πτηνά της περιοχής. Κάποιος άνθρωπος είχε γράψει τον επίλογο της ζωής του, παραδίνοντας το σώμα του στη λησμονιά και στην ανυπαρξία. Ίσως γιατί δεν μπόρεσε να βρει το κλειδί για τον παράδεισο, ίσως γιατί το βρήκε και το πέταξε στον υπόνομο. Ίσως γιατί…. Ου χαίρει επί τη αδικία Μέσα σε λίγη ώρα έφτασαν οι τοπικές αρχές, το νέο κυκλοφόρησε με ταχύτητα φωτός και όπως ήταν αναμενόμενο… τα κανάλια. Η χαρά του δημοσιογράφου. «Πιθανολογείται ότι το σώμα που βρέθηκε ανήκει σε άνδρα, μεσήλικα, συνεπώς, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι λύνεται το μυστήριο της εξαφάνισης του πλαστικού χειρουργού, που είχε εξαφανιστεί πριν από μήνες». Το σώμα ταυτοποιήθηκε και ήταν ο Θάνος Δημητρίου. Οι έρευνες τώρα έπρεπε να στραφούν και προς το μέσο με το οποίο έφτασε ως εκεί. Βρήκαν το αυτοκίνητο αρκετά χιλιόμετρα μακριά, κρυμμένο ανάμεσα σε δέντρα, πολλές μέρες μετά. Ήταν το αυτοκίνητο που «πήρε» τη ζωή του Αλέξη. Χωρίς να έχει επισκευαστεί. Εμφανώς δεν υπήρχε κάτι αξιοπρόσεκτο. Ανοίγοντας, όμως, το ντουλαπάκι βρήκαν ένα χαρτί διπλωμένο στα τέσσερα και ένα άλλο μικρό χαρτάκι, που έγραφε ένα κινητό τηλέφωνο χωρίς όνομα. Ήταν η επόμενη κίνηση που θα έκαναν. Να έρθουν σε επαφή με τον κάτοχο του κινητού. «Ντροπή, αποτροπιασμό, απόγνωση και τύψεις. Υπηρέτησα την ομορφιά, αρνούμαι να ζήσω άλλο την ασχήμια της πράξης μου. Ζητώ συγγνώμη από την οικογένεια του νέου και την οικογένεια μου. Θέλω…» Ο γραφικός χαρακτήρας μαρτυρούσε άνθρωπο που βρισκόταν σε πλήρη σύγχυση. Είχε αφήσει μισοτελειωμένη μια επιθυμία του. Είχε αφήσει, όμως, και τη μνήμη του λαβωμένη. Τίποτε απ’ όσα είχαν γίνει δεν μπορούσε να αλλάξει. Οι τεθνεώτες δεδικαίωνται, ας είναι και έτσι γιατί αν ήταν αλλιώς τελειωμό δεν θα ‘χαν τα πάθη του κόσμου.

 Aπόσπασμα από το μυθιστόρημα της Καίτης Γρίσπου «Μοιράζομαι και Ωριμάζω» Ανεμος Εκδοτική
Διαβάστε περισσότερα στο: www.ithaque.gr