Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα

Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ […]
 Τα μάτια του επισκέπτη άνοιξαν διάπλατα, και συνέχισε να ψιθυρίζει, κοιτώντας τη σελήνη: Κρατούσε στα χέρια της μερικά από εκείνα
τα απαίσια, τρεμουλιαστά, κίτρινα λουλούδια. Ένας διάολος ξέρει πώς τα λένε, αλλά άγνωστο γιατί, είναι τα πρώτα που εμφανίζονται την άνοιξη στη Μόσχα. Κι αυτά τα λουλούδια ξεχωρίζανε τόσο ζωηρά πάνω στο μαύρο ανοιξιάτικό της παλτό. Κρατούσε κίτρινα λουλούδια! Άσχημο χρώμα. Έστριψε από την οδό Τβερσκάγια σ’ ένα στενό και τότε γύρισε και κοίταξε. Λοιπόν, την Τβερσκάγια την ξέρετε; Θα πρέπει να περπατούσαν εκεί χιλιάδες άνθρωποι, αλλά σας ορκίζομαι πως εκείνη είδε μόνον εμένα και με κοίταξε, δε θα έλεγα ανήσυχα, μάλλον αρρωστημένα. Δε μου έκανε τόσο εντύπωση η ομορφιά της, όσο η απίθανη, απερίγραπτη μοναξιά που φανέρωναν τα μάτια της! Υποταγμένος σ’ αυτό το κίτρινο σήμα, έστριψα κι εγώ στο στενό, ακολουθώντας την. Περπατούσαμε στο στραβό, πληχτικό στενό, σιωπηλά, εγώ από τη μια πλευρά και εκείνη από την άλλη. Και δεν υπήρχε στο στενό, το φαντάζεστε, ούτε ψυχή. Βασανιζόμουνα, γιατί ένιωθα πως ήταν απαραίτητο να της μιλήσω και αγωνιούσα μήπως δεν κατάφερνα να της πω ούτε μια λέξη και εκείνη θα έφευγε κι εγώ ποτέ πια δε θα την ξανάβλεπα. Και για φανταστείτε, ξαφνικά μου μίλησε εκείνη: –          Σας αρέσουν τα λουλούδια μου; Θυμάμαι καθαρά πως ακούστηκε η φωνή της αρκετά χαμηλή, αλλά σαν ραγισμένη, κι όσο ανόητο κι αν ήταν αυτό, μου φάνηκε πως αντήχησε σε ολόκληρο το στενό, κι η ηχώ της γύρισε πίσω από τον κίτρινο βρώμικο τοίχο. Πέρασα γρήγορα στην απέναντι πλευρά και πλησιάζοντας της απάντησα: –          Όχι. Εκείνη με κοίταξε κατάπληκτη, και ξαφνικά, τελείως απροσδόκητα, κατάλαβα ότι σε όλη μου τη ζωή αγαπούσα αυτή τη γυναίκα! Απίθανο δεν είναι; Θα πείτε, φυσικά, πως είμαι τρελός; –          Τίποτα δε λέω, φώναξε ο Ιβάν και πρόσθεσε: σας ικετεύω, προχωρήστε παρακάτω! Και ο επισκέπτης συνέχισε: –          Ναι, με κοίταξε κατάπληκτη και μετά ρώτησε: –          Δεν αγαπάτε καθόλου τα λουλούδια; Στη φωνή της υπήρχε, όπως μου φάνηκε, κάποιος εχθρικός τόνος. Περπατούσα δίπλα της, προσπαθώντας να ακολουθήσω το βήμα της και παραξενευόμουν που δεν ένιωθα καμία συστολή. –          Όχι, μ’ αρέσουν τα λουλούδια, όχι όμως αυτά, είπα. –          Τότε ποια; –          Αγαπώ τα τριαντάφυλλα. Την ίδια στιγμή μετάνιωσα γι’ αυτό που είπα, γιατί εκείνη χαμογέλασε ένοχα και πέταξε τα λουλούδια στο χαντάκι. Τα έχασα λιγάκι, αλλά τα μάζεψα και της τα έδωσα, όμως εκείνη τα έσπρωξε χαμογελώντας και έτσι τα κουβάλαγα εγώ. Περπατούσαμε σιωπηλά αρκετή ώρα, ώσπου άρπαξε τα λουλούδια από τα χέρια μου και τα πέταξε στο δρόμο, μετά γλίστρησε το χέρι της με το μαύρο γάντι, που είχε μια μανσέτα σαν χωνί, στο δικό μου και συνεχίσαμε το δρόμο μας. Αφιερωμένο στον Ben, που μου χάρισε αυτό το βιβλίο, αλλά ποτέ δε το διάβασα έτσι όπως του αξίζει.

Διαβάστε περισσότερα στο: www.ithaque.gr