Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Παύλου Νιρβάνα «Το Αγριολούλουδο»

Στην πλώρη του βαποριού, μακριά απ’ τους άλλους επιβάτες, διψώντας μοναξιά, θέλοντας να μείνει μοναχός του με τον ουρανό,
το πέλαγο και τον πόνο του, ο Άλκης είχε ακουμπήσει απάνω στο παραπέτο και άφηνε τη σκέψη του να φεύγει και να ταξιδεύει, χωρίς σκοπό και χωρίς τέλος,μαζί με τα κύματα, μαζί με τους λευκούς αφρούς. Για μια στιγμή συλλογίστηκε το άλλο του ταξίδι εδώ και λίγους μήνες όταν γύριζε από την Ευρώπη. Έφευγε και τότε από τον ίδιο τον εαυτό του, γυρεύοντας να βρεθεί μακριά απ’ τον ωραιότερο κύκλο της ζωής του, από τον κύκλο της αγάπης. Έπρεπε και τότε να ξεχάσει μια γυναίκα, που είχε αφήσει σκληρά πίσω του, μια γυναίκα που είχε δεθεί με τις καλύτερες μέρες της νεότητάς του. Κι έκανε ο ίδιος στον εαυτό του το κακό, που μόνος ο θάνατος θα μπορούσε να του κάνει, ο θάνατος που τόσες φορές τον είχε φοβηθεί στις στιγμές της ευτυχίας του. Και τώρα πάλι τα ίδια. Έφευγε πάλι μακριά από την ευτυχία του, έφευγε όπως φεύγει κανείς από μια θεομηνία, μια καταστροφή. Έφευγε πάλι κυνηγημένος από τον ίδιο τον εαυτό του. Και γιατί όλ’ αυτά; Θυμήθηκετα λόγια της θείας του. — Σε συγχαίρω, Άλκη, γιατί δείχνεις πως έχεις θέληση… Γέλασε πικρά μια στιγμή. Θέληση! Αλλά τι είναι θέληση; Είναι το να αντιστέκεται κανένας σε όλα τα ορμέμφυτα της ψυχής του, να σβήνει μ’ένα φύσημα όλους του τους πόθους, να συντρίβει με τα ίδια του χέρια την ευτυχία του; Και δεν είναι θέληση το ν’ αντιταχθεί κανείς στηθέληση των άλλων, στη γνώμη της κοινωνίας, στη δεισιδαιμονία του κοινωνικού νόμου, και να υπερασπίσει τον εαυτό του εναντίον της επιβουλής των άλλων; Και όμως, ένας άνθρωπος, που έχει τη θέληση αυτή, την πραγματική, τη φυσιολογική θέληση, που απορρέει από τις πιο απόκρυφες ανάγκες της ζωής του, θεωρείται ένας άβουλος, ένας άνθρωπος χωρίς χαρακτήρα. Τι αστεία πράματα! Ένας ναύτης πέρασε κοντά του και του ζήτησε το τσιγάρο του ν’ ανάψει. — Από πού είσαι, παλικάρι; τον ρώτησε, από ανάγκη να βγει μια στιγμή από το λαβύρινθο των λογισμών του. — Απ’ το Καρπενήσι! είπε ο ναύτης. — Κι έγινες θαλασσινός; — Ο πατέρας μου ήθελε να με κάνει τσοπάνη, όπως ήτανε και ο ίδιος.Εγώ δεν ήθελα! Μ’ άρεσε να γυρίζω τον κόσμο. Κι έφυγα κρυφά από τοσπίτι μας. — Δε μετάνιωσες τώρα; Ο ναύτης γέλασε. — Γιατί να μετανιώσω; Έκανα αυτό που μ’ άρεσε! Άναψε το τσιγάρο του και χώθηκε σφυρίζοντας στο καμπούνι της πλώρης. — Αυτή είναι η αληθινή θέληση! είπε μέσα του ο Άλκης. Και όμως, πώς έχασαν τη σημασία τους τα λόγια! Την αβουλία και την υποταγή σε μια πρόληψη τη λέμε θέληση και λέμε αβουλία την αντίσταση του ορμέμφυτου στην κοινωνική συνθήκη. Έσκυψε προς τη θάλασσα, που τη χρύσωναν οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου. — Δεν έπρεπε να φύγω! είπε σε λίγο. Δεν έπρεπε! Και είχε μιλήσει, φαίνεται, δυνατά, γιατί ξαφνίσθηκε από τον ήχο της φωνής του. Σηκώθηκε κι έκανε λίγα βήματα απάνω κάτω στο κατάστρωμα. Ένοιωθε με το σούρουπο ένα βάρος να πλακώνει το στήθος του. Αν ήτανε στο χέρι του, θ’ άρπαζε το τιμόνι του βαποριού και,με μια γρήγορη στροφή,θα ’βαζε πλώρη προς την Αθήνα, θα γύριζε απο κεί που ήρθε, χωρίς να λογαριάσει τίποτε, κανέναν. Δεν είχε τάχα το δικαίωμα; Και είχε το δικαίωμα ο καπετάνιος του καραβιού να διευθύνει και τη δική του ζωή,όπως διεύθυνε το άψυχο εκείνο καράβι, και να την ταξιδεύει σύμφωνα μ’ ένα δρομολόγιο, που το είχε συντάξει η θεία του; Και η ψυχή του λοιπόν; Η δική του η ψυχή δεν ήταν ο καπετάνιος της ζωής του; Δεν ήτανε τίποτε η ψυχή του; Ένοιωσε να τον πνίγει ένα βαθύ παράπονο.Και παρηγορήθηκε μονάχα με μια ξαφνική απόφαση. Να βγει στο πρώτο λιμάνι που θα ’πιανε το βαπόρι και να ξαναγυρίσει πάλι στην Αθήνα. Ξανακάθισε πάλι στα μπάγκο, ησυχότερος τώρα, παρηγορημένος από την απόφασή του. Ο σκύλος του, ο Γκραφ, που ήτανε κουλουριασμένος στα πόδια του, σηκώθηκε άξαφνα, έβαλε τα πόδια του απάνω στα γόνατά του και τον κοίταξε στα μάτια, σα να ’θελε να τον ρωτήσει κάτι. Του χάιδεψε με αγάπη το μεγάλο, έξυπνο κεφάλι. — Ναι, του είπε, σα ν’ απαντούσε στην άφωνη ερώτηση του ζώου· ναι,καλέ μου φίλε! θα ξαναγυρίσουμε, θα ξαναγυρίσουμε γρήγορα. Μη λυπάσαι! Με την υπόσχεση αυτή, που έδωσε στο πιστό του ζώο, για να τη δώσει στον εαυτό του, παρηγορήθηκε. Είχε πάρει την απόφασή του, που καμιά δύναμη δε θα τον έκανε να την αλλάξει. 

Aπόσπασμα από το μυθιστόρημα του Παύλου Νιρβάνα «Το Αγριολούλουδο»
 www.ithaque.gr