Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

«Το κορίτσι με τα πορτοκάλια» του Γκάαρντερ Γιοστέιν.

Αν κοιμάμαι που και που αυτές τις ώρες, δεν είναι επειδή δεν αισθάνομαι καλά, αλλά επειδή δεν μπορώ να ησυχάσω τη νύχτα. Τη νύχτα καταλαμβάνομαι απο σκέψεις, χορεύουν σαν τρελές στο μυαλό μου. Μόλις πάω
να κοιμηθώ εμβαθύνω σε όλα αυτά, τα λυπητερά αινίγματα, σ’ αυτό το μεγάλο, κακό παραμύθι όπου δεν υπάρχουν καλές νεράιδες, μόνο κακές προφητείες σκοτεινά ξωτικά και ζοφερά αερικά.Έτσι είναι προτιμότερο να στερούμαι το νυχτερινό ύπνο, προτιμώ να λαγοκοιμάμαι στον καναπέ με το φως της ημέρας.  Δεν μου είναι δύσκολο να μένω ξύπνιος όταν γνωρίζω ότι εσύ και η Βερόνικα είστε σπίτι, όταν ξέρω οτι οι δυο σας κοιμάστε. Εξάλλου ξέρω οτι αρκεί να ξυπνήσω τη Βερόνικα, καμιά φορά το κάνω και τότε κάθεται και μου κρατάει παρέα. Ελάχιστες φορές μείναμε άγρυπνοι όλη τη νύχτα. Δε συζητούσαμε σχεδόν καθόλου, καθόμασταν απλώς μαζί. […]  Σκέφτομαι επίσης ότι το χέρι που κρατώ τώρα, θα το κρατώ μέχρι το τέλος, ίσως σε κάποιο κρεβάτι νοσοκομείου, ίσως πολλές συνεχόμενες ώρες μέχρι τελικά να αναγκαστώ να παραιτηθώ και να τα αφήσω όλα πίσω μου.Έτσι αποφασίσαμε να γίνει, μου το υποσχέθηκε. Μου κάνει καλό να το σκέφτομαι. Κι είναι απερίγραπτα θλιβερό να το σκέφτομαι. Αφήνοντας το Σύμπαν θ’ αφήσω ένα ζεστό, ζωντανό χέρι, το χέρι του κοριτσιού με τα πορτοκάλια.  Φαντάσου να υπήρχε και στην άλλη πλευρά ένα χέρι που θα μπορούσαμε να το κρατάμε! […]  Κληρονόμησα από τον πατέρα μου μια βαθιά θλίψη για το γεγονός ότι θα έπρεπε κάποτε να εγκαταλέιψω αυτό τον κόσμο.Έμαθα να συλλογίζομαι βραδιές σαν αυτές που δε θα τις ξαναζήσω πια! Αλλά κληρονόμησα επίσης ένα μάτι για το πόσο ωραία είναι η ζωή….. Τώρα τα καταλαβαίνω όλα. Μόλις τώρα η ψυχή και το σώμα μου καταλαβαίνουν τι θα πει να μην υπάρχεις….. Οργίζομαι όταν σκέφτομαι ότι μια μέρα θα χαθώ και θα είμαι απών όχι 1-2 βδομάδες όχι 4 ή 400 χρόνια αλλά εις τους αιώνες των αιώνων.Αισθάνομαι σαν να έχω πέσει θύμα αστείου ή φάρσας, επειδή αρχικά ήρθαν και μου είπαν : «Ιδού ένας ολόκληρος κόσμος όπου μπορείς να ξεφαντώσεις.Έδώ είναι η κουδουνίστρα σου, εδώ είναι το τρενάκι σου εδώ το σχολείο όπου θα πας το φθινόπωρο.» Για να μου πουν ύστερα: «Την πάτησες Πρωταπριλιά, Πρωταπριλιά!» Και να μου πάρουν από τα χέρια όλο τον κόσμο…….. Είναι γεγονός οτι νοιώθω από τώρα σαν φάντασμα.  Κάθε φορά που το σκέφτομαι βαριανασαίνω. Έτσι καταλαβαίνω γιατί συχνά τα φαντάσματα βαριανασαίνουν και ξεφυσούν σαν ηλίθια. Με αυτό τον τρόπο δεν θέλουν να τρομάξουν τους ανθρώπους που γεννήθηκαν ύστερα από αυτά. Αλλά είναι τρομαχτικά δύσκολο ν’ αναπνεύσουν σε μια εποχή που δεν είναι δική τους.  Δεν έχουμε απλώς μια θέση στην ύπαρξη. Έχουμε και τον χρόνο που μας αναλογεί. Το αλαζονικό παιχνίδι της ζωής δεν αφήνει χώρο για μνήμη και απόηχο, αρκείται να ασχολείται με τον εαυτό του. Αυτός ηταν ο κανόνας του παραμυθιού απ’ όπου ερχόταν το κορίτσι με τα πορτοκάλια. Τώρα μάλιστα θυμήθηκα το όνομα αυτού του παραμυθιού. Λεγόταν Έλα-στ’-όνειρο-μου! Όλα τα παραμύθια έχουν τους κανόνες τους, ίσως μάλιστα αυτοί οι κανόνες είναι που κάνουν τα παραμύθια να διαφέρουν μεταξύ τους. Δεν είναι απαραίτητο να καταλαβαίνεις αυτούς τους κανόνες. Πρέπει απλώς να τους τηρείς. Αν δεν το κάνεις, τότε οι υποσχέσεις δεν εκπληρώνονται. 

Aπόσπασμα από «Το κορίτσι με τα πορτοκάλια» του Γκάαρντερ Γιοστέιν.
 www.ithaque.gr