Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

Vladimir Mayakovsky (απόσπασμα από το ποίημα «Σύγνεφο με παντελόνια»)

Νομίζετε ίσως πως παραμιλάει ο πυρετός; Έγινε. Έγινε στην Οντέσσα. «Θα ‘ρθω στις τέσσερις», είπε η Μαρία. Οχτώ Εννέα Δέκα Να και το βράδυ Έφυγε απ’ το παράθυρο μες στ’ ανατρίχιασμα της νύχτας
κατσουφιασμένο Δεκεμβριανό. Πίσω απ’ την ξαχαρβαλωμένη πλάτη χλιμιντράν χαχανίζουν τα πολύφωτα. Και να τεράστιος καμπουριάζω στο παράθυρο λυώνοντας με το κούτελο το τζάμι. Ακόμα, ακόμα, με το πρόσωπο ζουληγμένο πάνω στο βλογιοκομμένο πρόσωπο της βροχής, περιμένω πιτσιλισμένος απ’ τον κεραυνό των παφλασμών της πολιτείας. Το μεσονύχτι σειώντας το γυμνό μαχαίρι του, έφτασε, τον έσφαξε. Πετάχτε τον. Έπεσε κ’ η δωδέκατη ώρα σάμπως κεφάλι εκτελεσμένου απ’ το ικρίωμα. Άξαφνα οι πόρτες τρίζουν σα να χτυπάνε από το κρύο τα δόντια της εισόδου. Μπήκες εσύ, απότομα σαν ένα «πάρ’ το» βασανίζοντας το σεβρό του γαντιού σου κ’ είπες: «Ξέρετε — παντρεύομαι». Τι να γίνει, παντρευτείτε. Δεν πειράζει. Θα κάνω κουράγιο. Βλέπετε — τι ήρεμος που είμαι! Σαν το σφυγμό ενός νεκρού. 

Vladimir Mayakovsky (απόσπασμα από το ποίημα «Σύγνεφο με παντελόνια») μετάφραση, Γιάννης Ρίτσος

Διαβάστε περισσότερα στο: www.ithaque.gr