Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Δεν ήθελα να μ’ αγαπήσεις, ρε διάολε. Να περάσω καλά ήθελα.

Ποτέ δε θέλησα να μ’ αγαπήσεις. Να περάσουμε καλά ήθελα και πίστευα, ανόητα, πως ήταν αμοιβαίο. Καλοκαιρινός έρωτας έλεγα, ένταση και πάθος, βουτιές, κοκτέιλ, απόμερες παραλίες
κι όλα αυτά τα σχετικά. Καλά περνούσαμε, τι τον ήθελες τον έρωτα, μου λες;
Έτσι για να πεις ότι ένιωσες κάτι; Δεν είναι παράσημο ο έρωτας να τον στολίζεις πάνω στο σακάκι σου και να δείχνεις ότι κέρδισες κάτι ή έχεις κάποιο αξίωμα. Αλλά εσύ μπερδεύτηκες. Νόμιζες πως κυκλοφορώντας με κάποια, θα σε βλέπουν διαφορετικά. Αλλά έτσι σου έμαθαν, πως το να έχεις μία σχέση είναι υποχρέωση και βιτρίνα απλά για να δείχνεις κοινωνικός.
Λάθος έκανες όμως. Δεν ήθελα να είμαι ούτε η βιτρίνα σου, ούτε ο έρωτάς σου. Ήθελα να περάσω απλά καλά. Πόσες φορές να το πω για να το καταλάβεις; Ξεκαθάρισα τη θέση μου απ’ την αρχή κι αυτό σου άρεσε. Σε γοήτευσε η μπέσα μου, είπες, και τα σταράτα λόγια μου. Σπάνιο προσόν στις μέρες μας.
Κολακεύτηκα και δεν το έκρυψα. Οι φιλοφρονήσεις έδιναν κι έπαιρναν εκείνο το βράδυ όπως και τα σφηνάκια. Τρεις μήνες μετά και συνεχίσαμε να βγαίνουμε παρόλο που τελείωσαν οι διακοπές. Στο ίδιο μοτίβο, ελεύθερα πράγματα, καμία δέσμευση, μόνο καλοπέραση.
Μέχρι που άρχισες να ζορίζεσαι. Να σε ενοχλεί η έλλειψη αποκλειστικότητας, τα βράδια που κοιμόμασταν χώρια, οι φωτογραφίες με άλλα πρόσωπα.
Δεν έπαιζα μαζί σου. Ούτε γυρνούσα με άλλους κι ας σου πλάσαρα μια εικόνα τελείως διαφορετική. Δεν ήσουν ένας από τους πολλούς για να καλύψουν τα κενά μου. Σε αποκλειστικότητα με είχες κι ας μην το ήξερες. Γιατί δεν ήθελα να το ξέρεις. Γιατί φοβήθηκα.
Πίστευα πως αν εκδήλωνα συναισθήματα, αν δημιουργούσα μία σχέση πιο καθημερινή και μια άλλη τριβή μαζί σου, πως θα χαθεί ό,τι είχαμε. Οι άνθρωποι έχουν την τάση να φοβούνται τη δέσμευση γιατί έχουν μια πολύ λανθασμένη εικόνα γι αυτήν. Επίσης, έχουν την ιδιότητα να θεωρούν δεδομένο κάποιον που τους δηλώνει ελεύθερα τα συναισθήματά του.
Ε, λοιπόν, δεν ήθελα να γίνω το δεδομένο σου. Μ’ άρεσε η εικόνα που είχες φτιάξει για μένα. Της ανεξάρτητης, μυστηριώδους γκόμενας που σε βασάνιζε μέχρι να βρεθείτε. Που σ’ έκανε ν’ ανυπομονείς να τη δεις αλλά δε σου άφηνε περιθώρια για τίποτα άλλο. Γι αυτό από την αρχή σου ξεκαθάρισα πως κομμένα τα πολλά-πολλά.
Έτσι, χαλιναγωγούσα τον εαυτό που κάθε φορά που πήγαινε να νιώσει κάτι περισσότερο από απλή επιθυμία για σαρκική απόλαυση. Ήθελα να μας ενώνει μόνο ο πόθος για την ηδονή. Αλλά λογάριαζα χωρίς τον ξενοδόχο.
Διεκδικούσες κάθε μέρα όλο και περισσότερο την προσοχή και την αφοσίωσή μου. Κουράστηκα να το παίζω ιστορία και δήθεν. Αφέθηκα. Ήρθα να μείνουμε μαζί όπως τόσο πολύ ήθελες. Κι όλα πήγαιναν τέλεια….τον πρώτο μήνα.
Μετά όμως… έγινε αυτό ακριβώς που φοβόμουν. Έγινα το δεδομένο σου. Σταμάτησες να με διεκδικείς, να παλεύεις για μένα. Βλέπεις, πλέον κοιμόσουν κάθε βράδυ δίπλα μου και δεν είχες τον παραμικρό φόβο πως μπορεί να είμαι με κάποιον άλλον. Η άλλοτε μυστηριώδης παρουσία μου, έγινε πια φορτική. Ο εγωισμός σου είχε καλυφθεί πλήρως και πλέον δε με είχες ανάγκη.

Έλειπες ατελείωτες ώρες, γυρνούσες και μπεκρόπινες με κάθε θηλυκό που γνώριζες. Ήσουν απότομος. Σταμάτησαν και τα γλυκόλογα κι οι τρυφερότητες.
Στο είχα πει πολλές φορές. «Μη μπλέκεις σε μονοπάτια που δεν μπορείς να βαδίσεις. Δεν είμαι εγώ για έρωτες.» Επέμεινες όμως και πάλεψες για να με μεταπείσεις. Και τα κατάφερες. Μ’ έκανες ν’ αναθεωρήσω και να πιστέψω στον έρωτα.
Τι κέρδισα όμως; Έναν τσαλακωμένο εγωισμό και μια ρημαγμένη υπερηφάνεια στον ώμο.
Γέμισα τη βαλίτσα μου κι επέστρεψα πίσω στο νησί. Σ’ εκείνο το νησί που ξεκίνησαν όλα. Ίσως καταφέρω να ξαναβρω τον εαυτό μου και να μην του επιτρέψω την επόμενη φορά να την πατήσει με τα γλυκόλογα κανενός. Καλά ήμουν όσο φορούσα τη μάσκα της απελευθερωμένης, τι το θελα.
Ξαφνικά άρχισες να με ψάχνεις. Να με παρακαλάς να γυρίσω στο σπίτι μας, να συνεχίσουμε τη σχέση μας και λες πως θα έχω την αμέριστη προσοχή σου. Πως θα με διεκδικείς καθημερινά και θα μου δείχνεις πόσο μ’ αγαπάς.
Δεν ήθελα να μ’ αγαπήσεις, ρε διάολε. Μ’ αγαπάω εγώ και μου φτάνει. Να περάσω καλά ήθελα χωρίς έγνοιες και μαλακίες.
Τώρα με ψάχνεις. Τάζεις ουρανούς και πετραχήλια, μοιράζεις υποσχέσεις και τα συναφή. Δε θέλεις εμένα όμως. Την εικόνα που σου πούλησα θέλεις για να μπορείς να επιβεβαιώνεσαι. Λυπάμαι, δε θα παίξω άλλο αυτό το ρόλο.
Και να θυμάσαι κάτι τελευταίο.
Οι άνθρωποι πάντα μοιάζουν πιο όμορφοι όταν φεύγουν…
Γράφει η Δώρα Κουτσογιάννη
http://www.anapnoes.gr/