Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Σε άγγιζα και γέμιζε το μέσα μου.

Η ώρα περασμένη. Η μέρα αδιάφορη. Εγώ σε μία κατάσταση, που δεν μπορώ να ελέγξω τον εαυτό μου, ούτε και τη μνήμη μου. Πάλι γυρίζει
σε σένα η ρουφιάνα. Σε σένα και τους εξωπραγματικούς οργασμούς που μου χάριζες. Εκείνους που δε χρειαζόταν να είμαι γυμνή για να τους νιώσω.
Στην αρχή, νόμιζα πως ήσουν κάτι περαστικό. Ένας ενθουσιασμός, μια καψούρα. Κάτι απ’ αυτά, που σβήνουν γρήγορα. Κατάλαβα ότι ήσουν έρωτας, όταν δε χρειάστηκε να βγάλω τα ρούχα για να με κάνεις να τελειώσω.
Υπήρχε μια μαγεία που ασκούσες πάνω μου, απλώς και μόνο με την παρουσία σου. Δεν μπορώ να το εξηγήσω διαφορετικά. Το άρωμα σου μεθυστικό τόσο, όσο όλο το αλκοόλ του κόσμου. Είχες ένα βλέμμα που με προκαλούσε συνεχώς. Ένα βλέμμα που με ‘κανε να θέλω να γίνω δική σου εκείνη τη στιγμή. Κάθε στιγμή.
Με κοιτούσες έντονα, απαιτητικά, όπως κάθε γυναίκα θέλει να την κοιτάζουν. Έμοιαζες με κατακτητή και ‘γω ανυπομονούσα να με λεηλατήσεις και να σου παραδοθώ. Το άγγιγμα σου πάνω μου ήταν διαφορετικό απ’ όλα όσα είχα μέχρι τότε δοκιμάσει. Άγγιζες το δέρμα μου κι ανατρίχιαζε η ύπαρξή μου. Άγγιζα εγώ εσένα και γέμιζε το μέσα μου.
Η ταραχή, που προκαλούσε η παρουσία σου μέσα μου κι έξω μου, ζωντάνευε όλες μου τις αισθήσεις και με ‘κανε να σε λαχταρώ ακόμη περισσότερο. Δεν άντεχα την αναμονή, κι ας είχαν περάσει μόνο μερικά λεπτά απ’ τη στιγμή που μπήκες στο δωμάτιο. Η σκέψη τι θ’ ακολουθούσε μετά μ’ αναστάτωνε. Μ’ έκανε να φαντάζομαι εικόνες και να φτιάχνω μικρά και σύντομα τρέιλερ για το υπόλοιπο της νύχτας μου μαζί σου.
Τόσο πολύ σε ήθελα. Τόσο που δεν κατάφερα να θελήσω κανέναν άλλο. Σε ήθελα τόσο που για μένα είχες μόνο μια θέση στον κόσμο. Κι αυτή ήταν μέσα μου. Δε χρειάστηκε ποτέ να σταθώ γυμνή μπροστά σου για να έρθω σε οργασμό. Δε χρειάστηκε να βγάλω τα ρούχα μου, γιατί ξεγύμνωσες την ψυχή μου και μεγαλύτερη καύλα δεν υπάρχει απ’ αυτή.
Στη γυναίκα είναι όλα θέμα εγκεφάλου. Όλα περνάνε από ‘κει. Άναψέ την εγκεφαλικά και θα φωτίσει και το πιο βαθύ σκοτάδι σου. Παρ’ της το μυαλό και το σώμα θ’ ακολουθήσει, λένε. Δεν ήξερα, αν ισχύουν αυτές οι φήμες. Δεν ήξερα, μέχρι που σε γνώρισα. Μέχρι που τα σώματά μας έγιναν ένα. Μου γάμησες το μυαλό τόσο καλά, ρε διάολε, κι εκεί οφείλεται το γεγονός πως μαζί σου ήμουν ασυγκράτητη. Μαζί σου το κρεβάτι ήταν καλύτερο από κάθε άλλη φορά.
Όσο καλός ήσουν να μου χαρίζεις, χωρίς προσπάθεια, στιγμές αξεπέραστης ηδονής, όσο καλά ήξερες τα κουμπιά μου και πώς να καθοδηγείς τις αντιδράσεις μου, τόσο κακός ήσουν σ’ όλα τ’ αλλά. Στις αγκαλιές, στα φιλιά, στην επόμενη μέρα που δε μας βρήκε ποτέ μαζί. Και μένα δε μου έφταναν μόνο μερικοί οργασμοί.
Τώρα, τόσο καιρό μετά, τόσα χρόνια μετά, συνεχίζεις να κατέχεις τα σκήπτρα σου κι αρνείσαι πεισματικά να τα δώσεις αλλού. Η ώρα περασμένη. Η μέρα αδιάφορη. Στο πάτωμα υπάρχουν ρούχα, που εύχομαι να ήταν δικά σου. Ακόμη τους συγκρίνω όλους μαζί σου. Ακόμη σε ψάχνω σε κρεβάτια ξένα και σε πρόσωπα άγνωστα.
Είχα την τύχη να γνωρίσω κάποιον, να μου μάθει και μένα λίγο από έρωτα. Είχα την κατάρα να είσαι εσύ αυτός. Δεν μπλέχτηκα ποτέ με εξαρτήσεις, όμως, εθίστηκα σε σένα.
Της Ελευθερίας Ηλιοπούλου
http://www.anapnoes.gr