Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Δε θα σε προδώσω, ούτε θα σʾ αλλάξω με κανέναν.

Δεν είμαι τέλειος άνθρωπος, αυτό το ξέρω κι από μόνη μου. Μη μου το υπενθυμίζεις.
Άσε τους άλλους τι λένε, επειδή βλέπουν ένα μικρό νούμερο στο τζιν και μια συμπαθητική φάτσα που χαμογελά
και σου χτυπάνε την πλάτη, λέγοντάς σου πόσο τυχερός είσαι.
Δεν είμαι άγγελος, ούτε καν πλησιάζω την έννοια του καλού.
Ξέρω πως είμαι πολυλογού καμιά φορά. Τόσο, που απορώ κι εγώ πού βρίσκω συνεχώς κάτι να πω. Ξέρω πως γκρινιάζω και παραπονιέμαι για το παραμικρό, όπως το γιατί βγαίνεις χωρίς μπουφάν, όταν εγώ κρυώνω.
Και νευριάζω συχνά. Ειδικά όταν χάνω στο τάβλι διπλό το παιχνίδι. Το κλείνω με δύναμη κι υπόσχομαι πως είναι η τελευταία φορά που παίζω μαζί σου.
Ξέρω, επίσης, πως στέλνω συνέχεια μηνύματα στο κινητό, για να σε ρωτήσω 500 φορές την ημέρα «τι κάνεις» ή να σου πω ένα σωρό άχρηστες πληροφορίες. Ας μου έχεις πει πως έχεις δουλειά και θα μιλήσουμε αργότερα.
Ζηλεύω. Καμιά φορά περισσότερο από πολύ, γιατί δε μου αρέσει νʾ απειλούμαι, ότι θα σε χάσω ˙ εσένα που μαζί έχουμε λουστεί σκατά κι έχουμε μοιραστεί τόσα όμορφα.
Γίνομαι σπαστική τις μέρες που ξυπνάω μέσα στα άγρια μεσάνυχτα και θυμάμαι να ρωτήσω αν με αγαπάς κι έπειτα αρχίζω να σου φιλάω τη μύτη, τα μάγουλα και τα μαλλιά, ενώ εσύ θες να ξεκουραστείς.
Έχω αρκετές φοβίες όπως το να είμαι σʾ ένα θεοσκότεινο δωμάτιο. Ανασφάλειες, ακόμη περισσότερες, που με κάνουν να σου λέω, ότι δεν νοιάζεσαι για μένα.
Κι όταν κοιμόμαστε μαζί, κολλάω πάνω σου σαν στρείδι, για να μυρίζω τʾ άρωμα του κορμιού σου κι απαιτώ να κοιμόμαστε κουταλάκι, μέχρι να ξημερώσει, χωρίς να με νοιάζει αν μουδιάζει το χέρι σου.
Τα ξέρω καλά όλα τα αρνητικά μου. Όμως, γνωρίζω πως δε θα σε προδώσω, ούτε θα σʾ αλλάξω με κανέναν.
Θα σʾ αγαπάω ακόμη κι όταν μεγαλώσεις και κάνεις ρυτίδες και φαλάκρα και δεν είσαι πια νέος κι όμορφος.
Αν πάλι, μια μέρα, γίνουμε φτωχοί, ζούμε σε καλύβα και δεν έχουμε να φάμε, θα είμαι το ίδιο ευτυχισμένη, γιατί θα μοιραζόμαστε το ίδιο κρεβάτι. Κι όταν με φιλάς θα χορταίνω και θα σου ψιθυρίζω, πως μαζί θα τα καταφέρουμε.
Κι αν ποτέ πάθεις κάτι κακό και δε μιλάς, ούτε περπατάς, ούτε βλέπεις, θα γίνω το στόμα σου, τα πόδια σου και τα μάτια σου, γιατί θα είσαι πάντα ο άνθρωπος της ζωής μου και θα καμαρώνω που σʾ έχω, γιατί είσαι το μισό που βρήκα μέσα στα τόσα εκατομμύρια ανθρώπων.
Πόσο δύσκολο σου είναι λοιπόν να μʾ αγαπήσεις; Πόσο ακριβά μπορεί να σου κοστίσει;
Αρκεί απλά μια φορά να μʾ ακούσεις, να μη νιώθω πως μιλάω μόνη μου. Μια φορά να μου κάνεις τη χάρη και να φορέσεις μπουφάν. Μια φορά να μʾ αφήσεις να κερδίσω στο τάβλι, μια φορά να μη μου πεις «έχω δουλειά», αλλά να την αφήσεις και να πάμε μια βόλτα στη θάλασσα.
Αρκεί να μου πεις, έστω μια φορά, πως δε θα με αφήσεις και να το εννοείς. Ένα βράδυ να ξυπνήσεις και να μου πεις «ναι, ρε, μου είσαι απαραίτητη» και να μʾ αφήσεις να σε φιλήσω, χωρίς να παραπονιέσαι.
Άσε το φωτάκι του δωματίου ανοιχτό να μην κουκουλώνομαι, με τρόμο, κάτω απʾ τα σκεπάσματα.
Άσε με να σε μυρίσω και να σε κρατήσω σφιχτά. Μείνε ένα βράδυ μαζί μου αγκαλιά και δεν πειράζει, ας μουδιάζει το χέρι σου.
Και εγώ θα δεις πόσο θα ησυχάσω κι, ίσως, γίνω ο άγγελός σου στʾ αλήθεια.
Μόνο προσπάθησε μια φορά. Πόσο ακατόρθωτο μπορεί να είναι;
Είναι μόνο μία φορά. Κι αυτή η μία, η μοναδική, αρκεί.
Να είσαι σίγουρος.
Γράφει η Έλενα Φλώρου