Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Εγώ αύριο θα σ’ αγαπώ περισσότερο από χθες.

Όσο και ν᾽ αγαπούσε τον Πέτρο η Ειρήνη, ήταν αδύνατο να το γνωρίζει εκείνη την στιγμή. Ίσως αργότερα να το θυμόνταν, αλλά προς το παρόν ήταν
ένας άγνωστος που στέκονταν από πάνω της μ᾽ ανέγνωρες προθέσεις.Ίσως η δεύτερη Ειρήνη, να του έλεγε «σ’ αγαπώ» κοιτώντας τον μέσα στα μάτια, να του χαμογελούσε, να τον αγκάλιαζε. Η συγκεκριμένη Ειρήνη, όμως, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κλάψει και να κουρνιάσει στη γωνία της εισόδου της πολυκατοικίας, κάτω από τον καθρέπτη, δίπλα στην πόρτα του ανελκυστήρα.
Μπροστά στην είσοδο ο Πέτρος στέκονταν με τις γροθιές του σφιγμένες και τα χείλη του σφραγισμένα. Τι να έλεγε άλλωστε, όταν, το πρόσωπο που τόσο αγαπούσε, τον αντιμετώπιζε σαν κάποιον που ετοιμάζονταν να πάρει μακριά κάθε ίχνος αθωότητας της;
Με φρύδια ενωμένα από έκπληξη, για πρώτη φορά αντίκριζε αυτό που είχε ακούσει πριν από μερικούς μήνες. Γύρισε το βλέμμα του και κοίταξε προς τα έξω, ελπίζοντας μην περάσει κάποιος άγνωστος.
Το τελευταίο που ήθελε ήταν να πρέπει να εξηγήσει την παρούσα κατάσταση σε κάποιο τρίτο, ή, στη χειρότερη, να πρέπει να υπερασπιστεί την ίδια του την αξιοπρέπεια.
Δύσκολο να αποδείξεις πως δεν είσαι ελέφαντας όταν είσαι ο μόνος με μεγάλα αυτιά και προβοσκίδα στο δωμάτιο. Ακόμα δυσκολότερο να αποδείξεις πως η κοπέλα που τρέμει και κλαίει μπροστά στα πόδια σου, υποφέρει από Διαταραχή Πολλαπλής Προσωπικότητας.
«Θεέ μου, σε παρακαλώ. Κάνε να μην περάσει κάποιος άγνωστος. Βοήθησε με να το ξεπεράσω και θα σου χρωστώ χάρη.»
Μ᾽ αυτή τη σκέψη, του ήρθε στο μυαλό η πρώτη φορά που την είχε δει πριν από ένα χρόνο περίπου. Ήταν μέσω ενός κοινού φίλου τους, του Γιώργου, σ᾽ ένα Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Θυμάται πόσο γρήγορα ανακάλυψε πάνω της όσα επιθυμούσε να βρει σε μια γυναίκα. Το χαμόγελο της, ο τρόπος που μετακινούσε τις μπούκλες της πάνω απ᾽ το αυτί της, το πώς ανάσανε κάθε φορά πριν τον φιλήσει. Το πώς ανταπέδωσε το «σ’ αγαπώ» του.
Κάθε φορά που έκαναν έρωτα, έμενε ξαπλωμένη και τον κοιτούσε. Ήταν κάτι που του άρεσε πολύ όταν συνέβαινε. Μολοταύτα, μπορούσε να δει στα μάτια της πως κάτι του έκρυβε, κάτι που δίσταζε να του πει. Ώσπου θα έφτανε η μέρα που θα την ρωτούσε.
«Τι είναι αυτό που μου κρύβεις και δεν το λες;» την είχε ρωτήσει ψιθυρίζοντας, αν και ήταν μόνοι στο διαμέρισμα.
Εκείνη έσφιξε τα χείλη της και φύσηξε δυνατά από την μύτη. Πιάνοντας το χέρι του, του αποκρίθηκε: «Ξέρεις …» σταμάτησε και χαμογέλασε ελαφρά, «… τόσον καιρό δεν ήξερα αν μπορώ να στο πω. Είναι κάτι που λίγοι γνωρίζουν και δεν ήξερα πως θα αντιδράσεις.»
Ο Πέτρος ένιωσε το χέρι της να σφίγγει και δεκάδες σκέψεις πέρασαν απ᾽ το μυαλό του για το τι μπορούσε να του εκμυστηρευτεί. Ποτέ, όμως, δε θα φανταζόταν αυτό που θα άκουγε.
«Τι είναι;» την ρώτησε άλλη μια φορά, προσπαθώντας να κρύψει την ανυπομονησία του, «ό,τι και να είναι, θα είμαι εδώ το επόμενο πρωί.»
Ίσως το τελευταίο σχόλιο του να την διευκόλυνε, ή ενδεχομένως να ένιωθε έτοιμη πριν ακόμα το πει. Στα μάτια της μπορούσε να δει μια αποδοχή, δυνατότερη από εκείνη που είχε όταν είχε δεχτεί να βγουν για πρώτη φορά.
«Έχω Διαταραχή Πολλαπλής Προσωπικότητας. Ένα σπάνιο είδος σχιζοφρένειας», ολοκλήρωσε διστακτικά.
Η λέξη «σχιζοφρένεια» πάντα τον τρόμαζε, αλλά εκείνη την στιγμή είχε αλλάξει νόημα. Είχε πρόσωπο και προσωπικότητα· και τα δύο αγαπημένα στα μάτια της ψυχής του.
Ήθελε να μάθει περισσότερα, ν᾽ ασπαστεί κάθε πτυχή του προβλήματος της. Άλλωστε, όταν λες σε κάποιον πως τον αγαπάς, δεν το κάνεις τυχαία. Το κάνεις γιατί είσαι έτοιμος να χορέψεις πάνω στα κάρβουνα όποιο χορό και να σου ζητήσει.
Όταν τη ρώτησε τι ακριβώς ήταν αυτό που είχε, του απάντησε:
«Στην καλύτερη περίπτωση, και πιο συνήθης απ’ ό,τι έχεις δει, μοιάζει με κρίση πανικού.»
«Στη χειρότερη;» συνέχισε να ρωτά με ενδιαφέρον.
«Δε θα ξέρω ποιος είσαι, αλλά δεν θα είμαι εγώ. Είναι σαν έχω δύο χαρακτήρες, διαφορετικούς μέσα στο κεφάλι μου», πήρε άλλη μια βαθιά ανάσα και ολοκλήρωσε με έναν αναστεναγμό, «Δε μου αρέσει να μιλώ για … αυτή.»
Ο Πέτρος δεν είπε τίποτα άλλο παρά έγνεψε καταφατικά και τη φίλησε. Θα το κρατούσε κρυφό και θα τη βοηθούσε κάθε φορά που τον χρειάζονταν.
Την αγαπούσε.
Κάποιες φορές, ωστόσο, όσο και να θέλουμε να χορέψουμε στα κάρβουνα γι᾽ αυτούς που αγαπάμε, όταν νιώσουμε τη θέρμη τους αναρωτιόμαστε για τις προθέσεις μας. Όπως κι εκείνη την μέρα στην είσοδο της πολυκατοικίας.
Όλα ξεκίνησαν στο σπίτι ενός φίλου του Πέτρου, όταν ένιωσε την Ειρήνη να παθαίνει άλλη μια κρίση πανικού. Ένα συνηθισμένο, πλέον, γεγονός το οποίο δεν τον ανησύχησε. Όσο, όμως, και να της έτριψε την πλάτη ή να της ψιθύρισε στο αυτί πως όλα θα πάνε καλά, η κατάστασή της γίνονταν όλο και πιο έντονη.
Τα τελευταία λόγια που θα του έλεγε η Ειρήνη, πριν έρθει στην επιφάνεια η δεύτερη, ήταν: «Πρέπει να φύγουμε. Ότι και να γίνει, μην με χάσεις από τα μάτια σου.»
Αν η σιωπή είχε μυρωδιά, θα είχε ποτίσει το ταξί με προορισμό το σπίτι της. Αντί για τον εξωστρεφή και κοινωνικό άνθρωπο που ο Πέτρος γνώριζε έως σήμερα, αντίκρισε έναν άνθρωπο κλειστό στον εαυτό του, με στραμμένο το στωικό βλέμμα της έξω από το παράθυρο. Όσο και να μην αντέδρασε όταν της έσφιξε το χέρι και της είπε πως την αγαπά, τόσο δεν τον ενόχλησε.
Ήταν το λιγότερο που τον ανησυχούσε άλλωστε.
Θα την πήγαινε στο κοντινότερο νοσοκομείο, αλλά ήξερε πως όταν όλα θα περνούσαν θα έπρεπε να διηγηθεί πότε ήταν η πρώτη φορά που εμφανίστηκε το δεύτερο «εγώ» της. Όταν ο μεθυσμένος πατριός της την ξυλοκόπησε για να της διδάξει ένα μάθημα που δεν θυμόταν. Μια ιστορία που θα την κατέστρεφε αν την έφερνε πάλι πίσω στις σκέψεις της.
Ξαφνικά, γύρισε και τον κοίταξε απότομα, και για τρία δευτερόλεπτα μπορούσε να δει μια άγνωστη γυναίκα να τον κοιτά έκπληκτη και να τραβά το χέρι της απότομα. Ευτυχώς δεν παραπονέθηκε στο ταξιτζή, αλλά ούτε κι εκείνος θέλησε να μάθει περισσότερα. Στα μάτια του δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα ζευγάρι που μόλις είχε μαλώσει.
Τα χειρότερα ήρθαν στην είσοδο, όταν πέρασαν και οι δύο την πόρτα. Όταν ο πανικός αντικατέστησε την άγνοια στο πρόσωπό της μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Μ᾽ ένα απρόσμενο σάλτο, έτρεξε προς την πόρτα της εισόδου ενός κτιρίου που δε γνώριζε κι ας ήταν το δεύτερο σπίτι της τους τελευταίους έξι μήνες. Ενστικτωδώς, ο Πέτρος την τύλιξε μέσα στα χέρια του κρατώντας την από πίσω.
«Σταμάτα!» της είπε έντονα αλλά με χαμηλό τόνο, «Δεν θέλω το κακό σου! Δώσε μου λίγα λεπτά να σου εξηγήσω!» Την μετακίνησε προς το εσωτερικό της εισόδου, και την άφησε ελεύθερη.
Εκείνη γονάτισε και βαριανασαίνοντας μπουσούλισε προς την κοντινότερη γωνία…
«Αν κάνεις ένα βήμα μπροστά θα ουρλιάξω!» του ψέλλισε με την παλάμη προτεταμένη.
Ο Πέτρος αμετακίνητος την ρώτησε: «Έχεις το κινητό σου;»
Η Ειρήνη, αφού έψαξε τις τσέπες της, έγνεψε θετικά.
«Στη ταχεία κλήση έχεις πρώτο τον Ανδρέα. Είναι ο γιατρός που παρακολουθεί την κατάστασή σου. Τον θυμάσαι;»
Έγνεψε άλλη μια φορά, και οι ανάσες της έγιναν ελαφρύτερες.
«Εσύ ποιος είσαι;» τον ρώτησε με κουρασμένη φωνή.
«Κάλεσε τον Ανδρέα και θα σου πει …» της αποκρίθηκε και κοντοστάθηκε. Ένας αναστεναγμός μαρτύρησε την ευχαρίστηση του που τα πράγματα είχαν γίνει κάπως καλύτερα.
Δέκα λεπτά αργότερα θα έμπαιναν μέσα στο διαμέρισμα βυθισμένοι στην σιωπή. Ο Ανδρέας είχε καθησυχάσει την Ειρήνη πως ο άντρας μπροστά της έλεγε την αλήθεια, ύστερα είχε ζητήσει να του μιλήσει. Το μυστικό ήταν η οικειότητα, είχε πει στον Πέτρο. Μια λύση ήταν να παρακολουθήσουν στην τηλεόραση κάτι που παρακολουθούσαν με την Ειρήνη που τον γνώριζε.
Τη βοήθησε να ξαπλώσει και της έδειξε φωτογραφίες, μήπως και αναγνωρίσει τα πρόσωπα σε αυτές. Κατάφερε να θυμηθεί μόνο τον εαυτό της.
Ανοίγοντας τα μάτια της το επόμενο πρωί, εκείνος την περίμενε κοιτάζοντας την.
«Καλημέρα.» της ψιθύρισε με ένα χαμόγελο, «Με θυμάσαι;»
Εκείνη έγνεψε και του ζήτησε συγνώμη.
Τη χάιδεψε απαλά στο μάγουλο και της είπε πως την αγαπά. Και ήταν αλήθεια. Μάλιστα την αγαπούσε περισσότερο από χτες. Η αγάπη του ήταν τόσο δυνατή που όχι μόνο θα παρέμενε, αλλά την επόμενη φορά που θα εμφανίζονταν η άλλη Ειρήνη θα την έκανε να τον αγαπήσει και εκείνη.
Γύρισε το κεφάλι του προς το ταβάνι και έβγαλε έναν ελαφρύ αναστεναγμό.
«Σ ευχαριστώ θεέ μου … σου χρωστώ μια χάρη.»
Το παρόν άρθρο είναι βασισμένο σε αληθινή ιστορία του vice.com «Η νύχτα που η κοπέλα μου ξέχασε ποιος ήμουν».
Του Χρήστου Αντώναρου
Πηγή http://www.anapnoes.gr