Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Θυμήσου…

Θυμήσου… από τη Μαρία ΚουγιουμτζόγλουΜε τα μάτια κλειστά, αγκαλιά σε μιαν άβυσσο...
Σώματα απόκληρα, διχασμένα, αμαρτωλά και καταπονημένα πάλλονται, έρπουν και ψηλαφούν, ψάχνοντας  το χαμένο παράδεισο.

Νιώσε με… λιώσε με… βρες το θάρρος και τη δύναμη και λεηλάτησε με… Πάρε  την ψυχή  μου και κάνε την δική σου, σα να μην υπάρχει αύριο.

Θυμήσου… νιώσε οδύνη, σπαραγμό και απόγνωση βαθιά στα σωθικά σου… κλάψε γοερά, με λυγμούς που ρουφούν κάθε σταγόνα ζωής και που κόβουν την ανάσα, απελπίσου…  Νιώσε πως είναι να πονά κάθε κύτταρο της ψυχής σου…
Είναι η δική σου στιγμή για να’ χεις μόνη συντροφιά τη μυρωδιά μου στα σεντόνια σου και την ανάμνησή μου για πνοή σου.
Τώρα πια, εγώ χάθηκα στο λαβύρινθο της αντίστροφης σκέψης και της λογικής, ενώ πάλευα με δράκους, στην προσπάθειά μου να σε φτάσω…
Νικήθηκα… Σε είδα να φεύγεις σαν την άμμο που γλιστρά ανάμεσα στα δάχτυλά, ανήμπορη να σε κρατήσω. Θυμάσαι;
Τότε που εγώ έμοιαζα με απάνεμο λιμάνι και Ιθάκη που βρήκες για να ξεκουραστείς κι εσύ παίζοντας μ΄ ένα σαπιοκάραβο πάλευες με χίμαιρες και άγρια κύματα, μαγεμένος από Σειρήνες, κυνηγημένος απ’ τη Σκύλα και τη Χάρυβδη, περνώντας μέσα από Συμπληγάδες… Θυμάσαι;
Τότε που με τη δίψα για ζωή ενός μικρού παιδιού χανόμουν στη γύμνια της ψυχής σου, που τώρα πάλλεται τρελή για μένα, αν και ακόμα έρημη, σκοτεινή, φοβισμένη, δειλή, χαμένη στο λαβύρινθο του ζαλισμένου μυαλού, της άγνοιας και του παραλογισμού κι όμως… αναζητά απεγνωσμένα  να χορτάσει την πείνα της  στην εικόνα και την ανάμνησή μου.
Θυμήσου… Σε νιώθω να τρέμεις και χάνομαι στα θολωμένα μάτια σου.
Νιώθω τον ήχο των δακτύλων σου που σέρνονται ξεδιάντροπα και λάγνα με πόθο και λατρεία στους πόρους του κορμιού μου κι ανατριχιάζω σύγκορμη.
Θυμήσου… Σ’ αγγίζω, σε φιλώ, σε γεύομαι, ζαλίζομαι…
Μεθώ πίνοντας σταγόνες βροχής, πάνω σ’ εκείνο το ώριμο στόμα, το στολισμένο με δροσερά, σαρκώδη χείλη, που φτιάχτηκαν για να φιλούν, να ρουφούν, να σαγηνεύουν, να ψιθυρίζουν, να δίνουν ανάσταση στο θάνατο και  ν’ αναπνέουν πάνω στα δικά μου.
Κι εκείνος ο νυσταγμένος άνεμος, που μέσα απ’ τις γρίλιες του καλοκαιριού, ανάλαφρος και δροσερός, ανακατεύει τις μυρωδιές της θάλασσας και του ιδρώτα και φανερώνει τα θαύματα του κόσμου, πάνω στην καμπύλη του λαιμού μου.
Θυμήσου… εκείνη τη λάμψη που από σπίθα γίνεται φλόγα, πυρκαγιά και καίει όλα τα άψυχα, τα συμβατά, τα μέτρια , τα τετριμμένα και λογικά αυτού του κόσμου.
Ανασαίνω τη φωνή σου, που ξέπνοη, παραδομένη, παρακαλά, ικετεύει, κι απαιτεί τα πάντα. Παίρνει ζωή απ’ τη δική μου που πάλλεται σαν άγριο κύμα, ορμώντας μπροστά και πάλι πίσω… δική σου…  δική μου… φωνή σου… φωνή μου… ανάσα σου… ανάσα μου… δική σου… δικός μου…
Ρουφάει αέρα με λαχτάρα και αποπνέει σπαρακτικά σαν κραυγή, ζητώντας αλλόφρονα, σαν μια τρελή, αλήτισσα τσιγγάνα βοήθεια, διέξοδο, λύτρωση,  οργασμό, εκτόνωση.
Έλα κοντά μου και κράτησέ με, τυλίξου πάνω μου… κούμπωσε το κορμί σου στο δικό μου και ξεκουράσου, όσο είμαι ακόμα εδώ ….
Μην αγαπάς εμένα… μην αγαπάς εσένα… Αγάπησέ εμάς…
Πίστεψέ μας, λάτρεψέ μας, ταξίδεψέ μας στο γύρο του κόσμου δεμένους σφικτά, μ’ εκείνο το υπέροχο χαμένο όνειρο που κρατάει μόλις ως τα χαράματα και που μας βρίσκει μαζί, παραδομένους, γυμνούς κι ευάλωτους… δίχως ταυτότητα, νεόπλαστους και ναυαγούς, χαμένους στο δικό μας ερημικό νησί…
Ξυπνάω… απελπίζομαι… βυθίζομαι… πεθαίνω κι ανασταίνομαι… σε νιώθω παντού μέσα μου… αισθάνομαι… χάνομαι…

Γράφει η Μαρία Κουγιουμτζόγλου
Thessaloniki Arts and Culture  http://www.thessalonikiartsandculture.gr