Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Το Πέος του Φράνκενσταϊν, του Έρνεστ Χόγκαν

Έργο του Ηenri Τoulouse Lautrec«Εντάξει, εντάξει», είπε η ξανθιά, σηκώνοντας τα χέρια της. Τα μακριά κατακόκκινα νύχια τη άστραψαν, ενώ κάτω
από το ξεθωριασμένο πορτοκαλί εξώπλατο μπλουζάκι της τα στήθη της τρεμόπαιξαν ανεπόφευκτα. Σηκώθηκε και
προχώρησε θεαματικά προς την έξοδο, τρικλίζοντας από το μεθύσι, με τον αναθεματισμένα τέλειο κώλο της –ντυμένο με ακριβό αλλά παλιό τζην- να κουνιέται λες και μάσαγε τσίχλα.
Όλοι στο μπαρ ένιωσαν ανακούφιση. Η ξανθιά ήταν ωραία γκόμενα, αλλά αυτή η νύχτα είναι μια από εκείνες που η αιθαλομίχλη του Λος Άντζελες δεν σταματούσε να βράζει μετά το ηλιοβασίλεμα. Τα μάτια όλων ήταν κατακόκκινα και ο ύπνος ήταν κάτι το αδύνατο. Αυτό που ζητούσαν όλοι ήταν ένα μέρος με σχετικά αξιοπρεπή κλιματισμό, όπου θα μπορούσαν να αράξουν και να πιουν ένα ποτό με την ησυχία τους.

Είχε σφιχτοδεμένο κορμί, προφανώς από αερόμπικ, είχε μυτερά νύχια κι έτρεχε πολύ γρήγορα υπό την επήρεια του αλκοόλο που είχε κατεβάσει. Μπορεί αυτό που έκανε ο Ραλφ να ήταν επικίνδυνο, αλλά ο ίδιος ήταν συνηθισμένος. Η ξανθιά ίσως να ήταν κιόλας διασκεδαστική, δηλαδή ό,τι ακριβώς χρειαζόταν ο Ραλφ.Η εξαίρεση ήταν ο Ραλφ. Υπήρχε κάτι σ’ αυτήν την αναιδή γυναίκα, κάτι που έκανε το μυαλό του να ξεχνά το πνιγηρό, ανθυγιεινό αέρα καθώς και τα προβλήματά του. Είχαν περάσει ο κανά-δυο ώρες από τότε που εκείνοι είχαν δώσει σημεία ζωής. Έτσι ο Ραλφ παράτησε το μισοάδειο ποτήρι του με την ξεθυμασμένη μπίρα και πήρε την ξανθιά στο κατόπι. Εκείνη προχωρούσε ξαναμμένη προς το πάρκινγκ, περπατώντας επικίνδυνα γρήγορα, μουρμουρίζοντας συνεχώς ακατάληπτες φράσεις από τις οποίες ξεχώριζαν οι συχνές επαναλήψεις της λέξης «γαμώτο».
Της έκοψε το δρόμο και είπε «Ώστε γουστάρεις κάτι πραγματικά μεγάλο;»
Τα γαλάζια ψυχρά μάτια της του έριξαν ένα θανατηφόρο βλέμμα καθώς ο Ραλφ έδειξε το εξόγκωμα στο παντελόνι του. Το εξόγκωμα έφτανε σχεδόν μέχρι το γόνατό του.
«Μπα, απλώς έκανες μασούρι τίποτα βρεγμένες κάλτσες και τις έχωσες στο παντελόνι σου» είπε εκείνη αλλά τα μάτια της έγιναν μερικούς βαθμούς θερμότερα.
«Είναι πραγματικό», είπε ο Ραλφ. «Απίστευτο κι όμως αληθινό».
«Τέλος πάντων, αν το δω το πιστεύω», είπε εκείνη. Οι ρώγες της είχαν αρχίσει να γίνονται ορατές κάτω από το μπλουζάκι της.
«Το αμάξι μου είναι εκεί πέρα», είπε ο Ραλφ προσπαθώντας να της πιάσει το μπράτσο.
Το χέρι του έπιασε άδειο αέρα. Σαν αστραπή, η ξανθιά τού κατέβασε τα παντελόνια μέχρι τον αστράγαλο, αφήνοντας Το εκτεθειμένο κάτω από τον διαβρωτικό και χωρίς άστρα ουρανό.
«Ω Θεέ μου», είπε, καθώς έπεφτε στα γόνατα, λες κι ήθελε να προσευχηθεί.
Είχε μήκος σαράνταπέντε πόντους και όλο και μάκραινε και σκλήραινε καθώς η ξανθιά το πλησίαζε. Ήταν ένα τέρας, με την περιφέρεια του στιγματισμένη από κάτι που έμοιαζε με ουλές, σε τρεις ζώνες. Ήταν το πράμα που το τέρας του Φράνκενσταϊν θα ‘πρεπε να είχε ανάμεσα στα σκέλια του.
Καθώς η ξανθιά έγλειφε πεινασμένα το κεφάλι τυλίγοντας τη μακριά και ζεστή γλώσσα της γύρω του, ο Ραλφ έριξε μια ματιά στο πάρκιγκ. Ούτε ίχνος ζωής.