Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Η Αφροδίτη με τις Γούνες, του Λ. Φον Ζάχερ Μαζόχ

Έργο του Eric StantonΉταν αργά. Είχα ακόμη αναμμένη τη λάμπα κι έφτιαχνα τη φωτιά στη μεγάλη, πράσινη σόμπα. Είχα να τακτοποιήσω ακόμη μερικά γράμματα και χαρτιά,
ενώ είχαν αρχίσει να φυσάνε δυνατοί φθινοπωρινοί άνεμοι, όπως συνήθως.
Ξαφνικά εκείνη χτύπησε ελαφρά το παράθυρό μου με το χερούλι του μαστιγίου.
Το άνοιξα κι αυτή ήταν εκεί, ντυμένη με τη ζακέτα της την γαρνιρισμένη με ερμίνα και φορώντας μια ψηλή κυρτή Κοζάκικη τοκα, όμοια με κείνες, που φορούσε η Αικαιτερίνη η Μεγάλη.
«Είσαι έτοιμος, Γκριγκόρ;», ρώτησε ναζιάρικα.
«Όχι ακόμη, αφέντισσα», απάντησα.
«Η λέξη μ’ αρέσει. Πρέπει να με φωνάζεις πάντα Αφέντισσα, καταλαβαίνεις; Θα φύγουμε απ’ αυτόν τον τόπο αύριο το πρωί στις εννιά. Θα με συνοδεύσεις σαν φίλος μου μέχρι την πρωτεύουσα της επαρχίας∙ τη στιγμή, που μπαίνουμε στο τραίνο, θα γίνεις δούλος μου. υπηρέτης μου. Τώρα, κλείσε το παράθυρο και άνοιξε την πόρτα».
Έργο του Eric Stanton
Αφού έκανα όπως μου είπε, μπήκε στο δωμάτιο και με σουφρωμένα φρύδια ρώτησε «Σ’ αρέσω;»
«Βάντα..»
«Πώς τολμάς;»
Με χτύπησε με το μαστίγιο.
«Είστε καταπληκτικά ωραία, αφέντισσα!»
Η Βάντα γέλασε και βυθίστηκε στην πολυθρόνα μου.
«Γονάτισε εδώ, κοντά μου»
Υπάκουσα.
«Φίλα το χέρι μου»
Άρπαξα το κρύο, μικρό χέρι της και το φίλησα.
«Και το στόμα μου»
Με μια παραφορά πάθους ρίχτηκα αγκαλιάζοντας αυτή τη σκληρή, όμορφη γυναίκα και γέμισα το πρόσωπό της, το στόμα της και το στήθος της με τα φλογερά φιλιά μου, ενώ εκείνη τα ανταπέδιδε με την ίδια θέρμη -με μισόκλειστα βλέφαρα σαν σε όνειρο- μέχρι τα μεσάνυχτα.
http://popaganda.gr/