Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Ένιωσα μια αγάπη που ποτέ δεν περίμενα να νιώσω. Σ’ ευχαριστώ.

Της Έλενας Σαλιγκάρα.
Η ανακοίνωση του γάμου τους έπεσε σαν βόμβα. Κοίταξε τον φίλο του κι έπειτα εκείνη. Είχαν και οι δυο το ίδιο χαμόγελο ευτυχίας. Ο ίδιος,
χαμένος στα δικά του συναισθήματα, έψαχνε να βρει τα κατάλληλα λόγια. Ψέλλισε μια ευχή κι ύστερα βρήκε μια δικαιολογία για να φύγει.
Μετά τη συνάντησή τους πήρε το αμάξι του και κατευθύνθηκε προς τα Καστράκια. Δεν άντεχε να πάει στο σπίτι. Προτίμησε να καθίσει πάνω στα συντρίμμια του παλιού οχυρού. Άλλωστε, είχαν τόσα κοινά οι δυο τους. Κι εκείνος έτσι έμοιαζε, μισογκρεμισμένος και ερειπωμένος. Πρώτα έχασε την αδερφή του κι έπειτα τη γυναίκα που αγαπούσε. Όχι πως την είχε ποτέ, αλλά πλέον τα πράγματα έπαιρναν μια διαφορετική τροπή. «Μα τι περιμένω; Ότι η Χριστιάνα θα παρατήσει τον Ηλία; Ακόμα κι έτσι, ποτέ δεν θα την κάνω δική μου. Ούτε καν θα έχω το δικαίωμα να τη διεκδικήσω. Την έχασα χωρίς να την έχω αποκτήσει ποτέ».
Μια τάση φυγής τον συνεπήρε. Ναι, καλύτερα να έφευγε. Να πήγαινε να ζήσει αλλού, μακριά από όλους. Να βλέπει εικόνες νέες και αλλιώτικες, που να μη θυμίζουν τίποτα από το παρόν. Και μέσα στο καινούργιο σκηνικό να ξεχνούσε και τη Χριστιάνα. Αποκλείεται να τα κατάφερνε. Γέλασε υστερικά με τις σκέψεις του.
Τώρα πια ήταν σίγουρος πως όχι μόνο επιπόλαια δεν ήταν αυτά που ένιωθε, αλλά αντιθέτως ήταν τόσο ισχυρά, που τον ξεπερνούσαν. Γιατί εν μέρει χαιρόταν που ήταν ευτυχισμένη, κι ας μην ήταν μαζί του. Ευχαριστούσε το σύμπαν που μπόρεσε επιτέλους να νιώσει πώς είναι ν’ αγαπάς πραγματικά και να ενδιαφέρεσαι για κάποια χωρίς να περιμένεις να λάβεις το παραμικρό. «Μάλλον όχι! Κάτι λαμβάνω κι εγώ. Ένιωσα μια αγάπη που ποτέ δεν περίμενα να νιώσω. Ποτέ δεν πίστεψα ότι γίνεται να αισθανθεί έτσι κάποιος. Σ’ ευχαριστώ, Χριστιάνα, για όσα με έκανες να ζήσω» μονολόγησε.
Κάθισε εκεί για ώρες. Το κρύο τρυπούσε τα κόκαλα και ο αέρας διαπερνούσε το κορμί του, μα αυτά δεν ήταν ικανά να του δημιουργήσουν άσχημα συναισθήματα. Το μόνο που ένιωθε, ήταν τα καυτά δάκρυα που κυλούσαν στο πρόσωπό του. Έκλαψε όσο δεν είχε κλάψει ποτέ. Για τις τύψεις που ήταν ανυπόφορες. Για τις λέξεις που ήθελαν να βγουν από το στόμα του, να αποκτήσουν ήχο, μα δεν έπρεπε να ακουστούν ποτέ. Για τη μοναξιά του, που την ένιωθε πλέον σαν δεύτερο ρούχο. Για όλα.
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Έλενας Σαλιγκάρα «Πέρα από τη γέφυρα» (εκδόσεις Πνοή).