Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Βρώμικος κόσμος, του Τσαρλς Μπουκόφσκι

Ξάπλωσα στο κρεβάτι. Άκουσα τη Μαρία να βγάζει τα παπούτσια της, το φόρεμά της, και σε λίγο την ένιωσα δίπλα μου. Ακούμπησε το κεφάλι της στο
στήθος μου και ασυναίσθητα δάχτυλά μου άρχισαν να τη χαϊδεύουν πίσω από τ’ αυτιά. Μετά άρχισε να μου σηκώνεται. Της σήκωσα το κεφάλι
και ακούμπησα τα χείλια μου στα δικά της. Τ’ ακούμπησα τρυφερά. Μετά πήρα το χέρι της και το ‘βαλα στην ψωλή μου.Είχα πιεί πολύ κρασί. Ανέβηκα πάνω της και άρχισα να μπαινοβγαίνω μέσα της. Ήμουν πάντα καυλωμένος, αλλά δεν μπορούσα να χύσω. Τη γάμησα για πολλή ώρα, ιδροκοπώντας. Το κρεβάτι αναπηδούσε σαν τρελό, έτριζε και στέναζε. Στέναζε κι η Μαρία. Τη φιλούσα συνέχεια, ασφυκτικά. Τράβηξε απότομα το κεφάλι της για να πάρει ανάσα. «Θεούλη μου», είπε, «τι ΓΑΜΗΣΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ!» Πάλευα να τελειώσω, αλλά το κρασί είχε μπλοκάρει τον μηχανισμό εκσπερμάτωσης. Τελικά σωριάστηκα δίπλα της.«Θεέ μου», έκανε αυτή. «Θεέ μου!»Αρχίσαμε να φιλιόμαστε και το βιολί ξανάρχισε. Ανέβηκα πάλι πάνω της. Αυτή τη φορά ένιωσα την έκσταση να πλησιάζει σιγά σιγά. «Ω», έκανα, «ω, Θεέ μου!». Επιτέλους είχα τελειώσει. Σηκώθηκα, πήγα στο μπάνιο, πλύθηκα, βγήκα έξω, κάπνισα ένα τσιγάρο και ξαναπήγα στο κρεβάτι. Κόντευε να την πάρει ο ύπνος. «Θεούλη μου», είπε, «τι ΓΑΜΗΣΙ ήταν αυτό!». Κοιμηθήκαμε.
http://popaganda.gr/