Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

Θα το παίξω το παιχνίδι του έρωτα κι όσο αντέξω.

Ανοιχτά παράθυρα κι ας έχει παγετό. Τα πιάτα έχουν γεμίσει τον νεροχύτη και τα ρούχα στο πάτωμα να σχηματίζουν διάδρομο. Έτσι το θέλω το σπίτι μου. Κρύο κι ακατάστατο. Να μη θέλει
να πατήσει κανείς εδώ μέσα.
Γεμίζω το τρίτο ποτήρι. Πάλι ήπια, μπας και με πάρει ο ύπνος νωρίτερα, αλλά τίποτα. Τρεις και τέταρτο. Πώς τα καταφέρνω πάντα και πιάνω τέτοιες ώρες; Το πίνω μονοκοπανιά και πέφτω να ξαπλώσω. Πάντα στον καναπέ. Στο κρεβάτι δεν μπορώ να πλησιάσω. Είναι πολύ μεγάλο. Νιώθω πως αν ξαπλώσω, θα με καταπιεί.
Προσπαθώ να βολευτώ. Φοβάμαι να κλείσω τα μάτια μου γιατί ξέρω πως μόλις τα κλείσω θα είσαι εκεί. Περιμένεις υπομονετικά και μόλις τα σφραγίσω, έρχεσαι για να με βασανίσεις. Όχι όσο είσαι εκεί, αλλά το πρωί που θα τ’ ανοίξω και δεν θα ʾσαι. Γι’ αυτό πριν προλάβω να τ’ ανοίξω, ξανακοιμάμαι κι ας έχω χορτάσει ύπνο.
Εκεί τουλάχιστον μπορώ και ζω μαζί σου. Μακριά απ’ όλα. Οι δύο μας. Μακριά απʾ το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Σ’ ένα δικό μας σύμπαν. Εκεί που δεν υπάρχουν «πρέπει» και χρονοδιαγράμματα να μας εγκλωβίζουν.
Αποφασίζω να σηκωθώ. Ήρθε μια καινούργια μέρα που, δυστυχώς, δεν μπορώ νʾ αγνοήσω. Σέρνω τα βήματά μου στο μπάνιο και κοιτάω το είδωλό μου στον καθρέφτη. Αναρωτιέμαι πόσο διαφορετικό θα ήταν το πρόσωπό μου αν είχα ξυπνήσει δίπλα σου και χαμογελάω. Γεμίζω με νερό τις χούφτες μου και το πετάω με δύναμη στο πρόσωπό μου. Ακόμα και ξύπνια ονειρεύομαι τελικά…
Είναι η ώρα του καφέ. Πάντα μου άρεσε αυτή την ώρα. Κουκουλωμένη με την κουβέρτα στην καρέκλα και με τη ζεστή κούπα στα χέρια μου, απολαμβάνω μία-μία τις γουλιές. Βάζω δύο κουταλιές καφέ στην κούπα κι αναρωτιέμαι: πώς να πίνεις άραγε τον καφέ σου; Θυμώνω τόσο πολύ, όχι γιατί δεν το ξέρω αλλά γιατί και πάλι εμφανίστηκες απʾ το πουθενά στη σκέψη μου.
Ανάβω τσιγάρο και χαμογελάω. Σκέφτομαι πως αν ήσουν εδώ πάλι θα με μάλωνες. Πάντα εύχομαι να είναι το τελευταίο. Να ʾρθεις και να μου πεις «ή το τσιγάρο ή εγώ» και για μένα να μην είναι καν δίλημμα. Ποτέ δεν είναι τελευταίο. Δεν σηκώνομαι καν νʾ αδειάσω το τασάκι πλέον. Τι νόημα έχει; Το επόμενο θα ανάψει πριν ακόμα βγάλω την τελευταία τζούρα απ’ το προηγούμενο.
Χτυπάει το τηλέφωνο. Το σιχαίνομαι αυτό το πράγμα. Δεν έχω καμία έννοια να το σηκώσω, αφού ξέρω πως δεν είσαι εσύ. Και πώς να είσαι δηλαδή, που ούτε αυτό δε ζήτησες πότε να μάθεις. Πάντα όμως, κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού υπάρχει μια μικρή ελπίδα ότι μπορεί να είσαι εσύ. Το σηκώνω.
Ευτυχώς είναι το μόνο άτομο που μπορεί να μου φτιάξει τη διάθεση. «Α! δεν σου ʾπα! Στις έξι θα πάμε για καφέ. Μια βδομάδα έχω να σε δω. Ξέχασα τι χρώμα έχεις.» Γελάμε και το κλείνουμε.
Στις έξι, κι όπως πάντα στην ώρα μας, συναντιόμαστε στην πλατεία. Μου λέει για την εβδομάδα της, για τη δουλειά της, για το αγόρι της και χαίρομαι τόσο πολύ που τη βλέπω ευτυχισμένη. Μιλάμε για πολλά και διάφορα. Κοίτα να δεις που ακόμα μπορώ κάνω κόσμο να γελάει. Πέρασε η ώρα και κουράστηκα.
Θέλω να γυρίσω πίσω στο σπίτι μου. Ή το κλουβί μου, όπως το δει κανείς. Χαιρετιόμαστε βιαστικά και φεύγουμε προς διαφορετικές κατευθύνσεις.
Βάζω το κλειδί στην πόρτα και ήδη νιώθω ανακουφισμένη που γύρισα. Είναι μόλις οκτώ κι αναρωτιέμαι τι θα κάνω μέχρι τις τρεις που θα πέσω για ύπνο. Μόλις συνδέομαι στο wifi μου έρχεται μήνυμα. Είσαι εσύ. Τρέμω να το ανοίξω κι ας ξέρω ότι δε θα λέει αυτό που θέλω να διαβάσω. Και μόνο που είσαι εσύ μου φτάνει. Ξαφνικά έφτιαξε η μέρα μου στις οκτώ το βράδυ.
Τα λέμε. Μαθαίνω τα νέα σου. Μου εύχεσαι καλό βράδυ και ακουμπάω το κινητό στο γραφείο. Τι πρωτότυπο… πάλι δε μου λες να βρεθούμε, πάλι δεν ανοίγω το ρημάδι μου να σου πω τι νιώθω. Αλλά και να σου έλεγα τι θ’ άλλαζε; Πάλι στα ίδια θα ήμουνα. Απλά θα έσερνα σε κάθε μου βήμα την απόρριψη.
Κοίτα να δεις! Πήγε πάλι τρεις και τέταρτο, χωρίς ποτό αυτή τη φορά. Θέλω τόσο πολύ να κοιμηθώ τώρα. Να είσαι και πάλι εκεί. Να σε δω. Και το πρωί πάλι να ξαναπαίξω το εργάκι απ’ την αρχή. Με τις ίδιες σκηνές, εσένα πρωταγωνιστή κι εμένα θεατή.
Όλες οι μέρες ίδιες. Τίποτα διαφορετικό. Αναρωτιέμαι: αυτός που ανακάλυψε τον έρωτα, έτσι τον είχε στο μυαλό του; Θα το παίξω το παιχνίδι του κι όσο αντέξω. Δεν μπορώ να κάνω κι αλλιώς πλέον.
Κάθε μέρα, μια μέρα είναι, θα περάσει…
Της Δωρας Καρακεχαϊδου
http://www.anapnoes.gr