Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Ρ Ω Μ Α Ι Ο Σ Κ Α Ι Ι Ο Υ Λ Ι Ε Τ Α (απόσπασμα), του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

Γελάει με τραύματα όποιος δεν πληγώθηκε ποτέ. 
Μα σουτ! τι φως προβάλλει εκεί απ’ το παράθυρο; 
Είν’ η ανατολή κι είναι η Ιουλιέτα ο ήλιος. 
Πρόβαλε, ήλιε, σκότωσε τη φτονερή σελήνη 

που κιόλα είν’ άρρωστη, χλωμή από τον καημό της 
που εσύ η παρθένα της είσαι ομορφότερη της! 
Παρθένα της μην είσαι αφού ‘ναι τόσο φτονερή: 
ντύνει φορέματα αχνοκίτρινα τις κόρες της, 
που μόνον οι τρελοί τα βάζουν: βγάλ’ τα εσύ! 
Είναι η κυρά μου, ω, είναι η αγάπη μου. 
Ω και να το ‘ξερέ πως είναι! Μιλάει, μα δε λέει τίποτα, και τι μ’ αυτό; 
Το βλέμμα της μιλάει: θ’ αποκριθώ σ’ αυτό. 
Μα παραπήρα θάρρος, δε μιλάει σε μένα. 
Τα δυο ωραιότερα άστρα όλου τ’ ουρανού, 
που κάπου θεν να παν, παρακαλούν τα μάτια της
ν’ αστροβολούν στις σφαίρες τους ως να γυρίσουν. 
Μ’ αν πήγαιναν τα μάτια της εκεί κι εκείνα 
στην όψη της, η λάμψη της θα ντρόπιαζε τ’ αστέρια 
καθώς η λάμψη της ημέρας μια λαμπάδα. 
Τα μάτια της στον ουρανό θα πλημμυρούσαν 
το διάστημα το αγέρινο με τόση λάμψη
που θα λαλούσαν τα πουλιά, σαν να ξημέρωσε.
Κοίτα πώς ακουμπάει το μάγουλο στο χέρι της!
Ω, να ‘μουν γάντι στο χεράκι αυτό, για ν’ άγγιζα
το μάγουλο της!

Μετάφραση Βασίλη Ρώτα
http://popaganda.gr