Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Τι πιο όμορφο αίσθημα να λες όσα νιώθεις, την ώρα που τα νιώθεις.

Εκεί που κάθεσαι με την παρέα σου ήσυχος κι αμέριμνος σου έρχεται μια φλασιά απ’ το πουθενά λες και σου έδωσε σφαλιάρα το αόρατο χέρι του τρελού-αλλοπαρμένου
σου νου και παλαβώνεις απ’ τη θολούρα που προκλήθηκε σε κλάσματα δευτερολέπτου. Ενώ όλα κυλούσαν τόσο μα τόσο ωραία, μία αναλαμπή είχε το θράσος να εισβάλει με το έτσι θέλω και να ταράξει τα εγκεφαλικά σου κύτταρα που μέχρι πριν λίγο βρίσκονταν σε Κυριακάτικη νιρβάνα.
Ξαφνικά οι συζητήσεις της παρέας φαντάζουν ηλίθιες κι άτοπες, χωρίς ενδιαφέρον, στα αυτιά σου δεν αντηχούν, παρά μόνο σαν βουητά. Λες στα παιδιά πως έχεις πρωινό ξύπνημα και πρέπει να φύγεις, κλισέ μα πάντα πιάνει. Πού να ξέρουν πως θα μείνεις ξύπνιος μέχρι τα άγρια χαράματα μιλώντας στον εαυτό σου για ακόμη μία φορά; Χαμογελάς και λες καληνύχτα.
Δεν προλαβαίνεις να απομακρυνθείς πολύ και το χαμόγελό σου σβήνει, ο εγκέφαλός σου μπαίνει σε ένα συνειρμό που τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα σε κατήφορο, χωρίς φρένα. Όπου κι αν σε πάει πάντως, ένα είναι το σίγουρο, θα γκρεμοτσακιστείς. Γιατί αγάπη μου ο νους είναι περίεργο πράγμα, τη μία σε ανεβάζει μέχρι τα σύννεφα και την άλλη σε πετά σαν ψοφίμι να σε φάνε οι κότες που έλεγε κι η γιαγιά μου.
Οδηγείς γρήγορα κι άτσαλα, χωρίς να θυμάσαι πότε μπήκες στο αυτοκίνητο και πότε έφτασες σπίτι. Κατεβαίνεις, κλειδώνεις βιαστικά το αμάξι και τρέχεις να μπεις μέσα. Τρέχεις να προλάβεις τον εαυτό σου που σε περιμένει να τα πείτε, πριν ξεχάσει το λόγο που ήθελε να σε μαλώσει πάλι. Ανοίγεις κρασάκι, ανάβεις κεριά γιατί είσαι και γαμώ τα ρομαντικά παιδιά, βάζεις μουσικούλα κι αράζεις.
Πόσες τέτοιες ίδιες νύχτες σε βρίσκουν στο σαλόνι να τα λες και να τα βάζεις με σένα; Αν κι έχω μία υποψία βέβαια. Επειδή είναι Κυριακή και στις Κυριακές έχουμε μία αδυναμία, βρε παιδί μου, μας παιδεύουν για να έχουμε να θυμόμαστε. Όχι πως ξεχάσαμε και ποτέ. Γιατί είναι κάτι Κυριακές σαν αυτές που αράζουμε στον καναπέ και σκεφτόμαστε τι θα κάνουμε τη βδομάδα που θα μπει. Τι θα αλλάξουμε για να βγούμε απ’ τη ρουτίνα αυτή που μας τρώει και μετά το γενικεύουμε σκεπτόμενοι τη ζωή, τα λάθη, τα πάθη, τα ίσια και τα ανάποδα, τα απωθημένα, τους ξεχασμένους έρωτες και τι θα έπρεπε να αλλάξουμε στη ζωή μας γενικά και ποιος χέζει τη βδομάδα που θα μπει;
Κατεβάζουμε άσπρο πάτο το πέμπτο ποτηράκι κρασί λοιπόν, βοηθά στην καλή κυκλοφορία, λένε, -βέβαια αν εννοούσαν της καρδιάς ή του νου, δε θυμάμαι. Μη μου βάζετε δύσκολα! Που λέτε, μετά το πέμπτο ποτηράκι εισερχόμαστε σε πιο βαθιά πεδία που μας τσούζουν και μας καίνε. Ανατρέχουμε στο παρελθόν, θυμόμαστε όλα εκείνα που θέλαμε να πούμε και δεν είπαμε.
Λόγια που κρατήσαμε για εμάς γιατί πιστεύαμε πως δεν αποσκοπούσαν πουθενά. Σκέψεις που παραμερίσαμε από φόβο μην πληγωθούμε. Φαντασιώσεις για πρίγκιπες κι άσπρα άλογα που φτάνουν, αλλά δεν έφτασαν ποτέ. Ξεχασμένα «Σ’ αγαπώ» που δεν ειπώθηκαν για να μην εκτεθεί το τεράστιο εγώ μας. Έρωτες ανεκπλήρωτοι και λόγια καλά κρυμμένα που μας κυνηγούν. Τόσα πολλά μαζεμένα στο μυαλό που θα μας στοιχειώνουν μία ζωή για το νου μας τον ηλίθιο που αποφάσισε να ρίξει άκυρο τη στιγμή του γκολ.
Θυμόμαστε μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα, τις στιγμές εκείνες που έπρεπε να ανοίξουμε το ρημάδι και το κλείσαμε πιο σφιχτά κι απ’ τις φορές που παίζαμε το παιχνίδι της σιωπής. Εκείνο που πονά περισσότερο όμως από όλα αυτά, δεν είναι όσα δεν είπαμε, αλλά πώς θα ήταν αν τα λέγαμε. Εκείνο το «αν», εκείνο το απαίσιο «αν» που μας γαμά τον εγκέφαλο.
Πώς θα ήταν αν το «Δε θέλω να ξαναμιλήσουμε» ήταν «Σ’ αγαπώ, δεν το βλέπεις;» ; Πώς θα ήταν αν το «Τα λέμε, να προσέχεις» ήταν «Σε θέλω, ανάθεμά σε»; Πώς θα ήταν το «Αντίο» αν ήταν «Μείνε ακόμη λίγο που σε χρειάζομαι»; Θα ήταν όλα αλλιώς. Σίγουρα η τροπή που θα έπαιρναν θα ήταν διαφορετική. Οι μνήμες, οι αναμνήσεις κι όλα αυτά που γυροφέρνεις στον εγκέφαλό σου κατά καιρούς θα είχαν άλλη μορφή. Καλύτερη ή χειρότερη, ποιος ξέρει; Αλλά είναι αυτά τα «Αν» που μας καταστρέφουν, αργά, γλυκά, μπαμ και κάτω όμως, μέχρι την επόμενη φορά!
Τι πιο όμορφο αίσθημα να λες αυτά που νιώθεις, την ώρα που τα νιώθεις όμως, ε! Παρά να μετανιώνεις μετά για όσα δεν είπες και δεν έκανες. Για να μην κάνεις σαν μοιρολογίστρα, στο λέω. Άσε που είναι και ντεμοντέ . Γι’ αυτό, μανάρι μου, την επόμενη φορά που θα θες να πεις κάτι, άνοιξε το το ρημαδάκι, γι’ αυτό μας το έδωσε ο καλός Θεούλης και πες αυτά που νιώθεις.
Βλέπεις τι παθαίνει κανείς όταν τα κρατά μέσα του; Έρχεται μία καλή ημέρα σαν κι αυτήν, στήνεις τα φιλαράκια σου, πας σπιτάκι σου και κλαις τη μοίρα σου λες και θα αλλάξει κάτι. Αμ, δε θα αλλάξει, μου τα έλεγε το σύμπαν τις προάλλες που τα πίναμε!
Γράφει η Γεωργία Ευαγγέλου